Η «υπόθεση» στις Ικέτιδες του Ευριπίδη είναι τετριμμένη και απλή: επτά γριές μάνες προσφεύγουν στον Θησέα, τον βασιλιά της Αθήνας, ζητώντας του να επέμβει, με πειθώ ή πυγμή, προκειμένου οι Θηβαίοι να τις αφήσουν επιτέλους να ενταφιάσουν τα σώματα των νεκρών παιδιών τους, που εξεστάτευσαν επί Θήβας και ηττήθηκαν.
Το πιο ενδιαφέρον στην όλη πλοκή είναι ένα είδος, ας πούμε, επανεκκίνησης καθ’ οδόν: Ο Θησέας τελικώς συναινεί να προσφέρει βοήθεια, κατανικά τους Θηβαίους, τα σώματα των νεκρών ανακτώνται -και αίφνης ένα έργο προδήλως πολιτικό (τόσο που θεωρήθηκε εγκώμιο Αθηνών– και, διόλου τυχαία, ένα θραύσμα του μετέφρασε ο Βάρναλης) εκχωρείται στον απροκάλυπτο θρήνο.
Ειπώθηκε συχνά πως αυτή η τομή υπηρετεί τις επιδιώξεις του Ευριπίδη και της Νέας (τότε) Μουσικής: επιτρέπει, φερ’ ειπείν, τη μονωδία, την άρια. Ίσως όμως να υπόκειται εδώ μια σχέση -πώς να την πω; διαλεκτική. Ίσως η ανακομιδή των νεκρών να μην είναι η έκβαση· τα νεκρά σώματα, ορατά επιτέλους, απτά, ίσως βυθίζουν το έργο προς την ουσία του, προς τον θρήνο, επιτρέποντας έτσι και στις ανέξοδες ως τότε πολιτικές δημηγορίες ν’ αποκτήσουν υπόσταση -ένυλη…
«Ήταν ένας τρόπος να το διατυπώσεις -όχι πολύ ικανοποιητικός»· αλλά δεν ξέρω πώς να υποδείξω σαφέστερα τη σημασία που μπορεί να έχει η (αντίστροφη φαινομενικά) τομή της διαδήλωσης -ενός συλλαλητηρίου παλλαϊκού, θα λέγαμε άλλοτε- της 28ης Φεβρουαρίου. Η προκλητική, αλαζονική συγκάλυψη δημιουργούσε ασφαλώς επί διετία την αναγκαία συνθήκη, προκειμένου ο θρήνος να πολιτικοποιηθεί πρωτογενώς: να μετατραπεί στο στοιχειώδες αίτημα για δικαιοσύνη και διαφάνεια. Η (πρωτοφανούς έκτασης και επιτυχίας) γενική απεργία έθετε πολιτική σφραγίδα στα τεκταινόμενα έτσι κι αλλιώς.
Το συλλαλητήριο, που θύμισε στους γηραιότερους άλλους καιρούς («αυτό δεν είναι συγκέντρωση, είναι σεισμός»), ήταν αντικυβερνητικό, δεν χωράει συζήτηση. Όλα αυτά όμως κινδύνευαν ανά πάσα στιγμή να ξαναγίνουν αέρας ψηφιακός, ν’ απαλλοτριωθούν από το ίδιο το μέσο που εξασφάλισε καταρχάς μαζικότητα -κι η πολιτική στα social media μπορεί να υφίσταται όσο κι ο θρήνος και μάλιστα για τον ίδιο λόγο εντέλει: κανείς εκεί δεν ξέρει πώς να πενθεί.
Μια ψευδής αναπαράσταση δημόσιου χώρου (όπου βασιλεύει η αδιακρισία, δηλαδή ακριβώς η άρση της διάκρισης ιδιωτικού και δημόσιου) εγγυάται πως ο θρήνος θα εκφυλιστεί σε μελόδραμα κι η πολιτική σε εκκλήσεις για λυντσάρισμα, συκοφαντίες και ύβρεις.
Η τομή ήταν ο δρόμος (το «πύρινο έδαφος της πραγματικότητας», όπου αδιαχώριστα ο θρήνος και η πολιτική ανακτούν την αιχμή και το νόημά τους), ήταν το γεγονός ότι οι άνθρωποι βρέθηκαν επιτέλους εκεί, επί τόπου, μαζί, με το σώμα τους να ρίχνει σκιά. Αυτό αφορά κατά τι όλους όσοι συνέρρευσαν· και αν εισπνεύσεις μία μόνο φορά, στους πνεύμονες μένει υπολοιπόμενος αέρας -για πάντα. Πέραν αυτού -αν μπορώ ν’ ανασυστήσω σωστά τη συσκοτισμένη απ’ τους καπνούς και τα δακρυγόνα εξέλιξη, θα έλεγα πως τα προδιαγεγραμμένα και τόσο ωφέλιμα «μπάχαλα» ταυτοχρόνως αχρηστεύτηκαν κι αποδείχτηκαν χρήσιμα: εις πείσμα τής -κατόπιν προκλήσεως, υποτίθεται-σχεδιασμένης (όλοι είδαμε τις σκηνές στη «Μεγάλη Βρετανία») να σπείρει την αποθάρρυνση και τον τρόμο καταστολής, αρκετός κόσμος επέστρεψε· και διαλύθηκαν βιαίως αλλά δίχως άλλοθι πια, γιατί τα (συνομήλικα) νεαρά παιδιά που, δίχως μάσκες, με υψωμένα τα χέρια, επέστρεψαν και ξαναγέμισαν, όρθια ή οκλαδόν, την Πλατεία Συντάγματος συγκροτούσαν πια ένα υλικότατο οιονεί πολιτικό σώμα.
