ΑΘΗΝΑ
00:31
|
25.06.2026
Πλέον η Γερμανία δείχνει πως βρίσκεται σε ένα πολύ επικίνδυνο μεταίχμιο.
Τώρα το ερώτημα είναι: ποιος θα κυβερνήσει τη Γερμανία;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Οι γερμανικές εκλογές επιβεβαίωσαν τις προεκλογικές τάσεις: την Πύρρεια νίκη των Χριστιανοδημοκρατών, την εκκωφαντική (και ανατριχιαστική συνάμα) άνοδο του νεοναζιστικού AfD, τη συρρίκνωση των Σοσιαλδημοκρατών και τη σχετική αντοχή των Πρασίνων. Τώρα το ερώτημα είναι: ποιος θα κυβερνήσει τη Γερμανία; Ένα ερώτημα, που όσο και να έχει προφανή λύση, μολαταύτα δεν εμπνέει ούτε μεγάλο ενθουσιασμό, ούτε και μεγάλη εμπιστοσύνη. Και τούτο, γιατί αδιαμφισβήτητα το CDU παραμένει μακριά από τις δόξες του μακρινού παρελθόντος του και χρειάζεται έναν στιβαρό, τόσο σε έδρες, όσο και σε ιδεολογική και προγραμματική συνοχή, συνασπισμό για να κυβερνήσει. Κι όχι, μόνον δεδομένης της κεντρικής θέσης που κατέχει η Γερμανία στην Ε.Ε.. Ποιον συνασπισμό όμως;

Ακόμη και ο αναπόφευκτος μαυρό-κόκκινος-πράσινος «Συνασπισμός Κένυα» των CDU-SPD-Πρασίνων, δεν είναι βέβαιο ότι μπορεί να συμβιβάσει τον αναμφισβήτητο αναθεωρητισμό (ακόμη και σε οικονομικό επίπεδο) του Μερτς, με τις  περιβαλλοντικές πολιτικές και τις  απαιτήσεις των Πρασίνων και της Ε.Ε. για την πράσινη μετάβαση. Ή ακόμη και στον ήδη δοκιμασμένο μεγάλο συνασπισμό CDU-SPD, πώς θα είναι για τους Σοσιαλδημοκράτες δυνατόν να δεχθούν τις υπερφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που υποσχέθηκε ο Μερτς κατά την προεκλογική εκστρατεία για να προσελκύσει τους απογοητευμένους ψηφοφόρους των καταποντισμένων Φιλελευθέρων του απόμαχου πλέον της πολιτικής Λίντνερ; Η μόνη ανάγκη για να ποιήσουν φιλοτιμία τα τρία τούτα κόμματα παραμένει η πολιτική και όχι πλέον κοινωνική κόκκινη γραμμή ενάντια στην άνοδο του AfD στην κυβέρνηση.

Λίγο πριν τις εκλογές, η μεγαλύτερη ελβετική καθημερινή εφημερίδα «Neue Zürcher Zeitung», που παρακολουθεί πολύ στενά και προσεκτικά τα όσα συμβαίνουν στον βόρειο γείτονα, είχε συγκρίνει τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων. Εάν κάποιος, κατέληγε στο άρθρο της, έμενε πιστός σε όσα διακήρυτταν, τότε οι πιο συμβατές πιθανότητες κυβερνητικής συνεργασίας θα ήταν αυτή του Χριστιανοδημοκρατικού συνασπισμού (CDU-CSU), του FDP (εάν έμπαινε στη Βουλή) και του AfD, εάν δεν υπήρχε ο ψυχολογικός πολιτικός «φραγμός» απέναντί του και κυρίως, οι τεράστιες διαφορές του -προς το παρόν- στο όραμα που διέπει ακόμη την γερμανική εξωτερική πολιτική.

Ίσως, εάν το AfD δεν ήταν κατά της στρατιωτικής και οικονομικής υποστήριξης για την Ουκρανία και δεν υπαινισσόταν  άνοιγμα στις σχέσεις με τη Ρωσία, η σύμπτωση των προτάσεών του σε άλλα προγραμματικά σημεία, ίσως δεν θα αποτελούσαν μεγάλο ανασχετικό παράγοντα για μία συνεργασία -έστω και σε κοινοβουλευτικό μόνον επίπεδο. Μολαταύτα, ο Μερτς από τις 29 Ιανουαρίου, όχι μόνο επανέλαβε το «Όχι» σε μια συμφωνία με το AfD, αλλά και επαναδιατύπωσε την άνευ όρων υποστήριξή του στον Ζελένσκι και την Ουκρανία. Κι έσπευσε να ζητήσει να δοθούν περισσότερα όπλα, που αντίθετα ο Σολτς αρνούταν.

Βέβαια, με τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο και με δεδομένη την αμέριστη στήριξή του στο AfD, οι ηρωισμοί του Μερτς μοιάζουν με τα καυχήματα του Καπανέα μπροστά στις πύλες της Θήβας. Οι πολιτικές θριαμβολογίες γνωρίζουμε πολύ καλά μπορούν κάλλιστα να αναθεωρηθούν, αρκεί να βρεθεί ένας τρόπος για να λυθεί η ενεργειακή ανεπάρκεια που καταρρακώνει την πρώην κραταιά οικονομία της και είναι ο υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας για την ανάκαμψή της. Και πλέον το αυξημένο ποσοστό, αλλά κυρίως το κύμα υποστήριξης προς το AfD, στο εξής θα αποτελεί έναν αποτελεσματικό παράγοντα επιρροής, έστω και αραιωμένης, για σημαντικές αποφάσεις της κυβέρνησης, οι οποίες θα έχουν να κάνουν με ζητήματα ευαίσθητα για την κοινή γνώμη, στην οικονομία, την κοινωνία, τις ελευθερίες, τα δικαιώματα, την εξωτερική πολιτική.

Τα ερωτήματα που ανακύπτουν για τη μελλοντική πορεία της γερμανικής κυβέρνησης και οι επιλογές της είναι πολύ σημαντικές για όλη την Ευρώπη, λόγω κυρίως της οικονομικής και βιομηχανικής διείσδυσης των γερμανικών εταιρειών και τραπεζών στο μεγαλύτερο μέρος της ηπείρου: μόνο να σκεφθούμε πόσο επηρέασε την Ιταλία η κρίση στη Volkswagen. Και πόσο θα γίνει αισθητή στις συμπράξεις για την αμυντική παραγωγή -όπως με αδημονία περιμένει ο Εμανουέλ Μακρόν– και τον σχεδιασμό στην Ε.Ε., βάσει του μάντρα της «ανάπτυξης μέσω των εξοπλισμών». Δόγμα που πρόσφατα επαναδιατύπωσε και ο οικονομικός γκουρού της Μάριο Ντράγκι στο σχέδιό του για την ανάκαμψη, βάζοντας τη στρατιωτική βιομηχανία στους τρεις βασικούς πυλώνες για την οικονομία της Ε.Ε., πλάι στην αυτοκινητοβιομηχανία και την φαρμακοβιομηχανία -τις τρεις αιχμές της τεχνολογικής μετάβασης.

Η χώρα που εξακολουθεί να έχει το μεγαλύτερο ΑΕΠ και σημείο αναφοράς, ακόμη, για την Ε.Ε., εμφανίζεται κουρασμένη, γερασμένη, οικονομικά και κοινωνικά. Οι Ούλρικε Μανμεντιέρ, Τίλο Κρέγκερ, Κρίστοφερ Τζούμπερ, τρεις οικονομολόγοι που είναι μέλη του έγκυρου συμβουλίου εμπειρογνωμόνων, συνέταξαν ένα άρθο εν είδει pro memoria (ή πρόπλασμα για ένα μελλοντικό vademecum) για την επερχόμενη κυβέρνηση. Τονίζοντας πόσο η οικονομία κι η διοίκησή της είναι σε ένα μεταίχμιο,  εξέθεσαν την ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας, επισημαίνοντας  ιδιαίτερα πόσο η Γερμανία είναι πολύ πίσω ακόμη και από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στην ψηφιακή μετάβαση, για να μην αναφέρουμε την τεχνητή νοημοσύνη.

Οι «σοφοί» υπογραμμίζουν πόσο οι δημόσιες υπηρεσίες είναι τόσο καθυστερημένες όσο οι ελληνικές ή οι ιταλικές, με την ψηφιοποίηση της Δημόσιας Διοίκησης να αποτελεί πρώτιστη προτεραιότητα. Χρειάζονται άμεσες και μαζικές επενδύσεις σε  υποδομές και να επιταχυνθεί η ενοποίηση της ευρωπαϊκής κεφαλαιαγοράς. Παράλληλα, η άμυνα αποτελεί μία πραγματική αχίλλειο πτέρνα και απαιτεί επίσης τεράστιες δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες.

Για το λόγο αυτό, υπογραμμίζουν οι τρεις οικονομολόγοι, είναι απαραίτητο να ανασταλεί τουλάχιστον ο δημοσιονομικός περιορισμός του Ordoliberalismus που στοιχειώνει τη Γερμανία και την υποχρεώνει να διατηρεί per mare, per terra διαρθρωτικό πλεόνασμα στο 0,35% του ΑΕΠ κάθε χρόνο. Μολονότι θα ήταν καλύτερο να μεταρρυθμιστεί ο συνταγματικός κανόνας για το χρέος (που και λεξιλογικά ταυτίζεται, Schulde, με την αμαρτία), τουλάχιστον στο ενδιάμεσο η ψύχωση αυτή, που μόνο στραγγαλίζει τις δημοσιονομικές δυνατότητες της Γερμανίας, που ήδη παρουσιάζει μία τρύπα 60 δισεκ. ευρώ, θα πρέπει να σταματήσει.

Ο Μερτς, με βάση το πρόγραμμά του, συναινεί στις αλλαγές που αφορούν την παραγωγικότητα και την ψηφιοποίηση. Αναγνωρίζει ότι οι δρόμοι, οι σιδηρόδρομοι και όλα τα δίκτυα υποδομής πρέπει να ενισχυθούν. Σε ό,τι αφορά την άμυνα, δεν έχει ακόμη αποδεχθεί το αμερικανικό αίτημα να φτάσει πάνω από το 2% του ΑΕΠ (σήμερα η Γερμανία παραμένει πολύ πιο κάτω). Όσον αφορά την ενιαία κεφαλαιαγορά, ως καθαρός Γερμανός παραμένει εφεκτικός -μάλιστα έχει σαφώς απορρίψει την προσφορά της Unicredit για την Commerzbank. Πάνω απ’ όλα  όμως κι εκεί θα κριθούν όλα, δεν σκοπεύει να αλλάξει τίποτα όσον αφορά τον περιορισμό του προϋπολογισμού, ούτε και να τον αναστείλει.

Απομένει να διαπιστώσουμε εάν ο Μερτς θα παραμείνει πιστός στις διακηρύξεις του ή θα εφαρμόσει πολιτικές σοκ για να βγάλει τη Γερμανία και κατά συνέπεια και την υπόλοιπη Ευρώπη -που δε βλέπει τον Τραμπ ως μόνο οδηγό- από το οικονομικό και πολιτικό τέλμα της. Πολλοί έχουν ήδη αρχίσει ν’ αναρωτούνται εάν ο Μερτς είναι ο κατάλληλος άνθρωπος να ανεβάσει ξανά τη Γερμανία στην κορυφή της Ε.Ε., να αναθερμάνει την οικονομία της και να αντιμετωπίσει επαρκώς τη νεοναζιστική και ακροδεξιά απειλή -εντός κι εκτός, με την Ιταλίδα νεοφασίστρια Τζόρτζια Μελόνι να επιδιώκει την πρωτοκαθεδρία στην Ε.Ε.. Οι κυβερνητικές του προτάσεις χαρακτηρίζονται από επιφυλακτικότητα και μετριοπάθεια, τόσο στην εσωτερική πολιτική, όσο και στην εξωτερική πολιτική.

Πολύ περισσότερο στη Λυδία Λίθο για την εσωτερική πολιτική στη Γερμανία, το μεταναστευτικό, όπου σε κάποια δεδομένη στιγμή άφησε κι ένα περιθώριο στο AfD -που στη συνέχεια εν μέρει το έκλεισε υπό το βάρος της κατακραυγής. Ιδίως η έννοια της ενσωμάτωσης, όπως δείχνουν οι αναλύσεις για τα ποσοστά των κομμάτων ανά περιοχή, δείχνουν πόσο εύθραυστη είναι αυτή και πόσο η ύπαρξη και η  ψήφος των διαφόρων ομάδων (θρησκευτικών, εθνοτικών, κοινωνικών) διαμόρφωσε το αποτέλεσμα. Και πόσο αυτό το θέμα επηρέασε και τους καθαρόαιμους Γερμανούς, τους Ανατολικογερμανούς ή τους εργαζόμενους κι ανέργους να ψηφίσουν;

Είναι επίσης δύσκολο να προβλέψει κανείς πώς θα μπορέσει ο Μερτς να χειρισθεί τη νέα πραγματικότητα για την Ουκρανία και τις σχέσεις με τον Πούτιν.  Ή, ακόμη χειρότερα, με τον Ντόναλντ Τραμπ, που κραδαίνει τη σπάθη των δασμών και ζητωκραυγάζει για το AfD -την ώρα που ο Ίλον Μασκ υποστήριξε ανοιχτά την ακροδεξιά. Το Βερολίνο σήμερα δεν έχει πια τη θέση που είχε κάποτε, δεν είναι πλέον ο προνομιούχος συνομιλητής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη χάραξη της πολιτικής, τουλάχιστον στην Ε.Ε. και στις εγγύς ζώνες επιρροής της.

Πλέον η Γερμανία δείχνει πως βρίσκεται σε ένα πολύ επικίνδυνο μεταίχμιο. Αφενός δείχνει πως κατανοεί την ανάγκη να αλλάξει πορεία για να ενσωματωθεί σε έναν κόσμο που αλλάζει, επιδιώκοντας να ανακτήσει έναν -εάν όχι πρωταγωνιστικό- τουλάχιστον έναν από τους βασικού ρόλους, όμως από την άλλη εμφανίζεται ανίκανη να αντιληφθεί πως στις αλλαγές αυτές η ίδια μπορεί να αποτελέσει ένα ασφαλές καταφύγιο, όπως ήταν παλιά, ακόμη και για τους πολίτες της.

Σκίτσο του Ολλανδού, Maarten Wolterink
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Σε ύφεση η φωτιά στο παλιό ξενοδοχείο ΠΑΛΛΑΣ στο Λουτράκι

Αναζητούν τον 17χρονο Κωνσταντίνο Δ. που εξαφανίστηκε στη Νίκαια

Νεκρά εκατοντάδες χιλιάδες πτηνά στη Γαλλία λόγω καύσωνα

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα