Διαβάζοντας την Εφημερίδα των Συντακτών της 29ης Μαρτίου, έπεσα πάνω στη σκακιστική στήλη του χαλκέντερου Κοσμά Κέφαλου, που μας πληροφορούσε για την έναρξη της λειτουργίας του ψηφιακού μουσείου της Παγκόσμιας Σκακιστικής Ομοσπονδίας (ΦΙΝΤΕ). Το Open Chess Museum είναι μια διαδικτυακή πλατφόρμα ανοιχτής πρόσβασης όπου φιλοξενούνται τεκμήρια από την ιστορία του σκακιού (φωτογραφίες, σημειώσεις παικτών και λοιπά ντοκουμέντα πάσης φύσης). Τα τεκμήρια, χρονολογικά οργανωμένα, προσφέρουν στον χρήστη και τη χρήστρια τη δυνατότητα μιας περιδιάβασης στους τόπους της σκακιστικής εξέλιξης ανά τους αιώνες. Έργο εν προόδω, το Μουσείο παραμένει ανοιχτό στους συλλέκτες και τα μεγάλα μουσεία να συνδράμουν στην ενίσχυσή του με την παραχώρηση δικαιωμάτων για ακόμα περισσότερα σκακιστικά εκθέματα.
Λίγες μέρες αφού διάβασα το άρθρο του Κέφαλου, κάποιο βράδυ γυρνώντας στο σπίτι μετά από μια έξοδο, και πίνοντας μια τελευταία μπίρα πριν τον ύπνο, άρχισα την περιήγησή μου στο site. Όχι αρκετά συγκεντρωμένος, πήγαινα από θέμα σε θέμα και από έτος σε έτος, χαζεύοντας απλώς φωτογραφίες. Την επομένη, ωστόσο, τσεκάροντας πού είχα μείνει συνειδητοποίησα ότι αυτές οι τυχαίες ζαριές είχαν φέρει εξάρες: στην οθόνη μου βρισκόταν μια φωτογραφία από το ματς για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα που είχε διεξαχθεί το 1929 σε μια σειρά από πόλεις σε Γερμανία και Ολλανδία. Αντίπαλοι δύο υπήκοοι της πάλαι ποτέ ρωσικής αυτοκρατορίας που η ιστορία τούς είχε φέρει να εκπροσωπούν τη Γαλλία και τη Γερμανία αντίστοιχα: ο Αλεξάντερ Αλιέχιν και ο Εφίμ Μπογκολιούμποβ.
O Αλιέχιν μάς είναι γνωστός –έχουμε εξάλλου αναφερθεί σ’ αυτόν αρκετές φορές. Το 1927 έγινε ο 4ος παγκόσμιος πρωταθλητής, επικρατώντας του Καπαμπλάνκα. Όταν φτάνει το 1929 στο Βισμπάντεν για να υπερασπιστεί τον τίτλο του, επιλέγει έναν μάλλον βολικό αντίπαλο -βρισκόμαστε ακόμα στην περίοδο όπου ο κάτοχος του τίτλου επιλέγει ο ίδιος τον (α)καταλληλότερο διεκδικητή, επικαλούμενος ωστόσο κάποια τεκμήρια αξιοσύνης. Το τεκμήριο του Μπογκολιούμποβ ήταν η επικράτησή του στο τουρνουά του Μπαντ Κίσινγκερ το 1928, όπου τερμάτισε πάνω από τον Καπαμπλάνκα και τους ισχυρότερους μετρ της εποχής.
Για να φτάσει εκεί, ο Μπογκολιούμποβ διένυσε μια μυθιστορηματική πορεία. Γεννημένος το 1889 στη Ρωσία, υπήρξε ένας από εκείνους τους σκακιστές -μαζί με τον Αλιέχιν- που βρίσκονταν στο Μάνχαϊμ το 1914, οπότε και αιχμαλωτίστηκαν. Μετά τον πόλεμο ο Μπόγκο έμεινε στη Γερμανία, όπου και έγινε πρωταθλητής. Δεν παρέλειψε ωστόσο να δοκιμάσει έναν επαναπατρισμό στη Σοβιετική Ένωση (πλέον). Εκεί κέρδισε τα πρωταθλήματα του 1924 και 1925 -καταφέρνοντας να γίνει ταυτόχρονα εθνικός πρωταθλητής σε δύο χώρες- αλλά η δυσκολία προσαρμογής στο πολιτικό κατεστημένο τον έκανε να αυτομολήσει. Επέστρεψε στη Γερμανία, γινόμενος persona non grata, για τους Σοβιετικούς, και έμεινε πιστός στην εκπροσώπηση της δεύτερης πατρίδας του ως το τέλος.

Και σ’ αυτή του την ακλόνητη σταθερότητα αρχίζουν τα προβλήματα. Ο Μπογκολιούμποβ έμεινε πιστός στη Γερμανία και καθ’ όλη τη ναζιστική περίοδο. Αν και οι ναζί τού απαγόρευσαν τη συμμετοχή στην εθνική ομάδα (καθότι ξένης καταγωγής) αυτός δεν πτοήθηκε. Όχι μόνο έγινε μέλος του ναζιστικού κόμματος, αλλά συνέχισε να παίζει σε όλα τα σημαντικά τουρνουά επί γερμανικού εδάφους, ακόμα και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Όπως και στην περίπτωση του Αλιέχιν, διχογνωμίες υπάρχουν για το αν η μη αντίδρασή του στο καθεστώς υπήρξε προϊόν ένθερμης υποστήριξης των ναζιστικών ιδεών ή απλώς κομφορμισμός. Με κάθε διάθεση ήπιας αντιμετώπισης των ανθρώπινων παθών και αδυναμιών, είναι από την άλλη δύσκολο να μην αισθανθεί κανείς κάπως άβολα όταν βλέπει πόσες φορές ο Μπογκολιούμποβ έπαιζε κυριολεκτικά πλάι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μετά τον πόλεμο δεν υπέστη διώξεις. Το πολιτικά κάπως ασαφές παρελθόν του και -μάλλον σημαντικότερο- η σοβιετική έχθρα του παρελθόντος συντέλεσαν στο να μην του αποδοθεί ο νεοσύστατος τίτλος του επίσημου διεθνούς γκραν μετρ το 1950. Μικρό το κακό ωστόσο, καθώς η ΦΙΝΤΕ τον ανακήρυξε τέτοιον μόλις έναν χρόνο αργότερα, το 1951. Για μερικούς αμαρτωλούς το καθαρτήριο δεν διαρκεί καν τόσο ώστε να αναλογιστούν τα αμαρτήματά τους, καθώς φαίνεται.
Ας επιστρέψουμε όμως στη φωτογραφία. Το σκηνικό απεικονίζει ένα σαλόνι εποχής. Δύο πολυθρόνες όπου κάθονται ο πρωταθλητής -που κοιτάζει προς τη σκακιέρα- και ο διεκδικητής -που κοιτάζει προς τη γενικότερη κατεύθυνση της κάμερας. Ανάμεσά τους ένας καναπές, με δύο εκ των διοργανωτών (ονόματα χαμένα στον ρου της ιστορίας). Το τραπεζάκι της σκακιέρας κοσμείται με πλούτο αραβουργημάτων, και όλα συνηγορούν ότι το γεγονός είναι επίσημο και μεγάλο. Βρισκόμαστε στο στούντιο του φωτογράφου Καρλ Κόνραντ Κούρτσροκ. Δεν ξέρουμε αν είναι ο ίδιος ο φωτογράφος που έχει αναπαραστήσει το σκηνικό της αναμέτρησης ή αν απλώς αρκέστηκε στο να το απαθανατίσει. Ξέρουμε ωστόσο την τραγική μοίρα που του επιφύλασσε το εγγύς μέλλον.
Πλάι σε κάθε φωτογραφία του ψηφιακού της μουσείου η ΦΙΝΤΕ προσθέτει ένα «αξιοπερίεργο γεγονός» που την αφορά. Σ’ αυτήν την περίπτωση είναι η μοίρα του Κούρτσροκ: «Ο φωτογράφος πίσω από αυτή την εικόνα αντιμετώπισε μια ταραχώδη μοίρα. Συνελήφθη από την Γκεστάπο στη Φρανκφούρτη με την κατηγορία της κατασκοπείας τον Αύγουστο του 1933 και πέθανε στη φυλακή το 1945, λίγο πριν το τέλος του πολέμου». Η φωτογραφία δεν απαθανατίζει τους δύο αντιπάλους για το σχετικά αδιάφορο στην παγκόσμια ιστορία του σκακιού αγώνα του 1929, αλλά για τη διαφορετική μοίρα αυτών που απεικονίζονται και αυτού που τους απεικονίζει. Ο εκτός κάδρου Κούρτσροκ θα εξαφανιστεί και κυριολεκτικά, την ώρα που οι διάσημοι σκακιστές θα απολαμβάνουν πλάι στον θάνατο τα προνόμια της επιδεξιότητάς τους να κινούν τους πεσσούς.
Η αντίστιξη των πεπρωμένων ανάμεσα σε συνεργάτες των Ναζί και Εβραίους διωκόμενους δίνεται με παραστατικότητα σε ένα μυθιστόρημα που αφορά τον Αλιέχιν. Πρόκειται για την Διαγώνιο Αλιέχιν του Αρτύρ Λαρί (έχει μεταφραστεί στα ελληνικά από την Κάλλια Ταβουλάρη για τις εκδόσεις Μεταίχμιο). Σε ένα από τα παράπλευρα επεισόδια της πλοκής ο Λαρί θα μας δείξει «λάιβ» συλλήψεις και εκτελέσεις Εβραίων σκακιστών, την ώρα που η επιστροφή του Αλιέχιν στην Ευρώπη τον επαναφέρει στο σκακιστικό προσκήνιο.
Μία από αυτές τις συλλήψεις, πραγματοποιημένη την ώρα που παίζει μια παρτίδα σκακιού στο σπίτι του, που το έχει διαμορφώσει σε αυτοσχέδια σκακιστική λέσχη, είναι αυτή του Νταβίντ Πρσεπιούρκα. Ο Πρσεπιούρκα είναι μια από τις πολλές περιπτώσεις ελάσσονων κεντροευρωπαίων των αρχών του αιώνα. Σκακιστής, συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων και σπουδών, παράγοντας των σκακιστικών πραγμάτων της Πολωνίας, ο Πρσεπιούρκα θα ζήσει 60 χρόνια ήρεμου βίου με το σκάκι να τον επικουρεί και να τον αναπαύει.

Για όσους ασχολούνται με το αγωνιστικό σκάκι, η αθανασία του Πρσεπιούρκα περνάει μέσα από τον βίο και την πολιτεία του Ακίβα Ρουμπινστάιν. Στη βιογραφία των Ντόναλντσον και Μίνεβ (The Life & Games of Akiva Rubinstein. Volume 1.Uncrowed King, Russel Enterprises 2006) ο Πρσεπιούρκα εμφανίζεται στη σελίδα 115, όπου παρουσιάζονται οι δύο παρτίδες που έπαιξε με τον Ρουμπινστάιν στο Λοτζ το 1907. Οι συγγραφείς μάς παραπέμπουν εκεί, αφού μας υπενθυμίσουν ότι ο γεννημένος το 1880 Πρσεπιούρκα υπήρξε μέλος της πολωνικής ομάδας που κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στην σκακιστική ολυμπιάδα του Αμβούργου το 1930 -πού αλλού;- στις σημειώσεις ιστορίας του Έντουαρντ Γουίντερ για τον άτυχο σκακιστή και συνθέτη.
Ευτραφής, με προβλήματα ακοής, ευχάριστος στους τρόπους, χιουμορίστας παλιάς κοπής, με ιδιαίτερη αγάπη στα άγαρμπα, «κρύα» όπως θα λέγαμε, αστεία, ο Πρσεπιούρκα αποτελεί περίπτωση ήσυχου ανθρώπου που έχει μια κλίση -το σκάκι- και την ασκεί στο περιθώριο της «κανονικής» του ζωής. Ό,τι ξεχωρίζει στην ιστορία της ζωής του, έναν σχεδόν αιώνα μετά, δεν είναι παρά η παράθεση των σκακιστικών του αποτελεσμάτων και η μελέτη των σκακιστικών του προβλημάτων. Ίσως γι’ αυτό δεν έφυγε; Με τους ναζί να προελαύνουν τι ήταν αυτό που έκανε τον Νταβίντ να μείνει και να περιμένει το τέλος, αναρωτιέται σωστά ένας παλιός του γνώριμος. Η πίστη ότι μπορεί να γλιτώσει ή η ματαιότητα του να ξεκινήσεις μια νέα ζωή στα 60; Δεν θα μάθουμε.
Ίσως, όπως συμβαίνει με τους «προβληματίστες», να πίστευε ότι μπορεί να υπάρχει λύση σε κάθε πρόβλημα. Φευ, τα προβλήματα της ζωής ωστόσο οδηγούν σε διαφορετικά ματ από αυτά της σκακιέρας. Ο ίδιος ο Πρσεπιούρκα συνέθεσε ορθόδοξα προβλήματα (κυρίως 3άρια και πολυκίνητα) καθώς και σπουδές (για τα προβλήματα δες ενδεικτικά εδώ, για τις σπουδές εδώ). Περνώντας τα φοιτητικά του χρόνια στο Μόναχο, ο Πρσεπιούρκα ήρθε σε επαφή με τη Γερμανική Σχολή των προβληματιστών, η οποία και καθόρισε το στυλ της σύνθεσής του. Η (παλιά) Γερμανική Σχολή προτιμά τα 3άρια (ο λευκός παίζει και κάνει ματ σε 3 κινήσεις), η δομή των οποίων θυμίζει κανονική θέση παρτίδας. Το πρόβλημα πρέπει να αναλύεται σε πλήθος θεματικών βαριαντών, με το τσούγκσβανγκ (το να υποχρεώνεις τον αντίπαλο να κάνει μια κίνηση που δεν θέλει) να προτιμάται έναντι της απειλής. Γενικά, οι κινήσεις των λευκών θα πρέπει να χαρακτηρίζονται από λεπτότητα, μακριά από χοντροκομμένα σαχ ή αιχμαλωτίσεις αντίπαλων κομματιών. Δεν ενοχλεί το πρόβλημα να είναι περίπλοκο και δύσκολο, αρκεί να μη φαίνεται εξωπραγματικό. Με βάση αυτές τις αρχές ο Πρσεπιούρκα συνέθεσε πάνω από 150 προβλήματα, 21 εκ των οποίων έχουν δημοσιευθεί σε άλμπουμ της ΦΙΝΤΕ (τον απόλυτο θεσμό διάκρισης των προβλημάτων).

Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες για τον θάνατο του Πολωνού σκακιστή. Ο Λαρί στη μυθοπλαστική του ανάπλαση επιλέγει να τον βάζει να συνεχίζει να παίζει μπλάιντ την παρτίδα που διεκόπη κατά τη σύλληψή του. Ο Πρσεπιούρκα κι ο αντίπαλός του αναγγέλλουν ο ένας στον άλλο τις κινήσεις τους, μέχρι το τέλος, που δεν είναι το ματ ή η εγκατάλειψη, αλλά ο πυροβολισμός του στρατιώτη που στέλνει και τους δύο μέσα στον ανοιχτό μαζικό τάφο που θα εξαφανίσει τα πτώματά τους, αλλά όχι και τον απόηχό τους στην Ιστορία.
