ΑΘΗΝΑ
03:35
|
06.07.2026
Είναι η Αριστερά που δεν κατανοεί γιατί χάνει ψήφους, γιατί απλούστατα δεν διαθέτει πια πιστεύω και αξίες.
Εικονογράφηση από τον ιταλικό ιστότοπο www.kulturjam.it
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η πρόσφατη «σκιαμαχία» (επιτρέψτε μου τον χαρακτηρισμό) που ξεσήκωσε η σοσιαλκεντρώα αριστερά στην Ιταλία με επίκεντρο την αμφισβήτηση από τη νεοφασίστρια πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι του οράματος της «Ευρώπης του Βεντοτένε», αντικατοπτρίζει τη βαθιά σύγχυση, όχι απλώς ιδεολογική, αλλά και πολιτικής πρακτικής αυτής της οντότητας που εξακολουθεί να τιτλοφορείται… Αριστερά. Όχι μόνον στην Ιταλία, μα και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Η Μελόνι, θέλοντας για άλλη μία φορά να αποδείξει απέναντι στην Ε.Ε. τη συμπόρευσή της με τον ομοϊδεάτη της και προστάτη της Ντόναλντ Τραμπ, στον ρόλο που η ακροδεξιά θα κληθεί να παίξει εντός του ευρωπαϊκού πλαισίου -όπως πρόσφατα έδειξε πώς το βλέπει η αμερικανική πλευρά  αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς- αποκήρυξε, ως σοσιαλιστικό, το κείμενο αυτό, που από πολλούς θεωρείται η καταστατική βάση για τον φιλελεύθερο σχεδιασμό  της ενωμένης Ευρώπης στο β΄μισό του 20ου αιώνα. Από την άλλη, η φιλο-Ε.Ε.  Αριστερά, υπό την επήρεια του «ενθουσιασμού» για τον επανεξοπλισμό των «27» και την υπεράσπιση της ηπείρου ως ένα νέο «ιερό» σκοπό, αναγόρευσαν το Μανιφέστο, όπως φανερώνει μία πλειάδα από αναθέματα στον Τύπο,  ως τη βίβλο του ευρωπαϊκού προοδευτικού δημοκρατισμού. 

Μία ανάγνωση που είναι λανθασμένη κι από τις δύο πλευρές: ιδιαίτερα όμως από την αριστερά, η οποία για ακόμη μία φορά αποδεικνύει πως παρασύρεται από τα φαινόμενα και τους μύχιους πόθους της για εξουσία και ασπάζεται κείμενα, πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις, οι οποίες ελάχιστη σχέση έχουν με την πραγματική μαχητική ιδιοσυγκρασία και τις κοινωνικές προτεραιότητες του χώρου. Και τούτο γιατί το κακοδιαβασμένο από την αριστερά «Μανιφέστο του Βεντοτένε» στην ουσία είναι ένας ύμνος στη νεοφιλελεύθερη φεντεραλιστική Ευρώπη, με εμπνευστή τον καιροσκόπο, μετανοημένο σοσιαλιστή Αλτιέρο Σπινέλι, που καίτοι αντιφασίστας συνέλαβε την εικόνα της νέας ενωμένης Ευρώπης υπό το πρίσμα όχι μόνον του αντι-χιτλερισμού, αλλά και, κατά κύριο, λόγο του αντι-σταλινισμού. Το κείμενο αυτό ενδέχεται και να είχε περιπέσει στη λήθη, εάν η ιταλική κι ευρωπαϊκή (ευρω)αριστερά, μέσα στην κρίση ταυτότητάς της μετά την πτώση του Τείχους, τη συστολή της για το σοβιετικό παρελθόν, δεν το ανέσυρε για να ξεπατικώσει κάποιες «φιλελεύθερες» μη κρατιστικές (βλέπε «ολοκληρωτικές» για τους επικριτές του κοινωνικού κράτους)  πινελιές που υποτίθεται πως έχει κι η προοδευτική παράταξη. Τις ιδέες του αυτές ο Σπινέλι είχε κατόπιν τη δυνατότητα να τις διαδώσει όταν διορίσθηκε αντιπρόσωπος της Ιταλίας στα πρώτα ευρωπαϊκά όργανα.

Το μόνο προοδευτικό που έχει να αντιτάξει το Μανιφέστο, που μόνο σποραδικά και αφηρημένα μιλά για ένα κοινωνικό κράτος -και πάντοτε στα πλαίσια του πρώιμου αυτού «ατλαντισμού»- είναι πως έχει γραφτεί από δύο αντιφασίστες: τον Σπινέλι και τον Ερνέστο Ρόσι, διαπρύσιο μαθητή του Λουΐτζι Εϊνάουντι, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με τον Σοσιαλισμό. Απεναντίας, στα γραπτά του στην «Corriere della Sera» στο διάστημα 1917-1919 με το ψευδώνυμο Junius απηχούσε όλες τις νεοφιλελεύθερες απόψεις της εποχής του κι οι οποίες διαχύθηκαν μέσα στο κείμενο του Μανιφέστου.

Το «Μανιφέστο του Βεντοτένε» (1941) γεννήθηκε στη μέση της «Επιχείρησης Μπαρμπαρόσα», με τον ναζισμό να βρίσκεται στην πιο επιθετική του φάση και τις ΗΠΑ ακόμη εκτός πολέμου, μη θέλοντας να βοηθήσει ακόμη τον αγώνα του ρωσικού λαού. Απηχεί την ιδέα ενός ευρωπαϊκού φεντεραλισμού εχθρικού προς τον σοβιετικό κρατικό σοσιαλισμό. Το κείμενο ουσιαστικά αποκαλύπτει τον αντικομμουνισμό του Σπινέλι (όπως φανερώθηκε στη δημοσίευση των απομνημονευμάτων του), ο οποίος αντλώντας έμπνευση από ορισμένα άρθρα του Εϊνάουντι, επικρίνει όχι μόνο τον κρατικό σοσιαλισμό, αλλά και τη φύση της κρατικής κυριαρχίας. Μάλιστα κήρυττε τη δημιουργία μίας «τρίτης πολιτικής δύναμης»  πάνω από τα κράτη και τα κόμματα (κάποια από αυτά αργότερα πρωταγωνίστησαν στην αντίσταση) γιατί θα θεωρούσε πολύ «εθνικιστικά» (πατριωτικά)!

Το Μανιφέστο βρίσκεται στον αντίποδα του πολιτικού προβληματισμού που γέννησε το πραγματικά προοδευτικό ιταλικό Σύνταγμα, που ορίζει την Ιταλία ως κράτος που θεμελιώνεται στην εργασία και προωθεί το συμμετοχικό σύστημα και τις θετικές ελευθερίες, που θεωρούνταν το αληθινό χαρακτηριστικό γνώρισμα του νέου δημοκρατικού και αυθεντικά αντιφασιστικού κράτους. Τις ελευθερίες και τον δημοκρατικό χαρακτήρα που σήμερα η Μελόνι προσπαθεί να ανατρέψει.

Ο αντικομμουνισμός του Σπινέλι ήταν κι ο λόγος που ο ριζοσπάστης σοσιαλιστής ηγέτης Πιέτρο Νένι κατάλαβε πολύ καλά την παρεξήγηση που περιείχε το Μανιφέστο και ανάγκασε τον (μετέπειτα πρόεδρο της δημοκρατίας) Σάντρο Περτίνι, έναν λιγότερο διορατικό πολιτικό από αυτόν, να αποσύρει την υπογραφή του.

Επιπλέον στο κείμενο αμφισβητείται πως ο πόλεμος ήταν  αποτέλεσμα της κρίσης του καπιταλισμού και της επιστράτευσης του φασισμού/ναζισμού ως βραχίονά του. Ο πόλεμος για τους δύο συγγραφείς είναι αποτέλεσμα της «κατάχρησης» της κυριαρχίας και της βούλησης του εθνικού κράτους για δύναμη και επέκταση. Και κυρίως απέδιδε την έξαρση του εθνικισμού στην όξυνση των «κοινωνικών συγκρούσεων» (δηλ. έβαζε στο στόχαστρο τις κοινωνικές και πολιτικές διεκδικήσεις της εργατικής τάξης απέναντι στο αδηφάγο κεφάλαιο και τον φασιστικό ολοκληρωτισμό που το υπηρετούσε).

Το μέλημα, για τους Σπινέλι και Ρόσι είναι να σταματήσουν οι κοινωνικές συγκρούσεις και ανταγωνισμοί, που αυτοί για τους δύο συγγραφείς οδηγούν στην άνοδο των ανελεύθερων κι ολοκληρωτικών δυνάμεων (μέσα τους υπολογίζουν και τον σοβιετικό κομμουνισμό). Εξ ου και την κεντρική αρτηρία του Μανιφέστου αποτελεί η πρόταση για μια ομοσπονδία κρατών επιφορτισμένη με την επίβλεψη της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών και κεφαλαίων, καθώς και τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη νομισματική πολιτική, που θα εκτόνωνε τις διαφορές για την αναδιανομή του πλούτου και παράλληλα τις αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις ανάμεσα στα επιμέρους κράτη.

