ΑΘΗΝΑ
08:09
|
24.06.2026
Παίζοντας με την ιδέα της ανακατασκευής και της ανακύκλωσης των πραγμάτων μέχρι τις 19/4 στην έκθεση του Δημήτρη Μεράντζα στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η έντονη εντύπωση που αποκομίζει ο θεατής από την έκθεση του Δημήτρη Μεράντζα «Η αισθητική της απελπισίας και της απόγνωσης» στην Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων είναι πως πρόκειται για μία αναπάντεχα απολαυστική αισθητικά παραγωγή, αλλά παράλληλα συγκλονιστική προβολή ενός σύμπαντος, που βάζει τον επισκέπτη ταυτόχρονα σε θέση συμμετέχοντος και κριτικού, καθώς δελεάζει μία πλειάδα από σκέψεις πάνω στη μορφολογία, τη λειτουργία και τη θεωρία της τέχνης καθαυτής.

Τα 120 έργα που απαρτίζουν την έκθεση, σε επιμέλεια του Χριστόφορου Μαρίνου, αποτελούν ουσιαστικά επαναπροτάσεις, μέσα από ένα διαφορετικό ντιζάιν και μία μαστορική ανακατασκευή τους, για τη λειτουργία αντικειμένων που είναι κατασκευασμένα από ετερόκλητα, ταπεινά ή φθαρμένα υλικά, κομμάτια και απορρίμματα. Παίζοντας με την ιδέα της ανακατασκευής και της ανακύκλωσης των πραγμάτων, για την οποία δεν μας παρακινεί μόνον η οικολογική μας ευαισθησία, αλλά πολλές φορές κι η απόγνωση, όπως υπαινίσσεται ο τίτλος, ο Μεράντζας δημιουργεί ένα νέο οικιακό και οικείο σύμπαν από υλικά και αντικείμενα, που κανένας δεν θα περίμενε ότι θα μπορούσαν να αποκτήσουν μία χρηστική λειτουργία πέρα από εκείνη που η πρώτη χρήση τους προδιαθέτει τον θεατή.

Όταν φερ’ ειπείν μία ζάντα ή ένα μπιτόνι και παλιοί σωλήνες αναπλάθονται για να μετατραπούν σε μία λάμπα, όπως το ίδιο συμβαίνει και με τα υπόλοιπα αντι-έπιπλα, που ταυτόχρονα είναι έργα τέχνης (μη χρηστικά) και λειτουργικά αντικείμενα, είναι προφανές πως ο θεατής βρίσκεται μέσα σε ένα διττό σύμπαν, σε μία έκπληξη, που θα πρέπει, όπως στον πλατωνικό Θεαίτητο να τελεί σε ένα ασταμάτητο «θαυμάζειν» πέρα από το προφανές.

Ο Μεράντζας με τα έργα του επισκοπεί με τρόπο υπαινικτικό και με αρκετή δόση ειρωνείας τη σχέση ανάμεσα στο objectum και του abjectum -το αποδεκτό «αντικείμενο» και το αδιάφορο «απόρριμμα». Ιδίως όταν, μέσα από τη μαστορική του παρέμβαση, αυτά τα δύο αλλάζουν θέση και το απόρριμμα, μετασχηματιζόμενο σε έργο τέχνης γίνεται πιο σημαντικό από το φυσικό αντικείμενο καθαυτό.

Στη Μεταφυσική του ο Αριστοτέλης ορίζει το αντικείμενο ως εκείνο για το οποίο μπορούμε να πούμε τα πάντα, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να πούμε τίποτε, καθώς για την ουσία του θα πρέπει να αναφερθούμε και να καθορίσουμε επακριβώς τις ιδιότητες και τους επικαθορισμούς του. Όταν ένα αντικείμενο γίνεται περιττό, σάμπως με μαγικό τρόπο χάνονται (δεν αγνοούνται απλώς) οι προηγούμενες ιδιότητές του, γίνεται απεχθές κι αόρατο.

Για το πράγμα (Dinge) ο Καντ μας θυμίζει πως δεν αρκεί μόνον η εξωτερική εμπειρία, αλλά και η φαντασία, η εσωτερική εμπειρία. Η ζωή δεν βασίζεται μόνο σε εκείνο που την περιβάλλει, αλλά και σε εκείνο που θα λέγαμε αποτελεί μία πολύ μεγαλύτερη κατηγορία από αντικείμενα, τα οποία δεν είναι απόλυτα εμπειρικά, είναι εκείνα που αποκαλύπτουν την κρυφή οντολογία των πραγμάτων, όπως θα έλεγε και ο John Searle τα «κοινωνικά αντικείμενα», που έχουν μία ιδιαίτερη πραγματικότητα. Σε αυτήν την «κοινωνική οντολογία», βρισκόμαστε μπροστά σε τούτα τα «ορφανά αντικείμενα» (όπως θα έλεγε ο Remo Bodei στο La vita delle cose) που έχουν εγκαταλείψει οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες τους και καλούμαστε να τα «υιοθετήσουμε» να τους ξαναδώσουμε μία νέα ζωή, χωρίς ωστόσο να χάνουν την προηγούμενη ζήση τους -σχεδόν σάμπως να μετακενώνουμε την «ψυχή» τους σε ένα νέο σώμα.

Τίποτε δεν πάει χαμένο

Στη σημερινή καταναλωτική εποχή, μας υπενθυμίζει ο Μεράντζας, έχουμε ως άνθρωποι αρχίσει να επιβιώνουμε περισσότερο από τα αντικείμενα που μας περιβάλλουν: αυτά αρχίζουν να έχουν ημερομηνία λήξης πολύ πριν τη φυσική φθορά τους. «Πεθαίνουν» περισσότερο επειδή είναι παρωχημένα ως αξίες, ανταλλακτικές ή συμβολικές και status των πραγμάτων, παρά γιατί φθείρονται ή έχουν χάσει τη χρηστική ικανότητά τους. Λειτουργούν, αλλά είναι ξεπερασμένα, από άλλα πιο «προηγμένα» στις τεχνικές δυνατότητες ή πιο ωραία στο ντιζάιν ή τη συμβολική αξία τους.

Σε μία εξόχως καταναλωτική κοινωνία βέβαια, τίποτε δεν πάει χαμένο: παλιά αντικείμενα ανακυκλώνονται και αποκτούνε μία νέα χρηστική λειτουργία. Όμως στον Μεράντζα η ανακύκλωση τούτη δεν είναι μόνο λειτουργική, δεν αποτελεί μία απλή ανακύκλωση κάποιου πράγματος που μόλις έχει αδειάσει από το χρηστικό περιεχόμενο και τη μορφολογική του ακεραιότητα. Στο θεατρικό σχεδόν σύμπαν της ανακύκλωσης, που ουσιαστικά λειτουργεί ως κατηγοριακή μετάταξη των αντικειμένων, αυτά δεν αποτελούν μία εμπορική μονάδα. Είναι περισσότερο και πριν, τη στιγμή της πρόθεσης του δημιουργού, αλλά κι όταν μετασχηματισθούν ένα potlach των προηγούμενων χρηστικών πραγμάτων, γιατί ακριβώς δεν αντικαθιστούν μόνο τα πρώτα, αλλά κυρίως επανασυνδέουν τη διακοπείσα σχέση του ανθρώπου με τα αντικείμενα, μέσα από την τελετουργία της μαστορικής τους επαναδιαμόρφωσης. Εν ενί λόγω διασώζουν την ψυχή του πράγματος υπό άλλη μορφή.

Αντικείμενα, που έχοντας απολέσει τη χρηστική τους λειτουργία, έχουν περιπέσει στην υποστάθμη του απορρίμματος, του άχρηστου, του ακατάλληλου, του κενού ή ακόμη και του ακρωτηριασμένου, βρίσκουν ξανά μία νέα υπόσταση και αναβιβάζονται στην περιωπή της Τέχνης, αλλάζοντας ταυτόχρονα και οντολογική κατηγορία. Ακόμη και σαν νέο «χρήσιμο», αλλά όχι πια «χρηστικό» με την καθημερινή σημασία του, αντικείμενο. Γιατί πια  δεν είναι απλά αντικείμενα, αλλά κάτι το «υψηλότερο», που τα έχει απολεπίσει από την πατίνα του συνηθισμένου: έστω κι εάν θεωρηθεί πως στη νέα τους ‘ζωή’ συνεχίζουν να χρησιμεύουν σε κάτι, όπως και στην περίπτωση του ντιζάιν αποκτούν μία «αίγλη» ολότελα διαφορετικά από το ταπεινό αντικείμενο της προηγούμενης λειτουργίας τους.

Αυτό που το αδιάκοπο σάρωθρο της καπιταλιστικής κατανάλωσης αποσύρει αδυσώπητα και αμείλικτα αντικαθιστά εκείνο που έχει απαξιωθεί από την διαβρωτική διαδικασία της καπιταλιστικής παραγωγής αξίας, με άλλον τρόπο και μετάταξη σε άλλη κατηγορία, ξανασχηματίζεται από τον καλλιτέχνη και προκαλεί την ίδια τη φύση του καταναλωτισμού και την κρατούσα αντίληψη για τη λειτουργία της τέχνης.

Ο Μεράντζας με μία αντίστροφη διαδικασία από εκείνη που περιέγραφε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για το έργο στην εποχή της τεχνικής αναπαραγωγιμότητας ξαναδίνει στα απλά τούτα αντικείμενα την «αύρα» που τους έλειπε, αναδιαπραγματεύεται την «απόλαυσή» τους (είτε ως προηγούμενο περιεχόμενο, είτε ως νέα αποστολή) και πολύ περισσότερο την «εργαλειοποίησή» τους από οποιαδήποτε οικονομικο-πολιτική προθετικότητα. Τα καθημερινά αντικείμενα έτσι γίνονται «αντι-εμπορεύματα», στέκονται στο όριο ανάμεσα στην κουλτούρα και τη φύση, την τέχνη και το εμπόρευμα, τη μεταμόρφωση του κόσμου μέσα από την αξία ή το υψηλό.

Προεκτείνουν μία μετα-οντολογία, μία μετα-αισθητική, μία μετα-ιστορία της διάρκειας, των πραγμάτων, της κοινωνικής τους αντίληψης. Με την οντολογική εξύψωσή τους αυτή, τα αντικείμενα του Μεράντζα υπερνικούν τη διαρκή banalisation των αντικειμένων, ακόμη και του ντιζάιν, που διαρκώς παράγει η κοινωνία της κατανάλωσης, που διαρκώς δημιουργεί είδωλα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και status για να τα ξεπεράσει εύκολα. Κάθε εποχή ταυτίζεται με ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και τοπίο από αντικείμενα που με την «πατίνα» τους, το άρωμά τους, τα χρώματά τους, τη σιλουέτα τους,  τη χαρακτηρίζουν.

Επενδεδυμένα με συναισθήματα, νοήματα και συμβολισμούς, τα αντικείμενα μετασχηματίζονται σε συγκεκριμένα πράγματα κι ακόμη περισσότερο σε έργα τέχνης, απαλλασσόμενα από την ιδιότητα του απλού χρηστικού αντικειμένου, του προϊόντος, της ανταλλακτικής αξίας ή του status symbol, μέσα από την αλλαγή του περιεχομένου και της μορφής του αντικειμένου, μέσου και των συναισθημάτων, νοημάτων και συμβολισμών του περιεχομένου του.

Όπως και στο αριστουργηματικό έργο του Ζωρζ Περέκ στα «Πράγματα» τα προϊόντα, τα εμπορεύματα, τα χρηστικά αντικείμενα που συνθέτουν το καθημερινό μας σύμπαν, διαμορφώνουν με τον ίδιο μας τον εαυτό μία ενότητα (ακόμη κι όταν πρόκειται για πιο φθαρτά ή αντικείμενα μιας χρήσης) που δύσκολα διασπάται, γιατί αυτά σχετίζονται με την επιλογή μας, αλλά και την συμβολική τους αξία, το status τους (πχ. προϊόντα κοσμητικής και φαγητό), που στο φαντασιακό μας ταυτίζεται και με την ιδεατή μας ταυτότητα.

Το έργο τέχνης ως αποκύημα της έμπνευσης ή της «διαίσθησης»

Τα αντικείμενα παγιδευμένα στην πραγμοποίηση του status σχεδόν κινδυνεύουν να αναισθητοποιηθούν από την αισθητική τους λειτουργία και να αποσπασθούν από αυτή, διαχωρίζοντας τη σχέση του έργου τέχνης με το αντικείμενο. Φθάνει από την πίσω πόρτα θα λέγαμε σε αυτό που ορίζεται στην Ιδεατή Θεωρία (Ideal Theory) για την Τέχνη ως δημιουργία, η καλλιτεχνική έκφραση: γίνεται αντιληπτή ως μία «ιδιωτική» υπόθεση και παραγνωρίζει τελείως το θέμα του «μέσου» ή του «υλικού». Το έργο τέχνης ως αποκύημα της έμπνευσης ή της «διαίσθησης» (intuition) του καλλιτέχνη δεν είναι prima facie δεδομένο ή αντιληπτό, αλλά αποτέλεσμα μίας διαδικασίας, που απαιτεί την στοιχειοθέτηση, την οργάνωση και τη συνένωση, που κατορθώνει να δώσει μία «δημόσια μορφή» στη διαίσθηση του καλλιτέχνη. Με αυτόν τον τρόπο ακόμη και το objet trouvé δικαιολογείται ως έργο τέχνης μόνο στο πλαίσιο της προθεσιακότητας (intentionality) του καλλιτέχνη, ο οποίος επιλέγει πώς θα ορίσει τις αισθητικές ιδιότητες του αντικειμένου, οι οποίες το καθορίζουν έκτοτε ως έργο τέχνης. Γιατί έτσι αγνοούμε ή απαλοίφουμε, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, τουλάχιστον ως υλική αναπαράσταση και νοηματοδότηση και τα προβάλλουμε σε ένα νοητικό πλαίσιο, εννοιολογικά οργανωμένο και προγραμματισμένο, ώστε να έχει τη λιγότερη δυνατή σχέση με την προηγούμενη φύση του.

Με τα αντικείμενά του ο Μεράντζας θέτει πρακτικά υπό αμφισβήτηση τις θεωρητικές προκείμενες ότι τα έργα τέχνης, ακόμη κι όταν πρόκειται για απλά φυσικά ή υλικά αντικείμενα οφείλουν να διαθέτουν και να γίνονται αντιληπτά υπό αυτόν τον χαρακτήρα μόνο όταν διαθέτουν «αισθητικές ιδιότητες».  Επαναφέρει στη συζήτηση το ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στις ιδιότητες που μοιράζονται και εκείνες που μεταβιβάζονται ανάμεσα στα φυσικά ή υλικά αντικείμενα και τα έργα τέχνης. Μας ξανατοποθετεί μέσα στο πρόβλημα της τέχνης, μετά την απελευθέρωση της από την πλαισίωση του πίνακα και του genre ή των κατηγοριών της κι αφορά την ύπαρξη των ειδικών, qualia, των καθολικών και γενικών χαρακτηριστικών, την υπαγωγή σε «τύπους» ή «δείγματα» (tokens) και τον καθορισμό των ιδιοτήτων που περνούν από τον έναν τύπο στο «δείγμα» κι εάν αυτές μπορούν να εντοπισθούν και να ταυτισθούν με όλες τις ιδιότητες του συγκεκριμένου τύπου: πχ ένα μπιτόνι που έχει κοπεί κι έχει γίνει λάμπα, μπορούμε να ισχυρισθούμε πως έχει όλες τις ιδιότητες και διατηρεί και τη μορφή και τον προηγούμενο τύπο του αντικειμένου;

Μία τέτοια ιδεατή θεωρία στη ρίζα της έχει τη διάκριση ανάμεσα στην τέχνη και την μαστορική παραγωγή ενός προϊόντος. Γιατί, πρώτον, δεν εμπεριέχει τη σκοπιμότητα της τελικής λειτουργικότητας, δεύτερον, η μαστοριά δε συνδυάζει τον σχεδιασμό (ως έμπνευση και πρωτοτυπία) και την εκτέλεση και τρίτον, αφορά ένα συγκεκριμένο υλικό που διαμορφούμενο κατά την εκτέλεση μετατρέπεται σε κάθε διαφορετικό. Όμως η σολιψιστική αντίληψη αυτή για τη διάκριση τέχνης και μαστορικής κι ο Μεράντζας μας το αποδεικνύει, διαψεύδεται από την μοντέρνα αντίληψη του καλλιτέχνη ως bricoleur.

Η  μαστορική δουλειά του Μεράντζα σε κάθε περίσταση, πέρα από το γεγονός ότι επαναφέρει τη διαδικασία της δημιουργίας στο χειρωνακτικό πεδίο της δεξιότητας, ακυρώνει την «απανθρωποίηση» της ίδιας της φύσης του καλλιτέχνη εξαιτίας του όλο και διευρυνόμενου «καταμερισμού της εργασίας», που ωθεί την μεταβίβαση της «παραγωγής» σε εξειδικευμένα εργαστήρια, περιορίζοντας την καλλιτεχνία απλά στον σχεδιασμό και την έμπνευση κι όχι στην εκτέλεση αυτή καθαυτή.

Καθώς στον homo faber δεν αντιπαρατίθεται  πλέον ο homo ludens, μίας και η κοινωνική διάσταση της εργασίας, μαζύ με αυτό κι  η καλλιτεχνική δημιουργία, όλο κι επεκτείνεται στη διάρκεια της ανθρώπινης δραστηριότητας και του ελεύθερου χρόνου, αντίστοιχα και οι διακρίσεις ανάμεσα σε «υψηλές», «ταπεινές» και «διακοσμητικές» τέχνες έχουν χάσει την παραδοσιακή τους περατότητα.

Η αισθητική όμως των νέων πραγμάτων, που ξαναπέρνουν ζωή, που ξαναποκτούν νόημα και λειτουργία γιατί θα πρέπει να σχετίζεται με την απελπισία και την απόγνωση, όπως υπογραμμίζει ο τίτλος;  Στο «Πένθος και μελαγχολία» ο  Φρόιντ περιγράφει πόσο μας είναι δύσκολο κι υποφέρουμε, θρηνούμε, όταν θραύεται ο δεσμός που αναπτύσσουμε με τα πράγματα, στα οποία επενδύουμε τα λιμπιντινικά μας ψυχόρμητα. Δυσκολευόμαστε να απαλλαγούμε απ’ αυτά και συχνά πασχίζουμε να κατευνάσουμε το ‘πένθος’ αυτό και τη μελαγχολία, αντικαθιστώντας τα με άλλα αντικείμενα, ακόμη και μικρότερης αξίας (συμβολικής ή καταναλωτικής) από τα προηγούμενα, σε μία ηρωϊκή διαμαρτυρία για την παροδικότητα και το μη αναστρέψιμο του χρόνου (και της χρήσης των πραγμάτων).

Τούτη την αγωνία και το άγχος της ακαταμάχητης βούλησης για κατοχή και κατανάλωση όρισε ο Μαρξ με την «ψευδή συνείδηση» και την «αλλοτρίωση», επεκτείνοντας με υλικούς όρους την “δυστυχισμένη συνείδηση” και την αντίστοιχη έννοια που έδινε στην αλλοτρίωση και ο Χέγκελ. Πολύ πιο εύγλωττα όμως την ερμήνευσαν οι Φρόιντ και κυρίως ο Σοπενάουερ στη «Μεταφυσική του Ωραίου». Εκεί όπου περιγράφει το ερώτημα πώς είναι δυνατόν να αντλούμε απόλαυση από ένα αντικείμενο χωρίς αυτό να έχει σχέση με τη βούλησή μας γι’ αυτό. Ο Μεράντζας μάς τονίζει ότι η αισθητική απόλαυση των ανακυκλωμένων αντικειμένων του είναι η αρνητική φύση της ικανοποίησης, που αρνείται τη, θετική, εγκυρότητα της απόρριψής τους από τη βούληση.

– – – – – – –

«Η αισθητική της απελπισίας και της απόγνωσης: Οικιακά χρηστικά αντικείμενα και προϊόντα διανοητικής ευελιξίας»
Επιμέλεια της έκθεσης: Χριστόφορος Μαρίνος
Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων (Κτίριο Β): Λεωνίδου & Μυλλέρου, Πλ. Αυδή, Μεταξουργείο
Πληροφορίες: 210 5202420| www.opanda.gr

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Πανελλαδική απεργία στους κλάδους Επισιτισμού-Τουρισμού, Τροφίμων-Ποτών

Φωτιά στο Αιγάλεω: Αναζωπύρωση και νέα κινητοποίηση-Κλειστή ξανά η Ορφέως

Κινητοποίηση σήμερα 24 Ιουνίου για την τραγική υποστελέχωση στην Ψυχική Υγεία

Στη Βουλή το ν/σ για την ισότητα αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα