Το δικαίωμα στη στέγαση έχει πλέον αναχθεί σε μία λίαν επικερδή επιχείρηση, με καθαρά ταξικό και κυρίως κερδοσκοπικό χαρακτήρα, μία πραγματικότητα που επεκτείνεται με ταχύτατους ρυθμούς, χάρις και στη λογιστικοποίηση και χρηματιστικοποίηση των κρατικών δημοσιονομικών πολιτικών, που εγκαταλείπουν εν ονόματι της λιτότητας τις κοινωνικές στρατηγικές για τη στέγαση, την προστασία των δανειοληπτών και ενοικιαστών, πολύ περισσότερο δε στον περιορισμό της μάστιγας της βραχυχρόνιας μίσθωσης.

Μία τάση που αποδείχθηκε περίτρανα και στη διεθνή έκθεση ακινήτων «Sima», που εγκαινιάσθηκε την Τετάρτη 21 Μαΐου στη Μαδρίτη, αλλά και στην «απροθυμία» της σοσιαλιστικής κυβέρνησης να λάβει αποφασιστικά και ανακουφιστικά μέτρα. Στη μαδριλένικη έκθεση εν χορώ οι συμμετέχοντες, ιδιοκτήτες, κατασκευαστές, funds, πλατφόρμες και μεσίτες πρότειναν για άλλη μία φορά, επικαλούμενες ότι ο τομέας με τη φρενήρη ανθοφορία του συνεισφέρει στην ανάπτυξη και την εργασία (!) περισσότερες κατασκευές και λιγότερους ελέγχους σε τιμές και ενοίκια. Σταθερό επιχείρημα όλων εκείνων που κερδοσκοπούν με τη στέγη, είναι πως η προσφορά περισσότερων κατοικιών σε ένα ελεύθερο «οικοσύστημα», χωρίς εμπόδια στην κατασκευή (όσον αφορά τον σεβασμό του περιβάλλοντος, των πολεοδομικών κανόνων και των κοινωνικών συνθηκών) συμβάλλει στην επίλυση του στεγαστικού προβλήματος, κάτι που όμως ήδη έχει αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί.

Φυσικά, «πρωταθλήτρια» στην προσφορά κατοικιών για εκμετάλλευση κάθε είδους ήταν στην έκθεση η Περιφέρεια της Μαδρίτης της αχαρακτήριστης Ισάβελ Αγιούσο. Της θαυμάστριας του Τραμπ που στα σχέδιά της για την κατοικία της προωθεί ασύδοτα την κερδοσκοπία (αύξηση 16% των τιμών), αποκλείει την προστασία της κοινωνικής κατοικίας, ενώ και η ίδια προκαλεί τη δημόσια συνείδηση με το σκάνδαλο της προσωπικής της κατοικίας. Και παράλληλα, όπως συνηθίζεται σε τούτες τις περιπτώσεις, επιρρίπτει την ευθύνη στην κυβέρνηση, υποστηρίζοντας πως επί πρωθυπουργίας του Σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ οι τιμές στην Ισπανία αυξήθηκαν κατά 35,1 % και στη Μαδρίτη 37,8%. Μόνο που στο ομοσπονδιακό σύστημα της Ισπανίας είναι οι Περιφέρειες εκείνες που έχουν τον κύριο λόγο στον σχεδιασμό και τις αποφάσεις για τη συγκεκριμένη στεγαστική πολιτική που ακολουθούν.
Βέβαια, ένα δίκιο η Αγιούσο το έχει. Και αυτό γιατί οι τρόποι που αναζητεί η κυβέρνηση για να αναχαιτίσει το μέγιστο τούτο κοινωνικό πρόβλημα που επί τουλάχιστον δύο δεκαετίες μαστίζει τη χώρα και πλουτίζει τους κερδοσκόπους, είναι διστακτικοί και αναποτελεσματικοί. Μάλιστα, η στεγαστική πολιτική γεννά τριβές στο ενδοκυβερνητικό στρατόπεδο και πολλές φορές ανοίκειες συμμαχίες. Όπως για παράδειγμα την πρόσφατη «συμμαχία» του αριστερού Sumar με το Λαϊκό Κόμμα (PP) για να ξεμπλοκάρει στη Βουλή τον νόμο που ρυθμίζει τις εποχιακές μισθώσεις, απέναντι στην αρνητική ψήφο του κυβερνητικού PSOE, που αντιτίθεται στον έλεγχο αυτό! Ωστόσο, είναι αβέβαιο εάν παρά τη στάση του κόμματός τους, οι Περιφερειάρχες του ΡΡ θα εφαρμόσουν τις ζώνες ρύθμισης των τιμών στις αυτόνομες κοινότητες που κυβερνά. Για να τους δελεάσει η υπουργός Ισάβελ Ροδρίγεθ ανακοίνωσε μια έκτακτη κατανομή 35 εκατ. ευρώ για τις περιοχές που έχουν κηρυχθεί περιοχές σε κατάσταση στεγαστικής κρίσης ή βρίσκονται στη διαδικασία να το πράξουν. Με το σκεπτικό ότι εάν όχι με τον νομοθετικό εξαναγκασμό, τουλάχιστον με το χρηματοδοτικό κίνητρο θα προσπαθήσουν να βάλουν φρένο στο πιεστικό πρόβλημα της στέγασης -ιδίως κι εν όψει της θερινής περιόδου και της αυξημένης ζήτησης σε κατοικίες βραχυπρόθεσμης μίσθωσης.
Είναι ακριβώς η παροχή στέγασης ως τουριστικό προϊόν ένας από τους κύριους παράγοντες που εντείνουν το πρόβλημα της προσφοράς και της αύξησης των τιμών, που καθιστούν τη στέγη απαγορευτική για τα χαμηλά και μέσα εισοδήματα και κυρίως για τους νέους. Μάλιστα, η Τράπεζα της Ισπανίας πρόσφατα δημοσίευσε μία ανησυχητική έκθεση, στην οποία προειδοποιεί ότι οι αγορές από μη μόνιμους κατοίκους για αποκλειστική χρήση της κατοικίας για διακοπές επιδεινώνουν σε τρομακτικά επίπεδα το πρόβλημα στέγασης. Όπως τόνισε ο Άνχελ Γαβιλάν, γενικός διευθυντής Οικονομικών και Στατιστικής στην Τράπεζα της Ισπανίας, τόνισε ότι η αυξανόμενη δυσκολία πρόσβασης σε μια κατοικία, είτε πρόκειται για τους ιδιοκτήτες, είτε -κυρίως- για τους ενοικιαστές, ουσιαστικά συνιστά εμπόδιο για την καθαυτή οικονομική δραστηριότητα και την αγορά εργασίας. Ειδικά στις πρωτεύουσες και τις μητροπόλεις, όπου συγκεντρώνονται οι περισσότερες θέσεις εργασίας και φυσικά στους καθαυτό κύριους τουριστικούς προορισμούς.

Ιδίως όσον αφορά το σημείο αυτό, όπου παρουσιάζονται οι μεγαλύτερες ανισορροπίες και τα κοινωνικά προβλήματα, οι ενέργειες -κυρίως από την πλευρά του υπουργείου Καταναλωτικών Υποθέσεων, που διοικείται από το Sumar, προσπαθούν να αμβλύνουν τη διαφαινόμενη κοινωνική έκρηξη. Ο υπουργός Πάβλο Μπουστίνδουϊ διέταξε την Airbnb να αφαιρέσει από την πλατφόρμα της περισσότερες από 65.000 παράνομες καταχωρίσεις τουριστικών διαμερισμάτων. Μάλιστα, έχοντας και τη στήριξη από πολλές σχετικές δικαστικές αποφάσεις, έχει στείλει στην εταιρεία τρία ψηφίσματα, έχοντας εντοπίσει δεκάδες χιλιάδες σελίδες που παραβιάζουν «διάφορους κανονισμούς σχετικά με τα τουριστικά καταλύματα». Μάλιστα, το Ανώτατο Δικαστήριο της Μαδρίτης επικύρωσε τη νομολογία του υπουργείου για την προστασία των καταναλωτών, η οποία απαιτούσε να αφαιρεθούν σε άμεσο χρόνο οι διαφημίσεις για περίπου 5.800 διαμερίσματα στη Μαδρίτη, την Ανδαλουσία, την Καταλονία, τη Χώρα των Βάσκων, τη Βαλένθια και τις Βαλεαρίδες Νήσους.
Αυτό το μέτρο ενδέχεται να επηρεάσει το ένα στα έξι ενοικιαζόμενα τουριστικά καταλύματα, που βρίσκονται καταχωρημένα σε μεγάλες πλατφόρμες στην Ισπανία. Τα τελευταία στοιχεία από το Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής (INE) καταμετρούν 397.000 καταλύματα καταχωρημένα στο Airbnb, το Booking.com και το Vrbo μόνο για τον Αύγουστο του 2024. Μάλιστα, προκειμένου να «προστατευθούν» οι μόνιμοι κάτοικοι από την τουριστική λαίλαπα, η οποία γεννά μία σειρά από οχλήσεις στην καθημερινότητά τους και ριζικές μεταβολές σε τιμές και προϊόντα, το υπουργείο δημιούργησε έναν σύνδεσμο, όπου οι πολίτες μπορούνε να ενημερωθούν εάν υπάρχει κάποιο ενοικιαζόμενο κατάλυμα στην οδό τους ή την περιοχή τους.

Είναι φανερό πως μέχρι να επιλυθεί το πρόβλημα της πρόσβασης στη στέγαση, θα πρέπει να περιορισθεί η χρήση ακινήτων σε ορισμένες περιοχές ως τουριστικό προϊόν. Γιατί η αύξηση τιμών για στέγη συρρικνώνει ακόμη περισσότερο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Κι η ακριβή στέγη είναι ένας από τους κύριους παράγοντες για την αύξηση της φτώχειας και της προλεταριοποίησης μεγάλων στρωμάτων της κοινωνίας -όχι κατ’ ανάγκη τα πιο χαμηλά αμειβόμενα. Τα δεδομένα είναι αμείλικτα: το 17,1% των οικογενειών με παιδιά κινδυνεύουν να περιέλθουν σε συνθήκες φτώχειας, ακόμη και αν ορισμένα από τα μέλη τους έχουν εργασία, σύμφωνα με έκθεση της ΜΚΟ Save the Children. Η έρευνα αποκαλύπτει ένα παράδοξο που επίσης καταρρίπτει ορισμένα από τα νεοφιλελεύθερα αξιώματα: την απασχόληση ως διέξοδο από τη φτώχεια. Οι βασικές παράμετροι έχουν αλλάξει ριζικά. Το να έχεις δουλειά στην Ισπανία ποσώς εγγυάται ότι κάποιος μπορεί να καλύψει τις βασικές του ανάγκες: το 11,7% των κατοίκων της χώρας ζει σε συνθήκες εργασιακής φτώχειας, ενώ σύμφωνα με την Oxfam το ποσοστό αυτό αυξήθηκε κατά 3,4% το 2024, παρά τη δημιουργία 400.000 θέσεων εργασίας!
Η εργασιακή φτώχεια δεν είναι απλώς ένα στατιστικό στοιχείο: είναι το αποτέλεσμα ενός συστήματος στο οποίο, παρά το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι έχουν όλα όσα είναι απαραίτητα για να επιτύχουν μια αξιοπρεπή ζωή, δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά. Και δυστυχώς για την ήπειρό μας, το να έχεις παιδιά αυξάνει την πιθανότητα και σε τέτοιες περιπτώσεις, οι οποίες «φευ!» όλο και γίνονται περισσότερες, δεν αποτελούν …ευλογία!
