Στις 11 Νοεμβρίου 1918 υπεγράφη, σ’ ένα βαγόνι τρένου, στην Κομπιέν, η ανακωχή που σήμανε κατ’ ουσίαν τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η σχετική διαταγή έφτασε στην 157η Ταξιαρχία Πεζικού, στο Δυτικό Μέτωπο, στις 10.44: η κατάπαυση του πυρός θα ίσχυε από τις 11 -οπότε ο διοικητής της Ταξιαρχίας ευλόγως (για στρατιωτικό) αναρωτήθηκε τι έπρεπε να κάνουν τα επόμενα 16 λεπτά. Αποφάσισε πως έπρεπε να συνεχίσουν να πολεμούν…
Ο οπλίτης Χένρι Γκάνθερ (Henry Gunther), που βρισκόταν με τη μονάδα του στο ύψωμα Côté-de-Romagne, εφόρμησε με εφ’ όπλου λόγχη κατά του εχθρού. Ματαίως οι κατάπληκτοι Γερμανοί τον καλούσαν να σταματήσει. Εντέλει έστρεψαν καταπάνω του το πολυβόλο -και ο ηρωικός οπλίτης έπεσε νεκρός ένα λεπτό πριν λήξει επισήμως ο πόλεμος. Ο Vonnegut του Galápagos θα είχε σημειώσει ωστόσο πολύ νωρίτερα ένα (-) πλάι στο όνομα του εν λόγω ήρωος (του έφτιαξαν και monumentum aere perennius, για να αντηχεί στους αιώνες ο εμπαιγμός):
Ο Henry Gunther, Γερμανο-αμερικανός από την ανατολική Βαλτιμόρη, υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα της Βαλτιμόρης και αρραβωνιασμένος με την Όλγα του, βρέθηκε σε άσχημη θέση όταν ξέσπασε ο Πόλεμος. Δεν υπήρχαν ακόμη τα social media, όμως όλο και κάποιος τρόπος υπήρχε να τον προπηλακίσουν για το εικαζόμενο έλλειμμα εθνικής συνειδήσεως. Υπό το βάρος των «cancel Gunther», που τον συνέθλιβε (m), κατετάγη ταχύτατα (v) -και η ορμή που εξασφάλισε (p=mv) τον ανύψωσε ως στο ύπατο αξίωμα του λοχία, υπεύθυνου για τη σίτιση. Υπέπεσε όμως στο βαρύτερο σφάλμα: αντί να το βουλώσει «τοῖς κείνων ρήμασι πειθόμενος», έγραψε ένα γράμμα, ο δύστυχος, όπου διεκτραγωδούσε τις άθλιες συνθήκες στο μέτωπο, λες κι ήταν ο Βάρναλης. Όλοι γνωρίζουμε πιο μικρόβιο κουβάλησαν επιστρέφοντας από το μέτωπο της Μικράς Ασίας οι παλαιοί πολεμιστές -και η λογοκρισία επαγρυπνούσε. Το ατόπημα του Γερμανο-αμερικανού, μην ξεχνιόμαστε, Μιχαλιού («άσε με να γυρίσω στο χωριό μου») έγινε γνωστό και η εθνικόφρων αρραβωνιαστικιά χώρισε πάραυτα τον δειλό (παλλαϊκό, ομόθυμο like) -που υποβιβάστηκε, εννοείται, σε απλό στρατιώτη. Σε ποια χρονική στιγμή διακρίνεται πλάι στ’ όνομά του το (-);
Ο κραυγαλέα, εκκωφαντικά πλέον μάταιος θάνατός του ανέδειξε ένα όριο (lim), που πολύ γρήγορα θάφτηκε κάτω από ρητορείες και κομπασμούς· λησμονήθηκε αμέσως, για πάντα. Το φάντασμά του δεν πλανάται πάνω απ’ την Ευρώπη -και ευτυχώς, γιατί ίσως θα υπονόμευε την μέχρι καταργήσεως της άλλοτε απαραβίαστης ρήτρας απόφασή της να επανεξοπλιστεί, να γίνει αυτάρκης. (Κι είναι γνωστό πως η κωμωδία, αν παιχτεί αρκετά συστηματικά, μπορεί να γίνει πραγματικότητα…) Όμως το λησμονημένο αυτό φάντασμα ίσως θα θύμιζε και κάτι άλλο, της ίδιας εντέλει ουσίας, αλλ’ ευτελές, καθημερινό -που αντιστοιχεί σε μιαν άλλη, διάχυτη μορφή άτυπης βίας.
Ο οπλίτης Henry Gunther εφόρμησε με εφ’ όπλου λόγχη σε μια μάταιη προσπάθεια ν’ αποδείξει – τι; και σε ποιους; Η σφαίρα πάντως τον βρήκε στον κρόταφο… Ίσως μνημονεύοντάς τον στα reunion οι βετεράνοι κρατούσαν κι ενός λεπτού σιγή -κι αυτό θα ήταν η έσχατη ειρωνεία. Γιατί επρόκειτο πάντα για το ένα λεπτό της ώρας που απέμενε ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος.
