ΑΘΗΝΑ
20:30
|
24.06.2026
Ένα καλοαναθρεμμένο παιδί τρώει το φαγητό του ακόμα και αν του προκαλεί αηδία και όταν του προσφέρουν κάτι δεν πρέπει να πει αμέσως «ναι».
Ferrari 308ts στο παζάρι του Ελαιώνα. Φωτ.: Γιώργος Σερβετάς
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Αγαπώ ιδιαίτερα τον Έκο. Το έχω γράψει και άλλη φορά, υπάρχει μια πολύ σαφής συνέχεια και πορεία στο έργο του. Ήταν ένας μεγα-διανοούμενος που επέλεξε -και είχε την ικανότητα- να αγαπηθεί από πλατιά κοινωνικά στρώματα. Εξάλλου, αν δεν κάνω λάθος, με το «Κήνσορες και θεράποντες» ήταν από τους πρώτους που αντιμετώπισε την μαζική κουλτούρα ως αντικείμενο στο οποίο εφαρμόζονται τα ίδια αναλυτικά εργαλεία με αυτά της «μεγάλης τέχνης». Αρκετά νεότερος από τους Φρανκφουρτιανούς πρόλαβε να ζήσει ως νέος τη δεκαετία του ’60 χωρίς το βάρος του να πρέπει να δικαιώσει χρόνια ακαδημίας. Ήταν επίσης λίγο νεότερος από τους Γάλλους και πρόλαβε να δει και την χρεοκοπία των 60s.

Με τον Έκο έχω πάθει αυτό που έπαθα με τον Κουροσάβα, τον Μακάρθι, μάλλον με πολλούς. Το πρώτο έργο του με το οποίο ήρθα σε επαφή επισκίασε ό,τι άλλο δικό του είδα μετά, πράγμα που δεν λέει πολλά για τα έργα αλλά για τη δική μας φύση, τον εθισμό στο ξεπέρασμα κάποιας απόλαυσης ή γνώσης. Το «Εκκρεμές του Φουκώ» παρέμενε για χρόνια στο ράφι μου χωρίς να με τραβήξει ιδιαίτερα, και η αλήθεια είναι ότι δεν έχει τον όγκο, την απίστευτη πληρότητα και τα πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης που θα βρει κανείς στο «Όνομα του Ρόδου». Ωστόσο, ένα καλό βιβλίο ανάμεσα στην ούτως ή άλλως τετριμμένη γνώση από την οποία αποτελείται το σύμπαν μας και κάθε βιβλίο, έχει στιγμές που χαράσσονται σαν αναμνήσεις, που μας προσφέρουν τα λόγια που βάζουν σε τάξη και δίνουν νόημα στις δικές μας σκέψεις.

Σε μια τέτοια μικροαφήγηση θα μείνω στο «Εκκρεμές του Φουκώ», σε εκείνες τις 3 σελίδες, 83-85 στην ελληνική έκδοση, μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση όπου ένας από τους χαρακτήρες μας μεταφέρει μια παιδική του ανάμνηση. Ονειρεύτηκε ως παιδί μια σάλπιγγα, σε ένα από τα όνειρα εκείνα που αφήνουν μια βαθιά εντύπωση, τέτοια που το παιδί έκλαιγε όλη την ημέρα ποθώντας την. Η καλή του τύχη το έφερε έτσι ώστε εκείνη την ημέρα να επισκεφθούν την οικογένειά του ο νονός και η νονά του, και αφού το έμαθαν του υποσχέθηκαν την επόμενη να πάνε σε ένα από εκείνα τα μεγάλα καταστήματα παιχνιδιών που κάποτε υπήρχαν στο κέντρο κάθε μεγάλης πόλης. Την επόμενη πήγαν, και ενώ το παιδί έκανε λίγη ώρα, χαμένο σε μια επιλογή ανάμεσα σε τρία φανταστικά και γυαλιστερά παιχνίδια πνευστά, ο νονός του του πρότεινε, ίσως για να τον ενθαρρύνει, ένα κλαρινέτο. Όπως μας αφηγείται ο ήρωας του οποίου το όνομα δεν θυμάμαι, ανήκε σε μια γενιά όπου ένα καλοαναθρεμμένο παιδί έπρεπε να τρώει το φαγητό του ακόμα και αν του προκαλούσε αηδία και όταν του προσέφεραν κάτι δεν έπρεπε να πει αμέσως ναι, έπρεπε ο δωρητής να επιμείνει, και μόνο αφού εκείνος έλεγε «σε παρακαλώ» μπορούσε το παιδί να δεχτεί το δώρο. Το παιδί δεν είπε ότι θέλει την σάλπιγγα, απέκτησε ένα κλαρινέτο που δεν το έπαιξε ποτέ.

Δεν είχα σκοπό να γράψω για το εκκρεμές του Φουκώ αυτή την εβδομάδα, και αν πριν μια εβδομάδα το επέλεγα ίσως δεν θα ήταν αυτή η παράπλευρη αφήγηση που θα έμενα από όλο το βιβλίο. Τα βιβλία όμως, όπως μας λέει πάλι ο Έκο, συνομιλούν, και τα παρακάτω λόγια του Ντελέζ, κάπου στο «Έρημο Νησί» έφεραν στην επιφάνεια την αφήγηση του πιτσιρικά του Έκο:

Ανακαλύπτουμε παντού την παλιά πονηριά: μεγάλη ιδεολογική πάλη μέσα στη γενική συνέλευση, με τα οργανωτικά ερωτήματα να επιφυλλάσσονται για τις ειδικευμένες επιτροπές. Αυτά παρουσιάζονταν ως δευτερεύοντα και προσδιορισμένα από τις πολιτικές επιλογές. Ενώ, αντίθετα, τα πραγματικά προβλήματα είναι τα προβλήματα οργάνωσης, που έμειναν ακαθόριστα και όχι εκλογικευμένα, αλλά είχαν προβληθεί στη συνέχεια με όρους ιδεολογικούς.

Το ξαναβρήκα αυτό το σχήμα αμέσως μετά στον Γκρέμπερ, στο πολύ γνωστό άρθρο του για το φιλότιμο ως κατάρα της εργατικής τάξης, αλλά και στο κομμάτι του για τα bullshit jobs.

Χρειάζεται να το τεντώσει πολύ κανείς για να βρει μια σύνδεση, μάλλον δεν υπάρχει καμία εκτός από αυτήν: ο άνθρωπος της αφήγησης του Έκο είναι μάλλον όλοι οι άνθρωποι που πάσχουν από εκείνη την ταξική κατάρα του φιλότιμου. Για κάποιον λόγο που μάλλον άπτεται της ψυχολογίας, άνθρωποι που είναι εύκολα στα κάγκελα για κάποια ιδεολογική διαμάχη φαίνεται να είναι τελείως ανεπαρκείς να διεκδικήσουν όταν πρόκειται για τις άχαρες αλλά απτές λεπτομέρειες. Είναι προφανώς γνωστό σε όποιον θέλει εξουσία, εξάλλου όλη η κοινωνική μας παιδεία, όπως του πιτσιρικά της ιστορίας του Έκο είναι διαμορφωμένη μέσα σε εκμεταλλευτικά πλαίσια, δεν θα μπορούσε να μας εκπαιδεύει σε κάτι άλλο. Η παραχώρηση της πραγματικής εξουσίας χωνεύεται πιο εύκολα με μια νίκη σε συμβολικό επίπεδο. Οι παραχωρήσεις σε ιδεολογικό επίπεδο ανταλλάσσονται με τα κλειδιά των μηχανισμών. Και φυσικά η εξουσία δεν τραβάει ζόρι να κάνει την όποια ιδεολογική παραχώρηση αρκεί να κρατήσει τα κλειδιά. Ένας εθνικιστής θα έχει όση σημαία και Μακεδονία τραβάει η ψυχή του αλλά όχι λεφτά, ένας αριστερός θα έχει όσο Σάντερς και ατομικά δικαιώματα θέλει, αλλά όχι αναδιανομή του πλούτου.

Αυτά για τον Έκο και τον Ντελέζ.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Η Κιμίκο Γιοσίντα στην Ύδρα ως τις 26/7- Δεν θα την ξεχάσεις

Περιμένουν τα αποτελέσματα νεκροψίας-νεκροτομής για την αιτία θανάτου της 36χρονης λεχώνας-γιατρού

Στον κλοιό καύσωνα από τις 26/6 και η Δανία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα