Στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στην Πολωνία, ο Κάρολ Ναβρότσκι, υποψήφιος του εθνοκυριαρχιστικού PiS (Prawo i Sprawiedliwość = Νόμος και Δικαιοσύνη) επικράτησε οριακά με ποσοστό 50,89% του εκλεκτού του κόμματος των φιλελεύθερων Ράφαου Καζίμιες Τσασκόφσκι [Rafał Kazimierz Trzaskowski, Ράφαλ Τρασκόφσκι είναι μια εναλλακτική απόδοση στα ελληνικά], ο οποίος συγκέντρωσε 49,11%. Στις εκλογές η Πολωνία παρουσιάστηκε ως εξαιρετικά διχασμένη ανάμεσα αφενός στην εθνοκυριαρχιστική και κατ’ επέκταση συντηρητική, ευρωσκεπτικιστική επιλογή και αφετέρου στον ευρωπαϊστή υποψήφιο με φιλο-woke στοιχεία. Η αντίθεση αυτή φάνηκε έντονα στις αντίπαλες πορείες που οργάνωσαν οι δύο υποψήφιοι, ο μεν Ναβρότσκι με την «Πορεία για την Πολωνία» και κατάληξη στην Πλατεία του Κάστρου, στην Παλαιά Πόλη της Βαρσοβίας, ο δε Τσασκόφσκι με τη «Μεγάλη Πορεία των Πατριωτών» προς την Πλατεία Συντάγματος, που κράδαινε, μεταξύ άλλων, το ουράνιο τόξο της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας.
Η ταυτοτική νίκη του συντηρητισμού και του ευρωσκεπτικισμού
Για την οριακή ήττα του Τσασκόφσκι, ο οποίος είχε προηγηθεί στον πρώτο γύρο με 31,4%, θεωρείται ότι έπαιξε ρόλο, μεταξύ άλλων, η συγκριτική αποτυχία του στο ντιμπέιτ, καθώς και ότι μέρος της ευρύτερης και άτυπης προεκλογικής του καμπάνιας επέμεινε σε στοιχεία της προσωπικότητας του Ναβρότσκι, όπως ότι είχε υπάρξει μποξέρ ή πορτιέρης σε κακόφημο κλαμπ, όταν ήταν νεώτερος. Ο ίδιος ο Ναβρότσκι βασίστηκε στην προεκλογική εκστρατεία στην αυτοπροβολή του ως ενός λαϊκού Πολωνού, ο οποίος μπορεί να κατανοήσει καλύτερα την καθημερινότητα των Πολωνών. Τελικά, στα ταυτοτικά ζητήματα νίκησε οριακά ο συντηρητισμός. Οικονομικώς, θεωρείται ότι στη νίκη του Ναβρότσκι συνέβαλε ο αγροτικός πληθυσμός της Πολωνίας, ο οποίος είναι δυσαρεστημένος με τις πολιτικές υποστήριξης των ουκρανικών γεωργικών προϊόντων, ενώ ο Τσασκόφσκι, που έχει υπάρξει δήμαρχος Βαρσοβίας, έχει μεγαλύτερη επιτυχία στα αστικά κέντρα. O διχασμός της πολωνικής κοινωνίας σε κρίσιμες εκλογές για το γεωπολιτικό μέλλον της φάνηκε από την προσέλευση ρεκόρ 71%.
Ο Τσασκόφσκι υποσχέθηκε κυρίως οικονομική ανάπτυξη βασισμένη στη στρατιωτικοποίηση της Πολωνίας που έχει εξελιχθεί επί Ντόναλντ Τουσκ στην τρίτη κομβική χώρα ενός άξονα Γαλλίας-Γερμανίας-Πολωνίας εν όψει του ReArm Europe. O 53χρονος Τσασκόφσκι είναι στενός φίλος με τον Ντόναλντ Τουσκ, με τον οποίο μοιράζεται κοινά οράματα για την ανάδειξη της Πολωνίας σε κραταιά ευρωπαϊκή στρατιωτική δύναμη. Ο Ναβρότσκι φαίνεται εκ του αποτελέσματος να είχε μεγαλύτερη επιτυχία στη συλλογή ψήφων από άλλους υποψήφιους του πρώτου γύρου. Το αίνιγμα που θεωρείτο ότι θα έκρινε τις πολωνικές εκλογές είναι πού θα πήγαιναν οι ψήφοι του Σλάβομιρ Μέντζεν, ο οποίος είναι συντηρητικός φιλελεύθερος και είχε ιδεολογικά στοιχεία που ταίριαζαν τόσο με τον Ναβρότσκι όσο και με τον Τσασκόφσκι, όπως λ.χ. απαγόρευση αμβλώσεων, αλλά και ενίσχυση επιχειρηματικότητας μέσω περικοπών στους φόρους κατά μία νεοφιλελεύθερη στάση. Ο Μέντσεν δεν υπέδειξε ποιον προτιμά, αλλά οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των οπαδών του κατευθύνθηκαν στον συντηρητικό εθνικιστή υποψήφιο και όχι στον φιλελεύθερο.

Ένας τραμπισμός για την Ευρώπη
Αμερικανικές πολώσεις αναπαράγονται στην κατά τα άλλα ρωμαιοκαθολική κατά πλειοψηφία κοινωνία της Πολωνίας: Ο Κάρολ Ναβρότσκι θεωρείται ως οπαδός του Ντόναλντ Τραμπ και επιζητεί συνάντηση μαζί του στη Χάγη, κατά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στο τέλος Ιουνίου. Οι δύο άνδρες είχαν, εξάλλου, συναντηθεί και στις αρχές Μαΐου, με αποτέλεσμα ο Ναβρότσκι να αυτοπροβληθεί ως ο εκπρόσωπος του τραμπισμού στην Ευρώπη. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχάρη τον Ναβρότσκι στην πλατφόρμα Truth Social, αναπαράγοντας άρθρο αμερικανικού μέσου που τον παρουσίαζε ως «σύμμαχο» του Αμερικανικού Προέδρου. Ο επικεφαλής του PiS Γιάροσουαφ Κατσίνσκι δήλωσε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών αποτελεί «κόκκινη κάρτα» για τη φιλελεύθερη κυβέρνηση Τουσκ και πρότεινε τον σχηματισμό τεχνοκρατικής κυβέρνησης, ενώ ο Τουσκ από την πλευρά του ζήτησε ψήφο εμπιστοσύνης.
Η αντίθεση Ναβρότσκι στον «ουκρανικό εθνικισμό»
Βεβαίως και οι δύο υποψήφιοι, Ναβρότσκι και Τσασκόφσκι, μοιράζονταν ένα αντιρωσικό αίσθημα. Η διαφορά είναι ότι ο Ναβρότσκι ως Πολωνός εθνικιστής επικρίνει επίσης και τον ουκρανικό εθνικισμό, ενώ ο φιλοτραμπισμός του περιλαμβάνει την πολιτική βούληση για συμπερίληψη της Πολωνίας στους αμυντικούς σχεδιασμούς του Αμερικανού Προέδρου για την ανατολική Ευρώπη. Σημειωτέον ότι ο Ναβρότσκι διευθύνει το «Ινστιτούτο Εθνικής Μνήμης», το οποίο ερευνά κομβικά γεγονότα της πολωνικής ιστορίας, όπως, μεταξύ άλλων, τη σφαγή των Πολωνών κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γαλικία, η οποία ρίχνει βαριά σκιά στις σχέσεις της Πολωνίας με την Ουκρανία. Εξάλλου, η επαγγελία της «εθνικής προτίμησης» από τον Ναβρότσκι στρέφεται σαφώς ενάντια στους πρόσφυγες από την Ουκρανία που μετά το 2022 αριθμούν πάνω από ένα εκατομμύριο. Το πλέον αποφασιστικό είναι ότι ο Ναβρότσκι τίθεται ενάντια στην ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ, προκειμένου να μην αναγκαστεί η Πολωνία να την υπερασπιστεί σε μία σύγκρουση με τη Ρωσία. Παρόμοιες διακηρύξεις έχουν πονοκεφαλιάσει τις Βρυξέλλες που βλέπουν μια μείζονα στρατιωτική δύναμη να απομακρύνεται από την τροχιά τους. Το ερώτημα είναι, αν σε μια παρόμοια περίπτωση, οι Βρυξέλλες θα απαντούσαν εκ νέου με περικοπές κονδυλίων ως μέσο πειθάρχησης.

Τα αναχώματα στην κυβέρνηση Τουσκ
Η δυνατότητα που δίνει το σύστημα της Πολωνίας στον Πρόεδρο να βάζει βέτο σε πληθώρα καθοριστικών θεμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ψήφισης του προϋπολογισμού, σημαίνει ότι ο Κάρολ Ναβρότσκι θα μπορούσε να βραχυκυκλώσει την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ σε μια προσπάθεια να προκληθούν πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Ο πρόεδρος έχει επίσης τη δυνατότητα να παραπέμπει νομοσχέδιο στο Συνταγματικό Δικαστήριο και έτσι να ασκεί παρελκυστική πολιτική. Το πολωνικό πολιτικό σώμα έχει ήδη εμπειρία από παρόμοιες μεθοδεύσεις κατά την προεδρεία του Αντρέι Ντούντα, επίσης από το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη, ο οποίος κρατούσε σε ομηρεία την κυβέρνηση Τουσκ. Ο πολωνικός λαός πάντως προτίμησε, έστω και οριακά, την ύπαρξη θεσμικών αντιβάρων στις ευρωκεντρικές πολιτικές των φιλελεύθερων. Εμβληματική χρήση βέτο από τον Ντούντα είχε λάβει χώρα στην απόφαση του Ντόναλντ Τουσκ να καταργήσει την εθνική τηλεόραση, επειδή κυριαρχείτο από δημοσιογράφους που εξέφραζαν διαφορετικές απόψεις από αυτές της κυβέρνησης. Στην περίπτωση αυτή το βέτο έσωσε την εθνική ραδιοτηλεόραση. Ο Ναβρότσκι αναμένεται να ασκεί το βέτο κατά το επόμενο διάστημα σε πολιτικές που θα ταυτίζουν απολύτως την Πολωνία με τις ευρωπαϊκές ντιρεκτίβες. Και ενώ οι επόμενες κοινοβουλευτικές εκλογές αναμένονται για το 2027, ο σκοπός της εθνοκυριαρχιστικής αντιπολίτευσης είναι να ανατραπεί το ταχύτερο δυνατό η κυβέρνηση Τουσκ, ώστε να μην υπάρξει περαιτέρω ευθυγράμμιση με τον γαλλογερμανικό άξονα, αλλά περισσότερο εκλεκτικές συγγένειες με τους εθνοκυριαρχιστές της Ουγγαρίας του Όρμπαν και της Σλοβακίας του Φίτσο.
