Κάποιες φορές, όταν μπλέκω με τα δικά μου γραψίματα το διάβασμα παίρνει μια άλλη τροπή. Τώρα γράφω ένα κείμενο που μάλλον θα έλεγα ότι αφορά την ανθρωπολογία του τοπίου, πράγμα που με κάνει να βουτάω σε καινούρια γνώση. Διαβάζω πράγματα που μου είναι χρήσιμα κάπως πιο εργαλειακά, πάνω σε αυτό που γράφω. Σε τέτοιες φάσεις, καθαρά για την ξεκούρασή μου και επειδή δεν είμαι για νέες αναγνωστικές εμπειρίες που θα με εκτρέψουν, τραβάω κάποιο από τα βιβλία της βιβλιοθήκης μου. Όχι απαραίτητα κάποιο που έχω διαβάσει, αλλά κάτι οικείο σε κάθε περίπτωση. Με αυτήν τη στήλη συνειδητοποιώ τον αντίκτυπο που έχουν τα βιβλία που έχω διαβάσει και που έχω ίσως ξεχάσει, μερικές φορές αυτά που τα θεωρώ κάπως μικρής σημασίας ή εκτός της τρέχουσας κοινωνικής ατζέντας. Μέσα στη διάρκεια της εβδομάδας, κάπως τυχαίνει και από μια τυχαία διαδρομή, κάποιο παλιό βιβλίο έρχεται στην επιφάνεια της μνήμης μου. Από τη βιβλιοθήκη μου τράβηξα το 2ο βιβλίο από τις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», που μαζί με το τρίτο έχει μείνει εκεί να με κοιτάζει για καιρό, ενώ το πρώτο το είχα τελειώσει πριν από πολλά χρόνια σε κάποιες διακοπές στη Γαύδο.
Η εντύπωση που μου είχε κάνει τότε «Η Λέσχη» ήταν ότι ο Τσίρκας παραείναι καλός και κολακευτικός με το μυθιστορηματικό του άλτερ έγκο. Όχι με τον σαρωτικό και επιδεικτικό τρόπο του Μέιλερ, ούτε με τον αντιπαθητικό τρόπο του Καραγάτση. Δεν θα μπορούσε με τον τρόπο του Μέιλερ καθώς η αφήγηση του Τσίρκα είναι μια αφήγηση ΚΑΙ βαθιάς προσωπικής ήττας ενώ ο Μέιλερ φλεξάρει πόσο δυνατός είναι. Ο Καραγάτσης πάλι δεν θα μπορούσε να γράψει με τον τρόπο του Τσίρκα καθώς αποπνέει μια πολύ έντονη ανάγκη αντρικής μάτσο καταξίωσης, ήταν ένας μάλλον όχι ελκυστικός άντρας που ήταν κοντά στην εξουσία. Και κάπου εδώ συναντώ ξανά την προβληματική της τριλογίας του Τσίρκα, μάλλον, μια παράπλευρη προβληματική όπως συνήθως κάνω σε αυτήν τη στήλη.
Ο ήρωας του Τσίρκα παρουσιάζεται ως ένας νέος διανοούμενος, με καλή ταξική καταγωγή, καλή μόρφωση και σίγουρα πολύ ελκυστικός. Όχι ελκυστικός ως Τζέιμς Μποντ, ελκυστικός με έναν λιγότερο επικό και περισσότερο λυρικό τρόπο: αγαπιέται από τις γυναίκες των μυθιστορημάτων περίπου όπως ο Κόρτο Μαλτέζε. Ο villain της τριλογίας (εντάξει είμαι στον δεύτερο τόμο και μετά από 15 χρόνια μπορεί να πιάσω τον τρίτο) είναι ένας κομμουνιστής ηγέτης, αντιπαθητικός, αποκλεισμένος από τον κόσμο των μοιραίων και φάνσι γυναικών του Εμμανουηλίδη, με άσχημη μυρωδιά και γενικότερα μια αντιπαθητική παρουσία. Ο οποίος όμως καταφέρνει να υπερισχύει του ήρωα σε κάθε κρίσιμη πολιτική σύγκρουση που όπως ξέρει οποιοσδήποτε έχει υπάρξει σε πολιτική συλλογικότητα, πολύ λίγο η πολιτική καμουφλάρει τους προσωπικούς ανταγωνισμούς, αντιζηλίες και διαγκωνισμούς μικροεξουσίας και γοήτρου.
Έχω συχνά την εντύπωση ότι υπάρχει ένα σώμα αφηγήσεων όπου ο γοητευτικός ήρωας γαμάει αλλά δεν δέρνει, μπορούμε να το δούμε και σε πρόσφατα παραδείγματα και στην ελληνική κινηματογραφία αλλά επειδή είναι ταινίες που έχουν φτιάξει συνάδελφοι δεν θα τις δώσω. Υπάρχει μια παρηγορητική διάσταση στον καλό πλην σταυρωμένο, ο Χριστός εξάλλου είναι μια θεμελιακή αφήγηση κάθε δυτικής κοινωνίας. Η παρηγορητική διάσταση είναι προφανής, όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε ήττες και χρειάζεται κάπως να προχωράμε. Κάποιοι ακόμα φαίνεται να αντλούν ικανοποίηση ή και απόλαυση από μία υποτελή θέση και αυτό σίγουρα είναι ερευνημένο σε κάποια επιστημονικά πεδία τα οποία δεν κατέχω. Η αφήγηση του Τσίρκα δεν είναι τέτοια, ευτυχώς. Είναι ενός ανθρώπου που με έναν τρόπο έχει τις νίκες που ο ίδιος χρειάζεται, όπως διαφαίνεται από τις σχέσεις του ήρωα με τις γυναίκες του μυθιστορήματος. Ο κακός της ιστορίας πάλι, φαίνεται να υπερισχύει σε ένα πεδίο πιο πολιτικό, πιο δημόσιο.
Μου θυμίζει εδώ εκείνη την αποστροφή από τις «Νεκρές Ψυχές» του Γκόγκολ όπου ο νταραβεριτζής επιχειρηματίας φτάνοντας σε κάθε πόλη όπου θέλει να κάνει μπίζνες επιλέγει -κατά τον Γκόγκολ πάντα- να συναντήσει «τους χοντρούς». Οκ, είναι η ελληνική μετάφραση που έχω και επίσης δεν ξέρω τι συνδηλώσεις έφερε ο «χοντρός» στη Ρωσία του 1842. Φαίνεται όμως και πάλι να προβάλλει ο κόσμος των επιχειρήσεων, της εξουσίας, ίσως και ο έλλογος κόσμος ως μια επικράτεια αντρική και ασεξουαλική. Είναι ένα μοτίβο που από μια σκοπιά που θεωρώ απελευθερωτική, για να μην πω στενά φεμινιστική, βλέπουμε και στον Αντίχριστο του Τρίερ: η φύση ως μια επικράτεια θηλυκοτήτων σε αντιδιαστολή με την επικράτεια του λόγου.
Επιστρέφοντας στον κακοχωνεμένο Νιτσεϊσμό του Καραγάτση, μέσα από το πρίσμα του Τσίρκα, είναι σαν να υπάρχουν δυο χωριστοί κόσμοι, αυτός του Καραγάτση που επιζητά να γίνει αξιαγάπητος κατακτώντας εξουσία και λεφτά, σε κάποια υπεραναπλήρωση, ίσως, προσωπικών ελλειμμάτων, και ένας κόσμος ίσως πιο τυχερός και χαρισματικός που καταφέρνει να κερδίζει την αγάπη των άλλων χωρίς να νιώθει τόσο επιτακτικά την ανάγκη της κατίσχυσης.
Μπαίνω στον πειρασμό να πω ότι πρόκειται για διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις που συναντάμε είτε μιλάμε για το έμφυλο ή για την αποικιοκρατία ή για τις όψεις του κόνσεπτ της επιστήμης. Με γυροφέρνει η ιδέα ότι ο όρος «θηλυκότητες» μπορεί να απηχεί κάτι ευρύτερο από το στενά εννοούμενο φύλο. Αλλά εντάξει, δεν είναι πεδίο μου, είπαμε.
