Στις 4 Απριλίου το υπουργικό συμβούλιο της τρικομματικής ακροδεξιάς-νεοφιλελεύθερης συγκυβέρνησης Μελόνι ενέκρινε νομοθετικό διάταγμα, στ’ οποίο και περιέλαβε τον βασικό κορμό του «σχεδίου νόμου για την ασφάλεια» (DDL 1660) που μια εβδομάδα νωρίτερα είχε απορριφθεί από τη Γερουσία και είχε επιστρέψει στη Βουλή, λόγω έλλειψης αναφοράς στους οικονομικούς πόρους υλοποίησής του.
Ένα αυταρχικό νομοθέτημα για την αντισυνταγματικότητα άρθρων του οποίου έχουν εκφραστεί -εδώ και ένα εξάμηνο- ενστάσεις, όχι μονάχα από συνταγματολόγους, πολιτικά κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, Σέρτζιο Ματαρέλα.
Μέσω αυτού του διατάγματος, η νεοφασίστρια Πρωθυπουργός που την ερχόμενη εβδομάδα αναμένεται να ταξιδέψει στις ΗΠΑ ώστε να διαπραγματευτεί «με τον πρόεδρο Τραμπ μια αμοιβαία συμφέρουσα δασμολογική ειρήνη», επιχειρεί την προσπέραση των πολιτικών και κοινωνικών αντιδράσεων που πυροδοτήθηκαν από την ανακοίνωσή του, αλλά και την αποφυγή της περαιτέρω κοινοβουλευτικής διαβούλευσης πριν από την επικύρωσή του.

Ένας νόμος εν μέσω του περάσματος στην πολεμική οικονομία, με τον οποίο προβλέπεται μια παρόξυνση της κρατικής καταστολής, αφού στ’ όνομα του εσωτερικού «πολέμου κατά της παραβατικότητας, της λαθρομετανάστευσης και της εγκληματικότητας», προβλέπει -μεταξύ άλλων- αυστηροποίηση των ποινών κάθειρξης για συμμετοχή σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας, απεργιακά μπλόκα, καταλήψεις στέγης, φυλακές, κέντρα κράτησης μεταναστών κ.ά.. Παράλληλα, μέσα από τον συγκεκριμένο νόμο προσφέρονται περαιτέρω εγγυήσεις και κάλυψη στις αυθαιρεσίες των αστυνομικών σωμάτων και των μυστικών υπηρεσιών.
Διόλου τυχαία αλλά ως ένα απτό δείγμα γραφής αυτού του νέου νόμου της «δημοκρατίας του ρόπαλου», οι μαζικές διαδηλώσεις σε Ρώμη και Μιλάνο ενάντια στην ψήφισή του χτυπήθηκαν με αστυνομικά χημικά, ξυλοδαρμούς και τραυματισμούς διαδηλωτών.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του πανεθνικού δικτύου οργανώσεων που κάλεσε τη διαδήλωση στις 4/4 στην ιταλική πρωτεύουσα:
Από τώρα και στο εξής, η Ιταλία είναι μια χώρα λιγότερο δημοκρατική, όπου ο πολιτικός χώρος για όποιον διαμαρτύρεται περιορίζεται σημαντικά, όπου τα δικαιώματα των πιο αδύναμων είναι ένα πρόβλημα δικαστικής και όχι κοινωνικής φύσης.
Μια περιγραφή που δεν αφορά μονάχα τη γειτονική χώρα που επί διακυβέρνησης Μελόνι -μέσα από τη μετατροπή της σε αστυνομικό κράτος- κλίνει ολοένα και πιο ακροδεξιά. Κοιτώντας προσεκτικότερα τα τεκταινόμενα στη «δημοκρατική» Ευρώπη και ευρύτερα στη «συλλογική» Δύση, γίνεται αντιληπτό ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα σκιαγραφεί τη στροφή προς την πολεμική προπαρασκευή των κρατών-μελών της Ε.Ε., η οποία όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά συνοδεύεται και από την αντίστοιχη αυταρχικοποίηση της ασκούμενης κατασταλτικής πολιτικής ενάντια στις κοινωνικές ανάγκες και τις συλλογικές αντιστάσεις που εκδηλώνονται για την υπεράσπισή τους.

Άλλωστε, όπως διδακτικά διαπίστωνε πριν από σχεδόν έναν αιώνα, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Ο φασισμός δεν είναι το αντίθετο της δημοκρατίας, αλλά η εξέλιξή της σε περιόδους κρίσης».
