Βασικά, τα έλεγα και πιο πριν, και σε κάποιες κάπως ειδικές συνθήκες αυτά τα πράγματα είχαν το κόστος τους. Οπότε το λέω έτσι για την αλητεία και για το ωραίον του τίτλου: τα παρακάτω τα λέω επειδή με παίρνει. Θεωρώ ότι έχουμε μια σε παγκόσμια κλίμακα αλλαγή της πολιτικής. Ότι τα πολύ διευρυμένα δίκτυα που έχουν χρηματοδοτηθεί και κατασκευαστεί για να ελέγξουν τον δημόσιο λόγο και την ιδεολογική παραγωγή, άρχισαν να ξηλώνονται. Δίκτυα ελέγχου στα ΜΜΕ, στα σόσιαλ, στην τέχνη, στο σινεμά, στην ακαδημία. Δεν έχω καμιά αυταπάτη ότι αυτό γίνεται μετά από κάποια λαϊκή νίκη, αλλά δεν απέχει και πολύ: η ήττα της ιμπεριαλιστικής μητρόπολης στην Ουκρανία την αναγκάζει σε αλλαγή πολιτικής, και έτσι τα παλιά μαντρόσκυλα πάνε στα αζήτητα και ανοίγει μια ρωγμή ώστε εγώ -και πολλοί άλλοι- μπορώ να λέω αυτά που πιστεύω.
Σκέφτομαι όλο και πιο συχνά, τη βρίσκω ρέλεβαντ, εκείνη την εικόνα από το «they live» του Κάρπεντερ με τον αφελώς, χωριάτικα γοητευτικό και αρρενωπό ήρωα που βλέπει εκείνα τα μη ανθρώπινα πλάσματα μέσα από τα γυαλιά. Τα γυαλιά τον έκαναν τον μόνο που βλέπει σε έναν κόσμο γεμάτο με μηνύματα υποταγής και κατανάλωσης. Διάβασα στο wikipedia ότι είναι μια ταινία που επέδρασε στην κουλτούρα της συνωμοσιολογίας, ότι αρέσει στους συνωμοσιολόγους. Πληθαίνουν οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται; Βασικά, όχι· απλά είναι πολλοί οι άνθρωποι που πιστεύουν τα φαινόμενα, ότι τα πράγματα είναι ακριβώς όπως φαίνονται. Αντίθετα, η αυθεντία του κυρίαρχου λόγου αγκομαχά για να φτιάξει ένα συνεπές αφήγημα. Πχ, «ο αιμοδιψής δικτάτορας Πούτιν» είναι ένα εμφανώς καταγέλαστο αφήγημα για όποιον μπορεί να δώσει δυο στροφές στο κεφάλι του. Ας πούμε, και για εμένα το μόνο αναλυτικό εργαλείο που έχω είναι ένα μάτι πάνω στα φαινόμενα. Αυτά τα γνωστά, αυτά που όλοι γνωρίζουμε και λέμε στις παρέες μας, αυτά που φαίνονται, δεν τα βρίσκω συχνά να είναι μέινστριμ στον δημόσιο λόγο.
Με κάνει μερικές φορές να νιώθω ότι οι δικές μου θεάσεις είναι μειοψηφικές, αλλά νομίζω ότι, απλά, ο δημόσιος λόγος δεν ταυτίζεται με αυτό που είναι η κοινή πεποίθηση. Είναι ο δημόσιος λόγος που κυριαρχείται μεγεθυμένα από μια μειοψηφική οπτική: σε αντίθεση με τις κοινές πεποιθήσεις στις οποίες βαραίνει και ο λόγος αυτών που δεν έχουν φωνή, ο δημόσιος λόγος είναι σε τεράστιο βαθμό ο λόγος της εξουσίας. Θα βγει σε κάποια φάση και η λίστα με τους σιτιζόμενους από το USAID μηχανισμούς και ελπίζω ότι θα γίνουμε κάπως πιο σοφοί. Η επίδραση του ιμπεριαλισμού είναι σίγουρα ένας παράγοντας που παραμορφώνει ισχυρά τον δημόσιο λόγο.
Ο δημόσιος λόγος δίνει τον τόνο όσο παραμένει αυτονόητος και μονοπωλιακός. Όποιος έχει στοιχειώδη κοινωνική εμπειρία μπορούσε εύκολα να καταλάβει ότι Ρωσία τζιζ, και αντίστοιχα να προσαρμόσει τον λόγο του σε αυτό, αν είναι του χαρακτήρα του. Καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε με τη Ρωσία. Γνωρίζει όμως ταυτόχρονα ότι η «επιθετικότητα της Ρωσίας» είναι ένα ψέμα, μια κατασκευή γραφειοκρατών του ΝΑΤΟ: η Ρωσία απλά δεν απείλησε ποτέ την Ευρώπη.
Ο δημόσιος λόγος και οι άπειρες αντηχήσεις του σαν μέσα σε μια αίθουσα με καθρέφτες, ψαρώνει. Κάνει τους ανθρώπους να σκέφτονται «μα δεν μπορεί όλοι αυτοί να κάνουν λάθος». Αντλεί την ισχύ του από το αρραγές του. Η φράση είναι από το «mixtape» της Σάτι: «σιγά μωρέ, τι είπα». Μας είναι οικείο σαν στιγμή, το «σιγά μωρέ τι είπα». «Σιγά μωρέ τι είπα», είναι αυτό που θα μπορούσε να πει ο o ευρωβουλευτής Παππάς, ο Παπανώτας, η Σίσσυ Βωβού, ο καθένας που με τα λόγια του βρέθηκε αντιμέτωπος με τα στίφη των προσβεβλημένων. «Σιγά μωρέ τι είπε», όποιος πει ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Ένα μαζικό «don’t look up», το δημόσιο μπούλινγκ σε όποιον διατυπώσει την άποψη που δεν ταυτίζεται με τον λόγο της κυριαρχίας.
Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως, «σκεφτόμαστε λάθος» στο θέμα της Ρωσίας, όπως σκεφτόμαστε λάθος στο θέμα της υγειονομικής κρίσης: πιστεύουν ότι ήταν μια τεράστια ευκαιρία αποστέρησης ελευθεριών. Η κοινωνία σκέφτεται λάθος στο θέμα των ταυτοτήτων: ψυλλιάζεται ότι υπάρχει μια τεράστια νεοφιλελεύθερη περιφρόνηση στη φύση και στις κοινωνικές πρακτικές τις διαμορφωμένες με άναρχο τρόπο και όχι από ακαδημαϊκά πέιπερς. Το «@» σαν κατάληξη λέξης είναι γελοίο. Η κοινωνία σκέφτεται λάθος στο θέμα της κλιματικής αλλαγής: κανείς δεν γουστάρει το χάρτινο καλαμάκι.
Τα παραπάνω, αν και πλειοψηφικά κοινωνικά, δεν βρίσκουν τον χώρο τους στη δημόσια σφαίρα. Όπως έλεγε ο Έκο στο «Όνομα του Ρόδου», είναι ένας λόγος αυτών που δεν ξέρουν να μιλούν, είναι ο λόγος των αόρατων. Η εξουσία -στο βιβλίο- ήθελε να κρύψει την ποιητική του Αριστοτέλη όχι επειδή έλεγε πράγματα πρωτοφανή και ανήκουστα αλλά επειδή τα έλεγε «ο Φιλόσοφος».
Αυτή η τόσο τεράστια αναντιστοιχία ανάμεσα στο μέινστριμ πολιτικό και τις κοινωνικές αντιλήψεις έχει συνέπειες. Προφανώς, μια τέτοια κοινωνία δεν μπορεί να προχωρήσει. Όσο και αν οι γραφειοκράτες και οι ελίτ ζούνε στην φούσκα τους, η πολιτική συνοχή μιας τέτοιας κοινωνίας έχει τορπιλιστεί, είναι μια κοινωνία χωρίς δημοκρατία, μια κοινωνία με τεράστια καταπίεση. Τι γίνεται άραγε με εκείνους που είναι με τη δημοκρατία, που πιστεύουν ότι η λαϊκή βούληση πρέπει να εκφράζεται;
Αν η δεξιά μπορεί να βρει μια νομιμοποιητική βάση στις «φυσικές ανισότητες» δηλαδή για να το πούμε απλά, στην κυριλέ καταγωγή όπως παλιά η αριστοκρατία, η αριστερά θεωρούσε πάντα ότι νομιμοποιητική βάση της εξουσίας μπορεί να είναι μόνο ο λαός. Στην τρέχουσα κατάσταση, όχι μόνο δεν απηχεί τις αντιλήψεις του λαού, αλλά δεν μπορεί στοιχειωδώς να επικοινωνήσει τις δικές της ιδέες. Αναπτύσσει λόγω αυτού μια στρεβλή καταφυγή σε αυθεντία, μόνο που ελλείψει θεού την βαφτίζει επιστημονική. Κατά τη γνώμη μου το πράγμα είναι σχετικά απλό: οι άνθρωποι που συγκροτούν αυτούς τους πολιτικούς φορείς βλέπουν το δικό τους μέλλον, όπως λίγο πολύ όλοι, μέσα από την ενσωμάτωση στους αστικούς θεσμούς, όχι μέσα από την ανάληψη της εξουσίας. Δίνουν περισσότερη σημασία στην καθώς πρέπει παρουσία παρά στην έκφραση της λαϊκής βούλησης. Το καλύτερο που μπορεί να κάνει η υπάρχουσα αριστερά είναι να κουρνιάζει στο πλευρό της εξουσίας. Δεν είναι τυχαία η αμφίπλευρη λοιδόρηση όλων των πολιτισμικών στοιχείων που απηχούν μια λαϊκότητα, τόσο από την φιλελεύθερη δεξιά, όσο και από την φιλελεύθερη αριστερά. Από ό,τι φαίνεται όμως, αυτά κάπου εδώ τελειώνουν.