Στην ουσία το «Μανιφέστο του  Βεντοτένε» είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που χωρίς να θίγουν καμία κοινωνική απαίτηση, ταιριάζουν σε υπερεθνικές οντότητες, που διοικούνται από ανενδοίαστους αντιδραστικούς και παραπλανημένους φιλελεύθερους, για να εξωραΐζουν με ένα οραματικό και ηθικό φωτοστέφανο την εικόνα της ενωμένης κι ολοκληρωμένης Ευρώπης, απαλλαγμένης από τον κομμουνισμό.

Γι’ αυτόν τον λόγο, ο Ματέο Ρέντσι, επικεφαλής μίας υποτιθέμενης αριστερής κυβέρνησης είχε φιλοξενήσει στο Βεντοτένε τη σύνοδο κορυφής του 2016, μαζί με τους τον Φρανσουά Ολάντ και την Άνγκελα Μέρκελ, για να υπογραμμίσουν (με την προοπτική του Brexit να αχνοχαράζει ήδη) τον συμβολισμό του κειμένου και να αναδείξουν τον πραγματικό νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα των θεμελίων της Ε.Ε., μακριά από το κοινωνικό και ουσιαστικό δημοκρατικό όραμα.

Ο ορυμαγδός που ξεσήκωσε η Αριστερά στην Ιταλία υπέρ ενός κειμένου που ελάχιστα, πέρα από τις επιδερμικές διεθνιστικές και φιλειρηνικές (μέσω ενός φεντεραλισμού, που εξυμνεί τον κρατισμό απέναντι στις «ομάδες») είναι ενδεικτική της πεπλανημένης σύμπτωσης του χώρου με την αντίληψη της έννοιας της δημοκρατίας με την παγκοσμιοποιημένη μορφή του καπιταλισμού: ως δυνατότητα επιλογής στην κατανάλωση και την ελεύθερη επιχειρηματικότητα. Όλο και περισσότερο η δημοκρατία ταυτίζεται με τον καπιταλισμό και η λειτουργία της ίδιας της Ε.Ε. ως υπερεθνικής οντότητας που επιβάλλει την πολιτική της στα επιμέρους έθνη αποδεικνύεται πως αποτελεί ένα σύστημα «καπιταλο-κοινοβουλευτισμού» (όπως εύστοχα το χαρακτηρίζει ο Αλαίν Μπαντιού  στο ‘Greece and the Reinvention of Politics, Verso, 2017). Η προσπάθεια αυτή ενός βρυχηθμού της αριστεράς του Pd, που έφθασε να κατεβάσει κόσμο στους δρόμους στην Ιταλία υπέρ του επανεξοπλισμού του Rearm Europe, δείχνει το έλλειμμα ταυτότητας, τον απορφανισμό του προοδευτικού προγράμματός της, που αρκείται να υιοθετεί περιστασιακές κι αφηρημένες ρητορικές και χωρίς προοπτικό όραμα για έναν πραγματικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και του τρόπου παραγωγής.

Όλα τούτα τα χρόνια, οι «προοδευτικές» παρατάξεις ξέχασαν τα πραγματικά αιτήματα, που απορρέουν από τους αξιακούς κώδικες και τις κοινωνικές προτεραιότητες. Όχι μόνον δεν έδωσαν μάχη για τους μισθούς, την υγεία και την παιδεία, την κοινωνική και πολιτική ισότητα, το κράτος δικαίου και τα πραγματικά δικαιώματα του ανθρώπου (ως πολίτη κι όχι καταναλωτή), δεν πάλεψε για την ειρήνη. Απεναντίας ακολούθησε δουλικά τη δεξιά, ασπαζόμενη ακόμη και το δικό της συντακτικό και λεξιλόγιο, στις κοινωνικές απορρυθμίσεις, την αύξηση των ταξικών αντιθέσεων, την εμπέδωση των μονοπωλίων και τις άφρονες πολεμοχαρείς επελάσεις της. Συμβάλλοντας μάλιστα ενεργά με τη δεξιά και το κεφάλαια και πολλές φορές πλειοδοτώντας σε ζήλο, από φόβο μην και τα αφεντικά θεωρήσουν πως ολιγωρεί.

Η επίκληση του «Μανιφέστου του Βεντοτένε» ως προοδευτικού σχεδίου από την Αριστερά μοιάζει με την επιστράτευση του Κεϋνσιανού μοντέλου (ουσιαστικά για τη διάσωση του καπιταλισμού μέσα από την κρατική παρέμβαση) ως αριστερού εναλλακτικού μοντέλου παραγωγής.  προοδευτικοί φαίνεται να προχωρούν πάντα με απολιτικές αφαιρέσεις: «το ευρωπαϊκό όνειρο», «οι ιδρυτές», «το πνεύμα του Μανιφέστου Βεντοτένε». Αυτές οι εννοιολογικές αφαιρέσεις, που ψάλλονται σαν άλλο ωσαννά και αποψιλώνουν την κριτική μορφή της αριστεράς, γίνονται δόγματα αληθείας, εντελώς αποκομμένα από την πραγματικότητα και πολύ περισσότερο από τις αξίες και την κουλτούρα της.

Αυτές τις μυθοποιητικές αφηγήσεις μοιάζει να εγκολπώνεται κι η  ευρωπαϊκή αριστερά που μετά το 2003 (με εξαίρεση την περίοδο της δημοσιονομικής κρίσης και πάλι παρασυρμένη από τις ακτιβιστικές πρωτοβουλίες νέων πολιτικών υποκειμένων) ουδέποτε όρθωσε τη φωνή της ενάντια στις πάμπολλες μιλιταριστικές σταυροφορίες που οι δικοί της κι οι αμερικανικοί νεοαποικιακοί σχεδιασμοί εξαπέλυσαν στον κόσμο.

Η ευρωπαϊκή Αριστερά σίγησε στη Συρία, τάχθηκε με το αμερικανικό πραξικόπημα στην πλατεία Μαϊντάν το 2014, «κρύφθηκε» στη διάρκεια των κρίσεων του μεταναστευτικού και της πανδημίας, όταν ελευθερίες και δικαιώματα άρχισαν στο όνομα μίας «εθνικής ασφάλειας» όποιου είδους να καταπατώνται και κυνήγησε όσους τολμούσαν να μιλήσουν για «ειρήνη» στη διάρκεια της ουκρανικής σύγκρουσης, αναλαμβάνοντας να διεκπεραιώσουν τον proxy πόλεμο των ΗΠΑ κατά της Ρωσίας. Η ευρωπαϊκή αριστερά λυσσαλέα υπερασπίσθηκε, στο όνομα ενός διασταλτικά (και κατασταλτικά) φετιχοποιημένου «αντισημιτισμού» τις φρικαλεότητες του Ισραήλ και χειροκρότησε τον διαμελισμό και εξισλαμισμό της Συρίας.

Και σήμερα οι ίδιοι ευρω-αριστεροί πλειοδοτούν ως «ρωσοφάγοι» έναντι ακόμη και των υπερεθνικιστών, ταυτίζοντας την ελευθερία με τον πόλεμο, την ανεξαρτησία με τον επεκτατισμό, τη δημοκρατία με τον πολεμικό κεϋνσιανισμό και την καπιταλιστική κερδοφορία με κάθε τρόπο et pereat mundus. Συνεργούν στην οικονομία του πολέμου, ξοδεύοντας 800 δισεκ. ευρώ για εξοπλισμούς, που θα πλουτίσουν τις μεγάλες βιομηχανίες και τα μονοπώλια. Αφαιρώντας παράλληλα χρήματα  ως μείωση δαπανών για υγεία, παιδεία, κοινωνικά προγράμματα, βελτίωση των συνθηκών εργασίας και μισθών, από τις τάξεις  που υποτίθεται ότι η αριστερά υπερασπίζεται, τους εργαζόμενους, τους αδύναμους.

Είναι η Αριστερά που δεν κατανοεί γιατί χάνει ψήφους, γιατί απλούστατα δεν διαθέτει πια πιστεύω και αξίες. Απεναντίας σταχυολογεί επιχειρήματα και ασκεί πολιτικές ή υποστηρίζει ταξικές δυνάμεις, εξουσίες και καθεστώτα, που λίγα χρόνια πριν πολεμούσε στο όνομα της δικαιοσύνης και της κοινωνικής προόδου. Η Αριστερά που σβήνει και μαζί της οδηγεί στο σκοτάδι και τις όποιες κοινωνικές ομάδες και αγώνες πασχίζουν να κρατήσουν ζωντανή την ελπίδα για έναν ριζικό μετασχηματισμό της ζωής και του μέλλοντος των ανθρώπων αυτής της Γης.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Στους δύο οι νεκροί από την πυρκαγιά στο Δερβένι (upd)

Η Nestle σκέφτεται να κατεβάσει την τιμή του καφέ…

Πάνω από 1.900 οι νεκροί από τους σεισμούς στη Βενεζουέλα

Νάξος και Ηρακλειά σε επεισόδιο δημοφιλούς ταξιδιωτικής εκπομπής του France 5

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα