Η ατιμωτική συνθηκολόγηση του Πανεπιστημίου Κολούμπια, όταν αυτό υποχώρησε στις απαιτήσεις της κυβέρνησης Τραμπ, δημιούργησε αίσθηση και στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Το φημισμένο ίδρυμα δέχθηκε όχι μόνο να αναστείλει τη φοιτητική ιδιότητα μερικών από τους συμμετέχοντες στις φιλοπαλαιστινιακές διαμαρτυρίες της προηγούμενης άνοιξης, όχι μόνο να μεταφέρει τη δικαιοδοσία επιβολής πειθαρχικών μέτρων από το συλλογικό όργανο του Πανεπιστημιακού Πειθαρχικού Συμβουλίου αποκλειστικά στον/στην Πρόεδρο, όχι μόνο να απαγορεύσει τη χρήση μάσκας αν αυτή φοριέται για να κρύψει τα χαρακτηριστικά διαδηλωτών, αλλά και να θέσει ολόκληρο το Τμήμα Μεσανατολικών, Νοτιοασιατικών και Αφρικανικών Σπουδών υπό «ακαδημαϊκή επιτροπεία». Πάει περίπατο δηλαδή η ακαδημαϊκή ελευθερία και βασικές δημοκρατικές κατακτήσεις ετών. Ο λόγος; Μήπως και ξεπαγώσουν τα 400 εκατομμύρια δολάρια ομοσπονδιακών κονδυλίων που ο Λευκός Οίκος εμποδίζει να φτάσουν στους λογαριασμούς του πανεπιστημίου.
Σε μια λιγότερο γνωστή είδηση, η κυβέρνηση Τραμπ ανακοίνωσε την αναστολή χρηματοδότησης ύψους 175 εκατομμυρίων δολαρίων στο επίσης φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβάνια. Το έκανε επειδή μια τρανς φοιτήτρια αγωνίστηκε με την κολυμβητική ομάδα των γυναικών ενώ η κυβέρνηση «επιθυμεί να προστατεύσει τα δικαιώματα των κοριτσιών και των γυναικών». Ως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει γίνει γνωστό αν έχουν προταθεί κάποιοι «όροι» υπό τους οποίους το πανεπιστήμιο θα μπορούσε να κατευνάσει την οργή του Λευκού Οίκου. Και τίποτα δε μας λέει ότι αν κληθεί να το κάνει, θα αρνηθεί να υποταχθεί. Μόλις προχθές ανακοινώθηκε ότι παγώνουν κονδύλια ύψους 790 εκατομμυρίων δολαρίων προς το πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν και ενός δισεκατομμυρίου προς το Πανεπιστήμιο Κορνέλ.
Τα πανεπιστήμια σε όλη τη χώρα βρίσκονται σε τρομερή αναταραχή. Τα μεγάλα ιδρύματα, που αποτελούν την ατμομηχανή της έρευνας και βασίζονται σε ομοσπονδιακά κονδύλια για τη διεξαγωγή της, αποτελούν αγαπημένους στόχους του Τραμπ και των υποστηρικτών του για διάφορους λόγους: ανέχονται (μερικά) τους επικριτές του κράτους του Ισραήλ, αναγνωρίζουν τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ μελών τους, διεξάγουν έρευνα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και εφαρμόζουν πολιτικές για την ενίσχυση της συμμετοχής κοινωνικών ομάδων με μειωμένη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση.
Πράγματι, η ανάγκη για ενίσχυση της ισότιμης πρόσβασης Μαύρων, Ισπανόφωνων και άλλων ιστορικά περιθωριοποιημένων ομάδων ήταν αυτό που τροφοδότησε την ίδρυση των προγραμμάτων γνωστών ως D.E.I., δηλαδή των προγραμμάτων που προάγουν την Ποικιλότητα, την Ισότητα και τη Συμπερίληψη (Diversity, Equity, Inclusion). Στόχος τους ήταν να αυξήσουν την ενεργή συμμετοχή μειονοτικών ομάδων σε όλες τις δράσεις της πανεπιστημιακής κοινότητας, σε όλα τα επίπεδα της ιεραρχίας, μειώνοντας κάθε μεροληψία και εξαλείφοντας κάθε διάκριση. Το σημαντικό είναι ότι ενώ οι στόχοι αυτοί επιδοκιμάζονται ως επιθυμητοί από τη συντριπτική πλειονότητα των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζονται αμφισβητείται εδώ και καιρό από πολύ κόσμο. Πρώτα και κύρια από τους ίδιους/ες τους/τις υποτιθέμενους ωφελούμενους/ες, καθώς διάφορες συλλογικότητες Μαύρων φοιτητών έχουν εκφράσει ισχυρές αμφιβολίες για το σχεδιασμό, τη στόχευση και την απόδοση αυτών των προγραμμάτων. Πολλοί έχουν διατυπώσει επιφυλάξεις και για την απαίτηση από τη διοίκηση των πανεπιστημίων να συμμετέχουν σχεδόν υποχρεωτικά όλοι οι ερευνητές και διδάσκοντες σε DEIδράσεις, να σχεδιάζουν καινούριες και να αξιολογούνται για αυτό, ενίοτε χωρίς η ενασχόληση αυτή να αναγνωρίζεται ως επιπλέον χρόνος εργασίας.

Το βασικό πρόβλημα συμπυκνώνεται στο γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των DEIδράσεων σχεδιάζεται από τους πάνω (Διοίκηση) και επιβάλλεται στους κάτω (μέλη ΔΕΠ, ερευνητές, προσωπικό, φοιτήτριες, φοιτητές), χωρίς να ερωτηθεί κάποιο συλλογικό όργανο των τελευταίων. Τα DEIπρογράμματα τα τρέχουν άνθρωποι με παχυλούς μισθούς και τίτλους που επινοήθηκαν επί τούτου, λαμβάνοντας μεν υπόψην ερευνητικά ευρήματα κοινωνικών επιστημόνων, αλλά με τρόπο που επιβάλλεται άνωθεν και συχνά στοχοποιεί όποιον εκφράζει κριτική για τις DEIδράσεις, χρωματίζοντάς τον ως αντιδραστικό.
Η επιβολή επιλογών από τα πάνω προς τα κάτω είναι το στάνταρ μοντέλο λειτουργίας των αμερικανικών πανεπιστημίων. Ο όρος «όργανα συνδιοίκησης» που είχαμε διεκδικήσει και κερδίσει στην Ελλάδα, ακούγεται στις ΗΠΑ σαν ανέκδοτο. Στα περισσότερα πανεπιστήμια τα μέλη ΔΕΠ δεν έχουν συνδικαλιστικό όργανο, η Συνέλευση των ΔΕΠ έχει κυρίως συμβουλευτικό/γνωμοδοτικό χαρακτήρα, οι Πρόεδροι Τμημάτων και οι Κοσμήτορες δεν εκλέγονται αλλά διορίζονται από την Πρυτανεία, και το σώμα των φοιτητών εκλέγει αντιπροσώπους αλλά ο ρόλος τους είναι πολύ αποδυναμωμένος.
Τώρα λοιπόν που η κυβέρνηση Τραμπ, θυμίζοντας το δόγμα Γεωργιάδη «η Κοινωνιολογία θα κάνει τα παιδιά μας αριστερά», έχει εξαπολύσει επίθεση σε οτιδήποτε είναι αντίθετο με την ιδεολογία της, στο στόχαστρο έχουν μπει και τα προγράμματα DEI.Το Χάρβαρντ έλαβε επιστολή με την οποία η κυβέρνηση ζητά να καταργηθεί το πρόγραμμα DEI για να μη χαθεί χρηματοδότηση ύψους 9 δισεκατομμυρίων. Πρόσφατο παράδειγμα το μεγαλύτερο DEIπρόγραμμα στη χώρα, εκείνο του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν. Το ίδιο το πανεπιστήμιο, που είχε το DEIτου κορώνα στο κεφάλι του, ανακοίνωσε δια στόματος του Προέδρου του, γνωστού για τους όχι και τόσο δημοκρατικούς του τρόπους, ότι διαλύεται το DEIκαι κλείνει το αντίστοιχο γραφείο. Δεν δόθηκαν στη δημοσιότητα συγκεκριμένες απειλές και αξιώσεις από το Λευκό Οίκο, αλλά μερικά πράγματα δε χρειάζεται να ειπωθούν για να ισχύουν.
