Οι περιστάσεις ήταν τέτοιες που έγραψα για αυτό το βιβλίο σε ένα καφέ. Το έστειλα για να δημοσιευτεί, και ήμουν ήδη στο αυτοκίνητο, ψάχνοντας να καταλάβω γιατί αυτό το βιβλίο. Τότε μου ήρθε: η μοναδικότητα αυτού του βιβλίου είναι ότι μιλάει για έναν εφιάλτη των κάτω τάξεων. Για κάποιον λόγο που ίσως αξίζει να ερευνηθεί, στις αφηγήσεις -είτε πεζογραφία είτε σινεμά- που αφορούν τα φτωχά κοινωνικά στρώματα η βία είναι φυσική, σωματική, αιματηρή. Στα μεσαία στρώματα ή στους αστούς η βία και η αλλοτρίωση -στη μυθοπλασία πάντα- είναι πιο ψυχολογική, η αλλοτρίωση μία κατάσταση πιο κομψή.
Το σημερινό βιβλίο είναι μια αφήγηση εφιαλτικής αλλοτρίωσης, είναι μια αφήγηση αιματηρού τρόμου που παραμένει όμως βαθιά ψυχολογική και υποκειμενική. Είναι μια μοναδικότητα, από όσο ξέρω, στην ελληνική λογοτεχνία. Άνοιξα το λάπτοπ στο αυτοκίνητο, έσβησα την εισαγωγή που είχα γράψει, και έγραψα την παραπάνω.
Αυτήν τη μοναδική αφήγηση τη βρήκα στη βιβλιοθήκη της Χρ. Που και εκείνη μάλλον το είχε βρει από τη μητέρα της, το 2005, όταν ήμασταν μαζί και περνούσα πολύ συχνά τα σαββατοκύριακα στη Θεσσαλονίκη στο σπίτι της. Το διάβασα στις εργάσιμες για εκείνη, ελεύθερες για εμένα ώρες που ίσως την περίμενα να κλείσει το καφέ που είχε και που κράταγε μέχρι αργά τη νύχτα, κάπου πίσω από τη Ροτόντα.
Ένας βιομηχανικός οικισμός σε έναν πνιγηρό κόλπο, ένα τεράστιο μεταλλευτικό εργοστάσιο, τα οικήματα των εργατών και οι βίλες των στελεχών, ένας μοναδικός δρόμος που οδηγεί προς τα εκεί, μια μοναδική τηλεφωνική γραμμή που σε συνδέει με τον έξω κόσμο. Πολλά χρόνια αργότερα και κάτω από τυχαίες περιστάσεις βρέθηκα σε εκείνο τον οικισμό, το εργοστάσιο ήταν η ΛΑΡΚΟ και έγινε το σέτινγκ για μια μικρού μήκους ταινία. Είναι ένας στενός κόλπος με τον βιομηχανικό οικισμό πίσω από το εργοστάσιο. Ο οικισμός είναι ρυμοτομημένος, σχεδιασμένος με μοντερνιστικά στοιχεία και με κάποια φιλοδοξία αστικής ανάπτυξης όπως φανερώνει ένα εγκαταλειμμένο εστιατόριο και ένα σινεμά, ο τώρα πια παρατημένος αλλά με μια φιλοδοξία οργάνωσης, «δημόσιος» χώρος. Τα εισαγωγικά στο «δημόσιος» καθώς όλη η έκταση είναι ιδιωτική, ιδιοκτησία του εργοστασίου.

Το εργοστάσιο που το είδα σε λειτουργία είναι μια τεράστια, αρχετυπική βιομηχανική εγκατάσταση που ξερνάει φωτιά και καπνιά, κυριολεκτικά αυτό, και που ο αέρας σηκώνει σύννεφα από μαύρη καπνιά και κόκκινη σκουριά, ενώ ακούγονται συχνές εκρήξεις που αντηχούν σε όλο τον κόλπο. Οι κόκκινες επικαθήσεις της σκουριάς βρίσκονται παντού. Δεν θυμάμαι να έχω δει ποτέ άλλο πιο συμβολικό εργοστάσιο, από εκείνο το μεγάλο πλάσμα το βγαλμένο από ένα εφιαλτικό παραμύθι που απομυζά τη γη πάνω στην οποία κάθεται και τις ζωές που θα βρεθούν γύρω του. Αυτό ήταν το σέτινγκ της μικρής ταινίας και το ίδιο είναι το σέτινγκ στο βίβλίο της Πίτσας Σωτηράκου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγγραφέας βρέθηκε στη ΛΑΡΚΟ ως βιομηχανική γιατρός, ή ως αγροτική γιατρός σε κοντινό χωριό, είναι κάτι που δεν μπορώ να θυμηθώ. Η αφήγηση μοιάζει να είναι αποτέλεσμα της ανάγκης ενός ανθρώπου που ξέρει ότι τα πράγματα που έχει να μας πει πρέπει να καταγραφούν, είναι μια αφήγηση που δεν μας έχουν πει άλλοι, καθώς αυτοί που τις έζησαν από πρώτο χέρι ήταν άνθρωποι που δεν μας άφησαν αφηγήσεις.
Από όσο το θυμάμαι, μετά από τα 19 χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την ανάγνωσή του μέχρι σήμερα, η κάμερα της συγγραφέα ακολουθεί τη γυναίκα, όχι τον Αντώνη του τίτλου, τον σύζυγό της. Είναι δεκαετία του ‘70, το ζευγάρι εγκαταλείπει τη ζωή μιας αγροτικής κοινότητας στην ορεινή Πελοπόννησο, καθώς ο άντρας γίνεται βιομηχανικός εργάτης στο ανώνυμο εργοστάσιο. Η αφήγηση είναι υποβλητική και σχεδόν παραισθητική, σε βυθίζει στην υποκειμενικότητα της μόνιμα χαπακωμένης γυναίκας και την δική της πρόσληψη του εφιαλτικού περιβάλλοντος. Δεν πρόκειται εδώ για τη φωτογενή κόλαση που βιώνει η Τζουλιάνα, σύζυγος βιομηχανικού στελέχους στη Ραβέννα, στην «Κόκκινη Έρημο». Δεν πρόκειται καν για μια επαρχιακή, πατριαρχική κόλαση της μικρής κοινωνίας. Η πατριαρχία είναι μια σύμβαση που δεν μπορεί να υπηρετηθεί από τον άντρα που δεν μπορεί να προστατεύσει την πρωταρχική σύμβασή της, την εστία του, και επίσης εδώ δεν μιλάμε καν για χωριό αλλά για έναν άτυπο, σχεδιασμένο στο χαρτί και ποτέ ευοδωμένο κοινωνικό σχηματισμό.

Το εργοστάσιο είναι πολύ μεγάλο, πολύ μεγαλύτερο από κάθε κάστρο, κάθε πατριάρχη. Είναι μια κόλαση βγαλμένη από άλλα βάθη, φτιαγμένη από φωτιές και καζάνια που μόνο σαν παραίσθηση μπορεί να βιωθεί, τόσο που εκείνοι που θα επιστρέψουν από αυτό δεν θα μπορέσουν να μας δώσουν ποτέ μια αφήγηση.
Κάτι άλλο που θυμάμαι και που έχει να κάνει με το συγκεκριμένο των αφηγήσεων που ανέφερα πριν, είναι ότι ο βιομηχανικός εργάτης, ο Αντώνης του τίτλου όσο και η γυναίκα που δεν θυμάμαι το όνομά της είναι χαρακτήρες που δεν κόλλαγαν στα αφηρημένα πρότυπα αυτού που λέμε εργατική τάξη. Ήταν συγκεκριμένοι άνθρωποι εκείνης της μετάβασης από τις αγροτικές κοινωνίες στη βιομηχανική παραγωγή. Άνθρωποι που βίωσαν τους κλυδωνισμούς ενός μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης, που κουβαλούσαν όλη τη σκευή του χωρικού, όταν έγιναν κάτοικοι ενός οιονεί αστικού οικισμού. Μια πολύ ειδική, καθόλου αφηρημένη κατάσταση που θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε αλλοτρίωση, επειδή είναι, αλλά θα χάναμε έναν ολόκληρο πλούτο σημειολογικών αναφορών. Ο άντρας συνεχίζει να πηγαίνει, ή δεν συνεχίζει, έχω ξεχάσει, να πηγαίνει για κυνήγι, ενώ τα ψυχοφάρμακα δεν είναι προνόμιο μιας στυλιζαρισμένης ψυχοπαθολογίας. Τα φαντάσματα δεν είναι μόνο στο μυαλό της, είναι πολύ πιο τρομαχτικά στην απτή πραγματικότητα γύρω της.
Η Πίτσα Σωτηράκου μας έδωσε την μοναδική από όσο ξέρω αφήγηση σχετικά με αυτά τα μέρη, αυτήν τη ζωή, εκείνους τους ανθρώπους. Και είναι ένα βιβλίο που έπρεπε να υπάρξει. Μετά από χρόνια αναζήτησα να μάθω ποιο είναι, η Χρ. δεν θυμόταν καν την ύπαρξή του. Η υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής κατάφερε να το θυμηθεί από τις περιγραφές μου: είχε τον τίτλο, «Ο Αντώνης δεν θα σκολάσει απόψε», και κατά τη γνώμη μου, το αδικεί: δεν είναι το βιβλίο του Αντώνη αλλά της γυναίκας που το όνομά της έχω ξεχάσει.
