Στις απαρχές της βιομηχανικής επανάστασης, τα τραγούδια των υφαντουργών αποτύπωναν την απελπισία που τους γεννούσε το, πρωτόφαντο τότε, ωράριο: δεν γινόταν πια, έλεγαν, να περνά καθένας, αν του γουστάρει, λίγη ώρα στον κήπο του πριν πιάσει δουλειά. Αυτό δεν επρόκειτο ν’ αλλάξει, όπως ξέρουμε. Tο ότι όμως υπήρχαν τέτοια τραγούδια σήμαινε πως καθένας μπορούσε ακόμη να περιγράψει τι έχασε κι έτσι να περιγράψει, εναντιωματικά, τι δεν έπρεπε ποτέ να είχε χαθεί, τι ήταν φυσιολογικό κι ηθικό. Άλλωστε, οι εξεγερμένοι υφαντουργοί, οι λουδδίτες, έσπαγαν τους μηχανικούς αργαλειούς επειδή θεωρούσαν αυτές τις μηχανές «ανήθικες», δηλαδή εκ θεμελίων στρεβλή την καινούργια συνθήκη…
Μέσα σε λίγες δεκαετίες ωστόσο, κάτι αλλάζει στο φαντασιακό -κάτι βαθύτερο απ’ τα λόγια των τραγουδιών. Έτσι ώστε ενδέχεται να τραγουδάει κανείς, και πάλι, τις χάρες μιας βόλτας στον κήπο -αλλά πεπεισμένος ότι περιγράφει μιαν ουτοπία. Δεν εννοώ μόνο: πεπεισμένος εκ των πραγμάτων -μολονότι τα πράγματα αρκούν. Zώντας σε τρώγλη (όπως το περιγράφει ο Ένγκελς), σιγά-σιγά δεν θυμάται καν πώς είναι ένας κήπος μέσα στην πάχνη. Kαι αν όμως ανασυστήσει αυτήν την εικόνα, κάτι δεν πάει καλά: κάτι κάνει την ανασυστημένη εικόνα να μην μοιάζει ετούτου του κόσμου, να μην μοιάζει έστω με ανάμνηση. Mπορεί ποτέ να ήταν αλλιώς η ζωή; Tο ίδιο το «φυσιολογικό» έχει αποκλιμακωθεί: φυσιολογική είναι πια («όπως πάντα») η γκριζάδα, κι η θλίψη, κι η στέρηση…
Όπως, υπό καθορισμένες συνθήκες, η πολικότητα του μαγνήτη αλλάζει κι ο Bορράς γίνεται Nότος, έτσι πρώτα η πραγματικότητα κι έπειτα ακόμη και η ανάμνηση μιας απόλαυσης, που κανείς ως χθες δεν θα τη θεωρούσε ανέφικτη, αθέμιτη, ή και ενός δικαιώματος, μετατίθεται στο μέλλον -και μοιάζει με παράλογη εικόνα ή απαίτηση, εφόσον το μέλλον αυτό σχεδιάζεται ερήμην μας.
Kατ’ αυτόν τον τρόπο, το εναλλακτικό μέλλον που φανταζόμαστε (αν μας απέμεινε ακόμη ικμάδα) περιέχει τα ίχνη μιας καθήλωσης: θα θέλαμε στην άλλη όχθη να ξαναβρούμε ησυχία, αμόλυντο αέρα και αφθονία τροφής και τρυφής…
Aλλά, εδώ, μ’ ενδιαφέρει η στιγμή που αντιστρέφεται η πολικότητα του μαγνήτη· γιατί κάτι ανάλογο, αν και πολλαπλάσιας ισχύος και έκτασης, συνέβη ξανά. Κάτι που και πάλι αφορά μιαν ανάμνηση (κιόλας) σχετικά με το πώς είναι φυσιολογικό κι ηθικό να ζεις την ημέρα σου: μιαν ανάμνηση που ξεθωριάζει ταχύτατα. Έτσι ώστε δεν μπορείς καν να πεις σαν τον Bιγιόν: «Mα πού πήγαν τα χιόνια τ’ αλλοτινά», γιατί δεν θυμάσαι καθόλου πώς είναι να χιονίζει στον κόσμο. Ξαναέγινε λοιπόν εφικτή μια ορισμένη μορφή σχιζοφρένειας -υπό τον όρο να μην είσαι καν στη μέση του δρόμου της ζωής μας, να έχεις προχωρήσει μάλιστα τόσο ώστε να διαθέτεις το αμφίβολο προνόμιο ν’ ακούς από το ένα σου τ’ αυτί τους ήχους ενός κόσμου που, για σένα, παραμένει ολοζώντανος και απ’ το άλλο, σαν να παίζαμε πινακωτή, την άκρα, του τάφου, σιωπή καθώς ο κόσμος αυτός έσβησε, πάει…
Ίσως όμως η παραπομπή (: Nel mezzo del cammin di nostra vita) να μην είναι κατ’ ουσίαν σωστή -αν και όντως τέτοιας λογής σχιζοφρένεια προαπαιτεί να πλησιάζεις τουλάχιστον ή, πιθανότερο αυτό, να προσπέρασες ήδη κατά πολύ τα πενήντα. Η συνθήκη «διπλής (ακόμη) ακρόασης», ας την πούμε έτσι, παρατηρείται στο Προ-Καθαρτήριο: οι ίσκιοι σταματούν για ν’ ακούσουν το ερωτικό τραγούδι που ανακαλεί η ψυχή του νεκρού αοιδού, του Casella (άσμα 2)· προσηλώνονται για λίγο λοιπόν στους ήχους, ακριβώς, ενός κόσμου που, γι’ αυτές, παραμένει ολοζώντανος… Η ιδέα του Δάντη να τοποθετήσει το Όρος του Καθαρτηρίου στη γη μας, στον χρόνο μας -απρόσιτο, ναι, αλλά ορατό-, ίσως να μην είναι άσχετη συνεπώς με την διαίσθηση πως σε λίγες δεκαετίες ο κόσμος του θα έσβηνε πια -εφόσον μπορούσε (το ξέρουμε) να προβάλλει από το μέλλον στον εγρήγορο νου του ολοκληρώματα.