Στο Μίσιγκαν ξεσηκώθηκε θύελλα. Τρεις χιλιάδες καθηγητές και ερευνητές (σε σύνολο περίπου πεντέμισι χιλιάδων) κατέκλυσαν την ηλεκτρονική πλατφόρμα όπου έγινε έκτακτη συνέλευση, με πολλούς από αυτούς να ζητάνε να επανέλθει το πρόγραμμα, μαζί με τους αμειβόμενους (ετησίως) με εξαψήφια νούμερα ιθύνοντές του. Κάποιοι άλλοι έμειναν μουδιασμένοι. Πώς αντιτίθεται κανείς στην αυταρχικότητα της κεντρικής κυβέρνησης χωρίς να υπερασπιστεί τα έργα μιας διοίκησης που περιφρονεί τα μέλη ΔΕΠ και όλη την πανεπιστημιακή κοινότητα;
Το ζήτημα δεν είναι απλό, και περιπλέκεται ακόμα περισσότερο καθώς στο κείμενο με τα αιτήματα για επαναφορά του προγράμματος DEI υπάρχουν και άλλα που αναφέρονται στην ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα των φοιτητών να διαδηλώνουν την υποστήριξή τους στον παλαιστινιακό λαό. Υπάρχει τρόπος να κρατήσει κανείς μια συνεπή προς τις αρχές του στάση; Είναι η Διοίκηση, αυτή η ίδια που κάλεσε την αστυνομία να διαλύσει τις κατασκηνώσεις της προηγούμενης άνοιξης και προσέλαβε ειδικό δικηγόρο για να καταδιώξει νομικά τους φοιτητές, η ηγεσία πίσω από την οποία πρέπει να στοιχηθούμε όλοι τη στιγμή που το Πανεπιστήμιο βάλλεται;

Την ίδια στιγμή, ξεκινούν γενναίες περικοπές στα ομοσπονδιακά χρήματα που συνοδεύουν την απονομή ερευνητικών κονδυλίων, τα οποία είναι απαραίτητα για να καλύπτονται πάγια λειτουργικά έξοδα των πανεπιστημίων. Το οριζόντιο ψαλίδισμα φαίνεται να πλήττει δυσανάλογα τα μικρότερα ιδρύματα, που δεν έχουν άλλους πόρους και πλούσιους δωρητές, όπως τα πιο λαμπερά, γνωστά πανεπιστήμια. Δηλαδή, έχουμε ακόμη μια ταξική κλωτσιά στη δυνατότητα κοινωνικής κινητικότητας των φτωχότερων στρωμάτων μέσω της πανεπιστημιακής μόρφωσης. Στο πολιτειακό πανεπιστήμιο του Ντιτρόιτ, η κοσμητεία της Σχολής Επιστημών και Γραμμάτων, όπου υπάγονται όλες οι θετικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, αποφάσισε την άμεση μείωση των απολαβών του διδακτικού προσωπικού μερικής απασχόλησης, με ταυτόχρονη μείωση των ωρών εργασίας. Το μέτρο αναμένεται να επηρεάσει περίπου διακόσιους εργαζόμενους, και συνεπάγεται αύξηση των φοιτητών ανά τάξη και σύμπτυξη τμημάτων.
Στο Ντιτρόιτ όμως το διδακτικό προσωπικό είναι οργανωμένο σε σωματείο, το οποίο κυκλοφόρησε ψήφισμα που καλεί την Πρύτανη να λάβει δημόσια θέση υπέρ του δημόσιου πανεπιστημίου και της αποστολής του, ειδικά σε μια πόλη όπως το Ντιτρόιτ. Ορισμένοι αντέδρασαν αρνητικά, φοβούμενοι ακόμα περισσότερα αντίποινα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, συνέστησαν να κάτσουμε στα αυγά μας και να μην αντιπαρατεθούμε με τη Διοίκηση αυτή τη στιγμή. Κάποιοι άλλοι κυκλοφόρησαν την περίφημη Έκθεση Κάλβεν, με την οποία μια επιτροπή καθηγητών του Πανεπιστημίου του Σικάγο διατυμπάνισε, εν έτει 1967 (ας προσέξουμε τη χρονολογία και ας αναλογιστούμε τι συνέβαινε εκείνη την εποχή στις ΗΠΑ), την ανάγκη για ουδετερότητα των πανεπιστημίων, στο όνομα της … ελευθερίας του λόγου.
Η βασική λογική της Έκθεσης Κάλβεν ήταν ότι μια δημόσια τοποθέτηση του ιδρύματος για ένα πολιτικό ζήτημα θα σήμαινε αυτομάτως καταπίεση όσων μελών του δεν ασπάζονται τη θέση αυτή. Σύμφωνα με το σκεπτικό της, ένα πανεπιστήμιο πρέπει να παρέχει πλήρη ελευθερία έκφρασης και σκέψης σε όλα τα μέλη του. Αν λοιπόν αναλάβει κάποια συλλογική δράση, αυτό θα σημάνει λογοκρισία της μειοψηφούσας άποψης. Επομένως, καταλήγει η Έκθεση, η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν μπορεί να καταφύγει ποτέ σε ψηφοφορία για να πάρει θέση σε δημόσια ζητήματα, αφού αυτό θα έπληττε την ελευθερία του λόγου κάποιων μελών της! Το λεπτό επιχείρημα παρουσιάζει πραγματικό φιλοσοφικό ενδιαφέρον, αλλά από πολιτική άποψη αποτελεί ελιγμό αποδοκιμασίας οποιασδήποτε δημοκρατικά ειλημμένης απόφασης. (Βέβαια, η ίδια η έκθεση περιέχει μια παράγραφο που ξεκαθαρίζει πως όταν πλήττεται η υπόσταση και η αποστολή του πανεπιστημίου τότε αυτό έχει χρέος να αντιδράσει, αλλά μάλλον αυτό περνά απαρατήρητο από τους σύγχρονους θιασώτες της.)

Δεξιά: Γκράφιτι στις πλάκες του προαύλιου χώρου της Κεντρικής Βιβλιοθήκης. Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, Ανν Άρμπορ, Μίσιγκαν, Μάιος 2024
Και εδώ ερχόμαστε στο πραγματικό επίδικο. Αν το πανεπιστήμιο (ή οποιοσδήποτε θεσμός) λάβει μια απόφαση με τρόπο δημοκρατικό, με συμμετοχή των μελών του, τότε αυτήε ίναι βεβαίως ηθικά και πολιτικά νομιμοποιημένη. Τι συμβαίνει όμως αν αυτή που εμφανίζεται ως η άποψη «του ιδρύματος» είναι στην πραγματικότητα απλώς η άποψη της Διοίκησης; Μπορεί να λογίζεται ως η θέση της πανεπιστημιακής κοινότητας; Και αν μια αυταρχική κυβέρνηση προσπαθήσει να ανατρέψει αυτή την άποψη, πρέπει τα μέλη της κοινότητας να την υπερασπιστούν ως να ήταν η θέση «του ιδρύματος»; Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις, αν εμπιστευτούμε το πολιτικό μας αισθητήριο θα δούμε ότι δε χρειάζεται να διαλέξουμε ποιος θα μας επιβάλλει τις επιλογές του, η διοίκηση ή η κυβέρνηση.
Η συζήτηση που διεξάγεται αυτή τη στιγμή στις πανεπιστημιουπόλεις των ΗΠΑ αναφορικά με τη στάση που πρέπει να κρατήσουν τα μέλη ΔΕΠ, μπορεί και πρέπει να γίνει η αφορμή για την πανεπιστημιακή κοινότητα να διεκδικήσει αυτό που έχει ξεχάσει ότι της ανήκει: να διαφεντεύει η ίδια τα του οίκου της, να αποφασίζει η ίδια για τις πολιτικές και τα προγράμματα που εφαρμόζει, πώς τα σχεδιάζει, πώς τα αποτιμά, πώς τα χρηματοδοτεί και πώς ιεραρχεί τις ανάγκες της, σε σχέση πάντα με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας. Είναι ευκαιρία να αναδειχτεί ένα πραγματικό πρόβλημα των αμερικανικών (και όχι μόνο) πανεπιστημίων: η υποταγή της πανεπιστημιακής κοινότητας, των καθηγητών και ερευνητών της, στη λογική του πανεπιστημίου-εταιρεία, όπου κάποια «στελέχη» αποφασίζουν «το καλό» του ιδρύματος και οι υπόλοιποι το δέχονται, κοιτώντας τη δουλειά τους.
Το περίφημο αυτοδιοίκητο των πανεπιστημίων δεν (πρέπει να) σημαίνει ότι μια διορισμένη Πρυτανεία αποφασίζει μόνη της, χωρίς να λογοδοτεί (παρά μόνο στους μεγάλους δωρητές). Σημαίνει ότι η πανεπιστημιακή κοινότητα αυτοδιοικείται συλλογικά. Η αυτοδιοίκηση, δηλαδή η αυτοκυβέρνηση, έχει ευθύνες, χρειάζεται χρόνο, δημοκρατική συνείδηση, σεβασμό και αποδοχή του άλλου. Χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε ότι δεν είμαστε απλές μονάδες. Και να συνειδητοποιήσουμε πως η άσκηση της δημοκρατίας καθημερινά μπορεί να είναι πιο σημαντική για την κοινωνία από την πρόσκαιρη επαγγελματική γαλήνη του καθενός μας.
