ΑΘΗΝΑ
01:54
|
27.06.2026
Η ελπίδα ότι «το Ρωμέικο θ’ αλλάξει» μέσα από τη συλλογική σύμπραξη κι όχι από κάποιον αυτόφωτο ‘Μεσσία’.
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Ζήλος
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Είναι εντυπωσιακή η προσπάθεια κυβερνητικών κύκλων, συστημικών μέσων και δοτών δημοσιογράφων να υποβαθμίσουν την πολιτική διάσταση της πάνδημης διαμαρτυρίας των μεγαλειωδών συλλαλητηρίων για το έγκλημα των Τεμπών. Όλοι αυτοί ομοθυμαδόν επαναλαμβάνουν το «μη κομματικό» γενικό πνεύμα που χαρακτήριζε τις συγκεντρώσεις, με προφανή διάθεση να απομονώσουν και να αδειάσουν τη βαθιά πολιτική σημασία που είχαν. Γιατί ναι μεν τα συλλαλητήρια δεν ήσαν κομματικά, με τη στενή έννοια του ορισμού του κόμματος ως αντιπροσώπου μιας συγκεκριμένης τάξης ή κοινωνικής ομάδας με διαπερατά χαρακτηριστικά και των συμφερόντων της, ο πυρήνας όμως της διαμαρτυρίας τόσων ανθρώπων, ιδίως όταν τούτη η σύμπνοια διατρέχει κάθετα και συναθροίζει διαφορετικές κοινωνικές και οικονομικές τάξεις.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να αισθάνεται τυχερή που απέναντί της έχει σήμερα, σε αντίθεση με την κυβέρνηση της ΝΔ την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων, μία απαξιωμένη και αναξιόπιστη κομματική αντιπολίτευση. Εάν δεν υπήρχαν τα ηθικά και ιδεολογικά απογυμνωμένα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι βέβαιο πως η κυβέρνηση θα ένιωθε συγκεκριμένους και αναπόφευκτους κλυδωνισμούς, θα έχανε ακόμη και τη στήριξη των μέσων ενημέρωσης και τους εκπροσώπους τους που σήμερα σιτίζονται από τη σχέση τους με την εξουσία.

Η συλλογική εμπειρία που όλοι μας βιώσαμε στην Ελλάδα με αφορμή το έγκλημα στα Τέμπη συνιστά ίσως μία πρωτοφανή εκδήλωση μίας ενιαίας συνείδησης, που ξεπερνά την απλή κατακραυγή και διαπνέει με ενιαίο πνεύμα και συναίσθημα τις οικογένειες των θυμάτων, τους επιζήσαντες και την κοινωνία. Ξαφνικά, η απωθημένη αγανάκτηση, η αποκαρδίωση και η μακρόχρονη παραίτηση για την ανυπαρξία, την αδιαφορία, τον κυνισμό και τις αβελτηρίες ενός κράτους, που θεσμικά και πολιτικά δεν είναι σχεδιασμένο για τον πολίτη. Η προσωπική κι η συλλογική συνείδηση, τα θύματα κι η κοινωνία, βρέθηκαν αντιμέτωπες με το κέρδος, τα μικρά και μεγάλα συμφέροντα (οικονομικά και μικροπολιτικά). Στο πεδίο τούτο συγκρούσθηκαν η ανθρώπινη ζωή, οι εταιρείες και οι διεφθαρμένες αρχές και το δικαίωμα των πολιτών στην ασφάλεια και την αξιοπρέπεια, την κρατική φροντίδα. Ήταν ένα nec plus ultra σε μία καθημαγμένη κοινωνική συνείδηση, που βίωνε μία στενόχωρη απ’ όλες τις απόψεις κατάσταση, αλλά βαυκαλιζόταν ότι θα τα καταφέρει. 

Η «αυθόρμητη» αρχικά αγανάκτηση και αντίδραση, την οποία προκάλεσαν η αντίληψη του πόσο «προλεταριοποιήθηκαν» απότομα μία σειρά από δημόσιες υπηρεσίες σε όσα παρέχουν (αρχικά ο σιδηρόδρομος), ενώ αντίθετα προσφέρουν μεγάλη κερδοφορία σε όσους τις λυμαίνονται και η βάρβαρη και κυνική αντιμετώπιση του καπιταλισμού στην αντιμετώπιση των όσων υφίστανται τις κακουχίες του, τώρα έχει πάρει γενικό χαρακτήρα. Ενώ αρχικά ξεσήκωσε η ελεεινή κατάσταση στα τρένα, στην πορεία έγινε αντιληπτό -ακόμη και σε ομάδες που δεν υπόκειντο στην κλασική εκμετάλλευση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού γιατί κατά κάποιο βαθμό επωφελούνταν από αυτόν (μεσαία τάξη, γνωσιακοί εργαζόμενοι, διανοητικοί εργάτες κλπ)- πως το επίδικο δεν είναι μόνο μία δημόσια υπηρεσία κι η ασφάλεια, αλλά η επισφάλεια που αντιμετωπίζει ο πολίτης σε κάθε πεδίο της καθημερινότητάς του, στην οικονομία, τη ζωή του. Η προβολή του δυνητικού χαρακτήρα και μάλιστα ανά πάσα στιγμή του κινδύνου που διατρέχει κανένας να μεταπέσει σε μία ανάλογη κατάσταση, η επίγνωση πως πλέον η κοινωνία, το κράτος, δεν είναι αυτός ο ασφαλής θύλακος για την επιβίωση και την ευδοκίμηση του ανθρώπου, έβγαλε πολλούς ανθρώπους από τον «δογματικό τους ύπνο». Ιδίως, κλόνισε την πολιτική προσήλωση και τη μακαριότητά τους, την πολιτική τους αδιαφορία και τη «σταθερότητα» της θέσης τους, που στερείτο παντελούς ταξικής συνείδησης και της αλληλεγγύης που αυτή εμπεριέχει ως θεμελιώδες συστατικό της στοιχείο.

Το έγκλημα στα Τέμπη και η στιβαρή ένωση των γονέων των θυμάτων, ανθρώπων από τόσο διαφορετικά περιβάλλοντα, οικονομικά επίπεδα και κουλτούρα, κατέδειξε πόσο σημαντική είναι τούτη η αλληλεγγύη και η «ταξικότητα» που η αδιάφορη αντιμετώπιση του κράτους επιβάλλει στους ανθρώπους και τις υπηρεσίες που απολαμβάνουν (ή που δεν τους παρέχονται). Έδειξε σε όλους (όπως φάνηκε με τη διαπερατότητα που είχε το σύνθημα «η ζωή μας τα κέρδη τους») πόσο πλαστή είναι η φενάκη της καταναλωτικής δυνατότητας που η εξουσία πλασάρει ως «ελευθερία» και πόσο επανέρχονται με τραγικό τρόπο όλα όσα έχουμε συνηθίσει να απωθούμε και να αδιαφορούμε μοιρολατρικά, πιστεύοντας πως δεν θα αλλάξουν ποτέ και «έτσι είναι το Ρωμέϊκο».

Ξαφνικά, η κοιμισμένη συνείδηση της κοινωνίας στην Ελλάδα άρχισε να νοιάζεται, όχι μόνον για τα πλημμελή ζητήματα ασφαλείας σε μία σειρά από υπηρεσίες που δυνητικά μπορεί να βλάψουν ανεπανόρθωτα τον καθένα. Άρχισε παράλληλα να ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα των οικογενειών και των ανθρώπων που πλήττονται, για την αλληλεγγύη που αντικαθιστά την κρατική αδιαφορία, την πρόνοια για την κατάληξη και τη συμπαράσταση (υλική και ψυχολογική) των ανθρώπων που υποφέρουν από το μετατραυματικό σύνδρομο που υπέστησαν.

Η γενικευμένη αγανάκτηση και στις δύο περιπτώσεις, που ίσως μέσα της μεταφέρει την απόγνωση και για τα άλλα κακώς κείμενα στην κοινωνία, που ίσαμε τώρα δεν έβρισκαν αφορμή για να εκφρασθούν, δεν στοιχειώθηκε σε ένα ή δύο ευκαιριακά συνθήματα. Η τραγωδία άγγιξε το κεντρικό νεύρο της κοινωνίας και υπερέβη την προσωπική ανασφάλεια μέσα στην καθολικότητα του vox populi. Σε μία τέτοιας τραγωδία το ατομικό αυτόματα εξάρθηκε στο γενικό (όλοι δυνητικά μπορεί να είμασταν τα θύματα). Έγινε ένα κοινό συναίσθημα με το οποίο ο καθείς μπορούσε να ταυτισθεί και δεν αφορά μία μερική διεκδίκηση. Δεν αφορά μία κλαδική αξίωση που το σύστημα μπορεί να ικανοποιήσει εν μέρει και να σιγάσει για λίγο τη βουερή ιαχή της κοινωνίας. Όταν η ιαχή τούτη αφορά τους νέους, το μέλλον της κοινωνίας κι ένα διαχρονικό πρόβλημα που δεν ικανοποιείται, πέρα από την επικαιρική ευπρέπισή του και μετάθεσή του για κάποιο απώτερο μέλλον, τότε η εξουσία δεν μπορεί να εκμεταλλευθεί τον όποιο «ρεφορμισμό» δρα «απορροφητικά» σε κάποιο κίνημα. Η αγανάκτηση για τα Τέμπη λίγο απείχε και εν τέλει  συγκόρμισε ανάλογα προσφυή αιτήματα για την υγεία, την παιδεία, τις συντάξεις, τις συγκοινωνίες, τη βελτίωση της καθημερινής, πραγματικής, ζωής μας κι όχι των κερδοσκόπων κάθε είδους. Μία οργή που παραμένει άσβεστη 2 χρόνια μετά, ιδίως λόγω της επίγνωσης ότι ακόμη δεν έχουν πληρώσει για το έγκλημα  οι ηθικοί αυτουργοί και οι υπεύθυνοι.

Το ό,τι συνέβη στα Τέμπη, ανέδειξε την ανάγκη, αλλά και τη σημασία της αλληλεγγύης, τον αποφασιστικό ρόλο της κοινωνίας των πολιτών και της ενότητάς της σε περιστάσεις όπου ο κρατικός μηχανισμός αποδεικνύει την απόστασή του από την κοινότητα και τον προσανατολισμό του στις επιταγές του κερδαλέου πνεύματος κι ιδεολογίας μίας μικρής τάξης. Και σε τούτον ακριβώς τον επιτυχημένο τρόπο που αναδεικνύει το πνεύμα της αλληλεγγύης, κυρίως μεταξύ των νέων ως φορέων μίας σπερματικής αλλαγής, εν μέσω μίας τραγωδίας έγκειται και μία από τις πιο δυνατές πτυχές των συλλαλητηρίων.

Θα πρέπει να θυμηθούμε στο σημείο τούτο και την παρατήρηση του Walter Benjamin ότι η αστική τάξη δεν είναι μία τάξη. Στην ουσία είναι μία μάζα , η οποία είναι τόσο περισσότερο συμπαγής όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση στην οποία είναι εκτεθειμένη ανάμεσα στις δύο έχθρες της: το προλεταριάτο και την άρχουσα τάξη. Το σύγχρονο προλεταριάτο, μολονότι δεν είναι ομοίως διακριτό όπως παλιότερα, τόσο στη μορφή, όσο και στα ήθη, διευρύνει όλο -χάρις και στην κοινωνικο-οικονομική ρευστότητα- και περισσότερο τα όριά του. Μπορεί σήμερα ο προλετάριος να μην έχει τη βρώμικη φόρμα του εργοστασίου ή τη ρόμπα της εργάτριας, αλλά το κοστούμι του ZARA, είναι όμως όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας που κάποτε θεωρούνταν ευυπόληπτα (π.χ. εκπαιδευτικοί, δημόσιοι υπάλληλοι, νοσοκομειακοί γιατροί, νέοι επιστήμονες) που προλεταριοποιούνται διαρκώς. Και την ίδια στιγμή η διαφορά με την άρχουσα κι ισχυρή τάξη γίνεται όλο και πιο χασματική, όχι τόσο στην απόκτηση καταναλωτικών αγαθών όπως πρίν, αλλά κυρίως γιατί απολαμβάνουν ποιότητα σε υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, μεταφορές) που γίνονται απαγορευτικές για την πλειονότητα των απλών πολιτών. Σε τούτη τη μάζα είναι ουσιαστικά καθοριστική η στιγμή της αντίδρασης και το πώς τούτη η αντίδραση θα στοιχειωθεί. Προς τούτο, η κυβέρνηση, η εξουσία γενικά, τρέμει την κατεύθυνση που μπορεί να πάρει η διαμαρτυρία όταν από «αυθόρμητη» και «ειλικρινής» προσλάβει σαφή κοινωνικά, κατόπιν οικονομικά και αναπόφευκτα πολιτικά χαρακτηριστικά, όταν εξιδανικευθεί σε πολιτικό πρόγραμμα και στόχο η συγκεκριμένη αφαίρεση του εγκλήματος των Τεμπών κι από τα στενά πλαίσια της διαμαρτυρίας για το γεγονός περάσει στην αμφισβήτηση της ένοχης, για τούτο και για τ’ άλλα ανοσιουργήματα κάθε βαθμού, εξουσίας.

Στα Τέμπη ξανά αναδείχτηκαν ορισμένες από τις απωθημένες μετά την κρίση δυσλειτουργίες του κράτους. Όπως σε κάθε κρίση τα ερείσματα της κοινωνικής και της καθημερινής ζωής του κράτους αποχωματώνονται (δεν μπαζώνονται) και μένει ακάλυπτη και αβέβαιη η οποία μελλοντική υπόσταση.

Υπάρχει όμως πάντοτε σε τέτοιες κινηματικές εξάρσεις ο κίνδυνος της μετατροπής της communitas σε «ρουτίνα» (κατά την έννοια του Βεμπεριανού «χαρίσματος»), που οδηγούν στο ξεφούσκωμα των όποιων προσπαθειών τους. Όχι τόσο από την αποτυχία του αντιπάλου, γιατί η συγκάλυψη και η συκοφαντία δεν καρποφόρησαν. Αλλά πιότερο από την αποκαρδίωση για την απραξία κι αδυναμία των κινηματικών τούτων μορφών να δράσουν και να εκπληρώσουν τις προσδοκίες όσων ευελπιστούσαν πως όλη τούτη η προσπάθεια δε θα μείνει στην απλή ρητορεία, μα θα παραδώσει τη δάδα των κινητοποιήσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Οι συγγενείς δεν πρέπει να μείνουν μόνοι τους να επαναλαμβάνουν τα ανατριχιαστικά ερωτήματα και να παλεύουν με την αναξιόπιστη δικαιοσύνη, να αφήσουμε την παραίτηση για την ακαρπία τούτη να μας καταβάλλει, να συσκοτίσει την καθολικότητα της σημασίας του γεγονότος.

Τα Τέμπη είναι πάντα η έκρηξη των υποβόσκουσων και υπόκωφων στη γενικότερη συλλογικότητα των μικροεστιών που κατακαίουν πολλά πεδία της κοινωνίας και δεν αποκτούν πλατιά ορατότητα και δεν συνεγείρουν το κοινωνικό συναίσθημα ή την οργή των πολιτών, που βλέπουν στα Τέμπη μία αντανάκλαση των καθημερινών, αχνών σαν προβαλλόμενη εικόνα, μα στραγγαλιστικών σαν ένταση, προβλημάτων τους. Ποιά έκφραση θα βρεί τούτη η αγανάκτηση αποτελεί το κρίσιμο σημείο για το στημόνι των πολιτικών ζυμώσεων και τι μορφή θα δώσουν στη ριζοσπαστικοποίηση που καταγράφεται στην κοινή γνώμη.

Τα πολιτικά κόμματα καθίστανται προοδευτικά ή αντιδραστικά εφ’ όσον ενεργούν υπέρ ή ενάντια στη «γενική ιστορική κατεύθυνση», εάν κατανοούν και πώς την ιστορία του καιρού τους κι έχουν συνείδηση των ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών πεπρωμένων. Εάν ο βαθμός προβλεπτικότητάς τους εξαρτάται από την ικανότητά τους να κατανοούν και τον βαθμό της γνώσης τους για τις καταστάσεις και τις αξίες της κοινωνίας και της εποχής. Τούτη τη στιγμή, συσπειρωμένη γύρω από τον αγώνα για τα Τέμπη μια ολάκερη κοινωνία προσδοκά ότι θα ξεπηδήσει κάτι που θα της δώσει ελπίδα ότι «το Ρωμέικο θ’ αλλάξει» μέσα από τη συλλογική σύμπραξη κι όχι από κάποιον αυτόφωτο ‘Μεσσία’.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Ορατός ο κίνδυνος επαναφοράς του εμφυλίου στον Λίβανο λέει βουλευτής της Χεζμπολάχ

Είμαι ένοχος, είπε ο Τζον Μπόλτον στους δικαστές

Αναβλήθηκε η «Παρέλαση Περηφάνειας» από την αστυνομία στο Παρίσι

Αναφορές για διαδηλώσεις κατά της Χαμάς στη Γάζα

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα