Η αποθέωση που γνώρισε από τους οικονομικούς κύκλους ο ακροδεξιός πρόεδρος της Αργεντινής Χαβιέρ Μιλέι στην ευρωπαϊκή περιοδεία του, με αποκορύφωμα την εξαιρετικά αμφιλεγόμενη ομιλία του στο στο Νταβός, ιδίως το σημείο εναντίον της LGTB+ κοινότητας που ξεσήκωσε διαδηλώσεις στη χώρα του, αποδεικνύει περίτρανα το πόσο η νέα εποχή που έχει ανοίξει για το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο με την επικράτηση ηγετών που συνδυάζουν τον άκρατο νεοφιλελευθερισμό και την ακροδεξιά ιδεολογία εγκαθιδρύεται πλέον σε πλανητικό επίπεδο.
Ο Μιλέι, μαζί με τον Τραμπ και τους υπόλοιπους εκκολαπτόμενους «σωτήρες» των χωρών και των οικονομιών τους, προβάλλεται στα μέσα ενημέρωσης όλου του κόσμου ως ο άνθρωπος που έφερε την Αναγέννηση στην Αργεντινή μόλις μέσα σε ένα χρόνο, μειώνοντας τον πληθωρισμό και, πρόσφατα, κατατροπώνοντας και τη φτώχεια. Τα στοιχεία μοιάζουν να επιβεβαιώνουν τις κρίσεις των νεοφιλελεύθερων οικονομικών και στατιστικών κέντρων, τουλάχιστον σε μακροοικονομικό επίπεδο.
Όμως καμία από αυτές τις μετρήσεις, που κατά μέγα μέρος βασίζονται στην μείωση της πληθωριστικής πίεσης και των τιμών, δεν σκιαγραφούν την αληθινή εικόνα που βιώνει στην καθημερινότητά του ο μέσος πολίτης. Ο οποίος δεν είδε, παρά τον πληθωρισμό, μία μεγάλη βελτίωση στην αγοραστική του δύναμη. Και επιπλέον στο πλαίσιο μίας τόσο κυμαινόμενης οικονομίας όπως αυτής στην Αργεντινή, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να εξασφαλίσουν πως η τάση θα συνεχισθεί. Ιδίως εάν δεν υπάρξει η βοήθεια από τον Τραμπ για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με το ΔΝΤ για να μπορέσει ο Μιλέι να συνεχίσει να δρέπει τα οφέλη από τις δραστικές περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες, τις μειώσεις φόρων (πχ στον αγροτικό τομέα) που κυρίως ευνόησαν τις μεγάλες εταιρείες, τις ξένες επενδύσεις και τις εξαγωγές, τη σταθεροποίηση της ισοτιμίας με το δολάριο και την απελευθέρωση της αγοράς ξένων νομισμάτων (που όμως πολύ απέχει από την πολυθρύλητη «δολαριοποίηση» της οικονομίας που υποσχέθηκε).

Άλλωστε κι ο ίδιος ο δείκτης της φτώχειας (38,9%) δεν αποτελεί ένα ασφαλές μέτρο, καθώς πολλές από τις πραγματικές μικροοικονομικές παραμέτρους -όπως συμβαίνει και σε πολλούς άλλους δείκτες- δεν προσμετρούνται. Αλλά και η όποια μεταβολή του αποτελεί μία ευκαιριακή διακύμανση: ας θυμηθούμε πως μόλις λίγους μήνες πριν τις ενεστώσες θριαμβολογίες, η φτώχεια επί Μιλέι είχε φθάσει στο απόγειο της αγγίζοντας το 55% του πληθυσμού. Ενώ παρά τη βελτίωση των αριθμών σταθερά το 10% του πληθυσμού εξακολουθεί και ζει σε παραγκουπόλεις.
Άλλωστε η όποια σταθεροποίηση της οικονομίας μέσω της απορρύθμισης σε καμία περίπτωση δεν έχει συμβάλλει στο να καταπολεμηθούν οι αποκλεισμοί και η περιθωριοποίηση των κοινωνικών ομάδων, που συνθέτουν το σύμπαν της φτώχειας στην Αργεντινή. Όταν οι πρώτοι σημαντικοί για την κοινωνική ευημερία κλάδοι που εθίγησαν από τον «αναρχοκαπιταλισμό» του Μιλέι ήταν η δημόσια υγεία και εκπαίδευση, τότε είναι εμφανές πως οι ευάλωτοι τομείς της κοινωνίας απωθήθηκαν ακόμη περισσότερο στο περιθώριο.
Εκατοντάδες χιλιάδες Αργεντινοί και τα νοσοκομεία αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες για την απόκτηση βασικών φαρμάκων ή τη διατήρηση των βασικών υπηρεσιών τους. Επίσης μεγάλο πλήγμα έχουν δεχθεί και η πολιτική αντισύλληψης -στο πλαίσιο όχι μόνον της οικονομικής πολιτικής του Μιλέι, αλλά και της αντι-woke ατζέντας του και των ιδεών του ενάντια στις αμβλώσεις: από 26 εκατομμύρια προφυλακτικά που είχαν προγραμματιστεί να διανεμηθούν, δόθηκαν μόλις 2,4 εκατομμύρια, λιγότερο από το 10%.
Τα πιο σπαρακτικά στοιχεία όμως αφορούν την παιδική ηλικία και τους νέους στην εποχή του Μιλέι. Σύμφωνα με στοιχεία του Ινστιτούτου Στατιστικής και Απογραφής, το 66% των παιδιών κάτω των 14 ετών ζουν σε συνθήκες φτώχειας, που ισοδυναμεί με 7,2 εκατομμύρια παιδιά. Επίσης ανησυχητικά είναι τα στοιχεία και σε άλλες κοινωνικές ομάδες: το 29,7% των ατόμων άνω των 65 ετών βρίσκεται επίσης σε κατάσταση φτώχειας, καθώς πλήττονται και από τις περικοπές στις συντάξεις γήρατος.

Η σύνθετη και διπλή πραγματικότητα της «επιτυχίας» του Μιλέι αντανακλάται στην κοινωνική πραγματικότητα που αφορά τους νέους και τις ευκαιρίες που η πολιτική και οικονομική του πολιτική τους προσφέρει. Όλα τα στοιχεία πίσω από την «αναρχοκαπιταλιστική» επιτυχία του δείχνουν πως εκείνοι που πλήττονται ιδιαίτερα είναι τα παιδιά και οι νέοι (6 στους 10). Η δυνατότητα κοινωνικής ανόδου για τους νέους, ιδίως των φτωχών στρωμάτων, έχει πρακτικά εξαφανισθεί με αποτέλεσμα κι ο συνεκτικός θεσμός της οικογένειας να δέχεται σημαντικές πιέσεις. Όταν αντίστοιχα η αποδυνάμωση του κοινωνικού ιστού ξεκινά από τον οικογενειακό πυρήνα -κι όλοι οι φορείς, από την εκκλησία και τις οργανώσεις, ήδη προειδοποιούν για το πως ο θεσμός της οικογένειας ήδη βρίσκεται σε διαδικασία διάλυσης- η σύνθεση αυτών των δύο κρίσιμων συστατικών οδηγεί σε μία πραγματική βόμβα στα θεμέλια της κοινωνίας .
Όσα προκύπτουν από πρόσφατες έρευνες μοιάζουν να διαψεύδουν την εικόνα του θαύματος, που υπερπροβάλλει ο Μιλέι. Η πλειοψηφία των νέων (76%) εξακολουθεί να ζει με την οικογένεια τους, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό (24%) την εγκατέλειψε. Από αυτό το 24%, το 42% εγκατέλειψε την οικογενειακή εστία «αναγκαστικά» -λόγω ενδοοικογενειακών συγκρούσεων, εγκατάλειψης, θανάτου, εγκυμοσύνης ή κατανάλωσης ουσιών.
Λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων, το 79% των νέων εργάστηκε για πρώτη φορά πριν από την ηλικία των 18 ετών. Παράλληλα, εκτός από την (κακοπληρωμένη κι εποχική) εργασία, το 80% των οικογενειών συμπληρώνει το εισόδημα με κοινωνικά προγράμματα και βοήθεια σε είδος ή ακόμη προσφεύγει σε κοινωνικές κουζίνες. Με τις κοινωνικές περικοπές του Μιλέι, τα επιδόματα κόπηκαν για τις οικογένειες του 22% των νέων, ενώ το 66% των ηλικιών αυτών δηλώνει πως έχει περικόψει δραστικά τις δαπάνες του. Από το σύνολο των μαθητών, το 68% αναφέρει πως απουσίασε από μαθήματα ή από το σχολείο για αρκετές ημέρες για λόγους άλλους από ασθένεια. Για το 56% των μαθητών «υπάρχει υπερβολική βία στα σχολεία», για το 53% οι αίθουσες και τα κτήρια βρίσκονται σε οικτρή κατάσταση, ενώ το 55% εντοπίζει πως υπάρχουν ελλείψεις κι απουσίες καθηγητών.
Η υποβάθμιση και διάβρωση των βασικών κοινωνικών συνθηκών που διαπλάθουν τον χαρακτήρα των νέων (οικογένεια, σχολείο, ευκαιρίες, εργασία) έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της βίας και της περιθωριοποίησης. Το 27% των νέων δηλώνει πως συμμετείχε σε περιστατικά βίας στον δρόμο τον τελευταίο χρόνο, το 51% υπογραμμίζει πως φίλοι τους κάνουν κατανάλωση ναρκωτικών και το 43% πως γνωστοί τους είναι διακινητές ουσιών, ενώ το 15% ομολόγησε εθισμό του, κάποια στιγμή, σε ουσίες.
Ολόκληρες περιοχές είναι παραδομένες σε συμμορίες. Πολλές γειτονιές, υποβαθμισμένες, χωρίς αντιπλημμυρικά έργα, συγκοινωνίες, πρόσβαση σε σχολείο κι υπηρεσίες και φυσικά αστυνομική προστασία υποφέρουν από τη βία στους δρόμους. Φερ’ ειπείν στο υποβαθμισμένο προάστιο Βιγιέγας στη Λα Ματάνσα, όπου οι κακοποιοί με τα όπλα «κατάσχουν» τα σπίτια τους οι κάτοικοι την εγκαταλείπουν, έχοντας μόνον δύο επιλογές: ή να πουλήσουν τα σπίτια τους ή να τα μετατρέψουν ‘οικειοθελώς’ σε αποθήκες ναρκωτικών). Η τόσο αποτελεσματική στο να διαλύει τις πάνδημες διαδηλώσεις εναντίον της απορρύθμισης του Μιλέι αστυνομία της υπουργού Ασφαλείας Πατρίσια Μπούλριτς, στις περιοχές όπου χρειάζεται ο πολίτης να αισθάνεται ασφαλής είναι τελείως απούσα. Όπως λένε οι κακές γλώσσες η απροθυμία να κτυπήσει η αστυνομία τις συμμορίες αποτελεί μία τακτική: υπάρχει φόβος να κεφαλαιοποιηθεί η όποια επιτυχία της από τον περονιστή κυβερνήτη Άξελ Κισίγιοφ!
Η πολιτική του Μιλέι ωστόσο έχει πλέον επικρατήσει σχεδόν απόλυτα στη χώρα. Έπειτα από τις ηλεκτρισμένες διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις με την αστυνομία του πρώτου διαστήματος, ο περασμένος Δεκέμβριος ήταν ένας απόλυτα ήρεμος μήνας. Ένδειξη πως η κοινωνία παρά τα ξεσπάσματα (όπως η πρόσφατη διαδήλωση για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες) έχει αρχίσει και κουράζεται, απογοητεύεται και αποστασιοποιείται, αρκούμενη στις μικροπαραχωρήσεις που επιτρέπει η πολιτική της κυβέρνησης.
Παράλληλα, ο «Κιρτσνερισμός» αρκείται στην εσωτερική του αιμορραγία, παραδομένος στην κρυφή και με διακυμάνσεις διαμάχη εξουσίας ανάμεσα στις Κριστίνα Κίρτσνερ και τον Άξελ Κισίγιοφ. Ο κυβερνήτης του Μπουένος Άιρες τηρεί μία στάση «μία στο καρφί και μία στο πέταλο» απέναντι στην πρώην πρόεδρο -ιδίως όσον αφορά την πιθανή καταδίκη της για το σκάνδαλο Viabilidad. O κυβερνήτης ήδη αυτοπροβάλλεται ως αντίπαλο δέος στον Μιλέι (δηλώνει πως θα αγοράσει τις μετοχές της Aerolineas Argentinas για να αποφευχθεί η ιδιωτικοποίησή της) και δεδηλωμένος υποψήφιος του Περονικού Κόμματος Δικαιοσύνης στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Παράλληλα, η πολιτική του ακολουθεί νεοφιλελεύθερα ανοίγματα (πχ. να μην έχει προϋπολογισμό για τον επόμενο χρόνο), που μοιάζουν να ανοίγουν μία, επικίνδυνη, λαϊκιστική μέθοδο αντιπαράθεσης στον ακροδεξιό ηγέτη, η οποία πάλι θα εγκλωβίσει την κοινωνία σε μία πολιτική που δεν θα βελτιώνει τις βασικές ανάγκες της. Γεγονός που κάνει την Κίρτσνερ να τον θεωρεί Πόντιο Πιλάτο και Ιούδα, ανάλογα με την περίσταση.

Πάντως, η διάσπαση στις τάξεις του Περονισμού μάλλον ευνοεί τον ακροδεξιό Πρόεδρο, ο οποίος όπως φαίνεται μόνο από το εσωτερικό του και ανομοιογενές μέτωπο μπορεί να απειληθεί -και μάλιστα σε μία στιγμή αποθέωσης και ευνοϊκών συγκυριών μετά την άνοδο του «μέντορά» του Τραμπ στην αμερικανική προεδρία.
