Στιγμιότυπο πρώτο: εκδήλωση κάποιας αριστερής συλλογικότητας για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κάποιος παίρνει τον λόγο και ρωτάει να μάθει πόσοι κατάγονται από αριστερές οικογένειες (το πόιντ ήταν σχετικό με την κληρονομιά του αντιναζιστικού αγώνα στη ρώσικη κοινωνία). Προφανώς, οι συντριπτικά περισσότεροι σήκωσαν το χέρι. Στιγμιότυπο δεύτερο, οι Γερμανοί δεν θέλουν σφυροδρέπανα και κόκκινες σημαίες στον εορτασμό της ημέρας της νίκης. Για αυτούς άλλωστε, είναι ημέρα συντριπτικής ήττας. Στιγμιότυπο τρίτο, η Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν κατάγεται από οικογένεια εδραιωμένη στις ευρωπαϊκές δομές εξουσίας από τον 17ο ήδη αιώνα. Τέταρτο, το 1945 ο Κόκκινος Στρατός καταστρέφει τα αρχεία του Αλμανάκ της Γκότα.
Αυτά από στιγμιότυπα. Υπάρχουν και πολλά άλλα που δεν είναι στιγμιότυπα αλλά εδραιωμένες κοινωνικές συμπεριφορές. Έχω γνωρίσει αριστερό που συντηρούσε τη μνήμη της αριστοκρατικής του (με την κυριολεκτική έννοια) καταγωγής, έχω γνωρίσει αναρχικούς και αριστερούς που τους άρεσε να υπενθυμίζουν και να χτίζουν τη μνήμη της καταγωγής τους από κάποιον επιφανή αγωνιστή του χώρου. Στην προκείμενη περίπτωση όλα τα παραπάνω βρίσκονται σε ασυμφωνία με εκείνο το νεωτερικό δόγμα κατά το οποίο οι άνθρωποι είναι άτομα, και ότι οι κοινωνίες τα τοποθετούν σε μια θέση ανάλογα με τα ατομικά επιτεύγματα. Η λέξη που χρησιμοποιούνταν στις σχετικές συζητήσεις παλιότερα για αυτά τα φαινόμενα, ήταν το «κατάλοιπα». Ήταν μια χρήσιμη υπεκφυγή από τη λέξη «αντίφαση». Χρήσιμη, επειδή η λέξη αντίφαση υποδηλώνει το λάθος μιας λογικής κατασκευής ή μιας θεωρίας, ενώ η λέξη κατάλοιπο εντάσσει το φαινόμενο σε μια εξελικτική πορεία προς την εξαφάνισή του, οπότε δεν υπάρχει ασυνέπεια, ανάγκη νέας γνώσης ή θεωρίας που να ερμηνεύει το φαινόμενο, όλα κομπλέ, προχωράμε.
Όμως, οι ασυνέπειες αυτές είναι εξαιρετικά επίμονες, αν δει κανείς τις δομές εξουσίας σε όλη την Δύση, τουλάχιστον. Η εξουσία έχει βάθος γενεών, αναπαράγεται σε σόγια και οικογένειες. Και δεν μπορεί κανείς να ξεμπερδέψει εύκολα θεωρώντας αυτές τις δομές καθυστερημένες, προορισμένες να εκλείψουν, ή έναν νεποτισμό οφειλόμενο σε κάποια ελληνική καθυστέρηση. Αν εκλείπει η οικογένεια όπως την ξέρουμε, αυτό δείχνει να αφορά κυρίως τους αδύναμους και όχι αυτούς που έχουν εξουσία. Για τους δεύτερους, η οικογένεια είναι ένας πολύ αποτελεσματικός στρατιωτικο-οικονομικός μηχανισμός με σχεδόν αδιαπραγμάτευτη πολιτική συνοχή, κάτι που γνωρίζει καλά και η Μαφία. Η Μονίκ Πενσόν-Σαρλό σε μια κοινωνιολογική της προσέγγιση των κυρίαρχων τάξεων λέει ότι κάποιος εδραιώνεται ως μέλος τους με τη δημιουργία μιας δυναστείας, ότι η εκπλήρωση κάποιου και η αποδοχή του στο κλαμπ, έρχεται με την εγγραφή στο αλμανάκ της Γκότα. Είναι μια οπτική που φωτίζει ακόμα και περιπτώσεις όπως αυτή του Ωνάση, που παρά τον πλούτο του είχε ένα στάτους σχεδόν παρία. Τα παραπάνω λοιπόν δεν μπορώ να τα θεωρήσω κατάλοιπα. Μπορώ να τα δω ως φαινόμενα που στέλνουν τον διαφωτισμό κουβά, φαινόμενα που απαιτούν ερμηνεία στην πολιτική θεωρία.

Η διαδεδομένη αντίληψη είναι ότι τόσο η αριστερά, όσο και η δεξιά βρίσκουν την ιδρυτική τους πράξη στον διαφωτισμό ή τη γαλλική επανάσταση. Τότε εδραιώθηκε εκείνο το δόγμα σύμφωνα με το οποίο το προϊόν του λόγου και της νόησης πρέπει να υπερισχύσει πάνω στις αυθόρμητες ίσως, εδραιωμένες σίγουρα, κοινωνικές δομές και πρακτικές. Ωστόσο, αν και αυτές ισοπεδώθηκαν στις αποικίες, αυτό δεν συνέβη στην ίδια κλίμακα στην Ευρώπη, όπου πάντα υπάρχει κάποια δικαιολογία για τη διατήρηση ακόμα και της πιο γελοίας παράδοσης· αρκεί κανείς να δει το τελετουργικό ντύσιμο της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας. Εκείνη η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η κοινωνική θέση κάθε ανθρώπου εξαρτάται από τα ατομικά του επιτεύγματα και όχι από την καταγωγή διαψεύδεται από την εμπειρία μας. Ξέρουμε ότι οι δομές εξουσίας έχουν βάθος πολλών γενεών. Ότι ενώ ένα ατομιστικό αφήγημα μιλάει μόνο για άτομα και επιλογές, συνήθως άνθρωποι είναι δέσμιοι κοινωνικών ρόλων και ακόμα και όταν σπάνια σπάνε τους ρόλους, αυτό γίνεται με προβλέψιμο τρόπο. Πχ, θα ήταν κάτι λογικό η κόρη (αν έχει) της Φον Ντερ Λάιεν να είναι καλά χρηματοδοτημένη καλλιτέχνης παρά πρεζάκι στην Ομόνοια ή πολιτικός μηχανικός σε εργοτάξιο.
Έγραψα πιο πάνω «με προβλέψιμο τρόπο». Αυτό υποκρύπτει ότι το σύνολο της κοινωνίας, ακόμα και οι υποτελείς τάξεις είναι έτοιμοι να δεχτούν τον αφέντη σε τέτοιο ρόλο: εκείνο το «να’τος ο Τσίπρας ο σκαφάτος» είναι μομφή ενώ για κάθε δεξιό γόνο πολιτικό είναι κληρονομημένο δικαίωμα.
Πρόκειται για μια υποχώρηση, ή είναι ένα ξεπέρασμα κάποιας σύμβασης της νεωτερικότητας, εκείνου του «όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι»; Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να υπερασπιστεί κάποιο παλιό κεκτημένο, που μπορεί όμως στο τέλος να μην είναι τέτοιο. Να μην ήταν παρά μια θεωρητική πλάνη στα πλαίσια του μοντερνισμού. Ή μια κοινωνική σύμβαση στην οποία οι δυτικές κοινωνίες δεν συναινούν πια.
Στην πραγματικότητα, βλέπουμε ότι η Αριστερά εκπλήρωσε την υπόσχεσή της μόνο εκεί όπου υπήρξε χειραφετημένη από τον διαφωτισμό όπως στις ασιατικές κομμουνιστικές επαναστάσεις, ή όταν ο Λένιν δεν αναζήτησε την ιστορική ευθύνη της Αναστασίας Ρομανόφ αλλά μόνο την καταγωγή της. Αυτό που φαίνεται από τα υποτιθέμενα κατάλοιπα, στην πραγματικότητα αντιφάσεις, είναι ότι η θεωρία που έχει καταγωγή από τον διαφωτισμό, ή πιο σωστά το πολιτικό δόγμα της νεωτερικής κοινωνίας δεν λειτουργεί, και όταν μια θεωρία δεν λειτουργεί δεν μπορεί να γίνει κοινωνική πρακτική. Δεν έχει νόημα το ανάθεμα στην πραγματικότητα όταν δεν συμφωνεί με τη θεωρία, δεν έχει νόημα η καταφυγή σε ερμηνείες που θέλουν τις κοινωνίες να μην κατανοούν, να πράττουν ας πούμε λάθος. Οι κοινωνίες, απλά πράττουν. Αν η θεωρία δεν συμφωνεί, μάλλον πρέπει κανείς να ξαναδεί την αξιωματική του βάση, τις αρχικές του συμβάσεις.
