Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή της ελληνικής αποστολής του March to Gaza στην Αθήνα από το Κάιρο, βρεθήκαμε και συνομιλήσαμε με τον Δημήτρη Μπίτουλα-Κουρούση, σχετικά με αυτή τη διεθνή πρωτοβουλία Αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό.
Σε σχέση με τη διεθνή αποστολή του March to Gaza, όπου συμμετείχαν περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι από 40 χώρες, εσείς ως «Πρωτοβουλία για την ταξική και πολιτική ανασυγκρότηση» μαζί με την «Ταξική Αντεπίθεση (ομάδα αναρχικών και κομμουνιστ(ρι)ών)» συμμετείχατε στην ελληνική αποστολή, η οποία ήταν και μια από τις μαζικότερες, δημοσιοποιώντας μια κοινή ανακοίνωση για αυτή τη συμμετοχή μελών σας. Θέλεις να μας αναφέρεις συνοπτικά, τι ήταν αυτό που καταρχάς σε παρακίνησε να συμμετέχεις σε προσωπικό επίπεδο και ευρύτερα τι ήταν αυτό που σε πολιτικό επίπεδο, σας ώθησε να συμμετέχετε συλλογικά σ’ αυτήν τη διεθνή αποστολή αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη;
Προσωπικά νομίζω ότι έχει σημασία να ειπωθεί ότι, για κάθε άτομο που πήρε μέρος στην αποστολή, αυτή ήταν μια λύση στα συναισθηματικά αδιέξοδα που παράγει η πολιτική ανικανότητα να συγκροτήσουμε ένα ισχυρό αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα Αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη. Αυτή η αδυναμία του κινηματικού χώρου και των πολιτικών του οργανώσεων έχει οδηγήσει πολύ κόσμο να ψάχνει ν’ απαντήσει και με πιο ατομικούς όρους στα ερωτήματα του είδους: «Εγώ τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό;»
Αυτό το συναίσθημα νομίζω το βιώνει τόσο ο κινηματικός κόσμος όσο και ένας κόσμος που δεν συμμετέχει πολύ ενεργά στα κινήματα. Αυτό είναι εμφανές από το γεγονός ότι από τα 205 άτομα που συμμετείχαμε στην ελληνική αποστολή, μονάχα γύρω στα 50 ήμασταν μέλη οργανώσεων, συλλογικοτήτων κ.λπ. Επίσης, από τα αρκετά άτομα που έμειναν πίσω για να στηρίξουν, αναλαμβάνοντας άλλα καθήκοντα, τα περισσότερα ήταν ανένταχτα. Υπάρχει δηλαδή ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου που παρακινήθηκε από τη δυνατότητα του «να κάνω κάτι».
Η αλήθεια είναι ότι στο March to Gaza, για να μιλήσω και για το πιο συλλογικό, εμείς επιλέξαμε να συμμετέχουμε επειδή θεωρούμε ότι οι μαζικές πρωτοβουλίες που εμπλέκουν και πολιτικές δυνάμεις αλλά και ανένταχτο κόσμο, πρώτα σε τοπικό και έπειτα σε διεθνές επίπεδο, έχουν τη δυνατότητα ν’ ασκήσουν μια πίεση, η οποία δεν μπορεί να ασκηθεί μεμονωμένα από κάποιο πολιτικό χώρο ή από κάποια συλλογικότητα. Έπειτα, σ’ αυτά τα πράγματα από τη στιγμή που κάποιοι παίρνουν την πρωτοβουλία να τα εκκινήσουν, πάντα πρέπει να επιλέξεις αν θα συμμετέχεις ή όχι. Στα ζητήματα που αφορούν την αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό, νομίζω η απάντηση πρέπει να είναι, εκτός και αν πρόκειται για κάτι το πολύ απαγορευτικό: «Ναι. Συμμετέχω και συνδιαμορφώνω με τους όρους που θέτω κι εγώ πολιτικά».
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο λοιπόν αποφάσισε και η δική μας ομάδα να συμμετέχει. Κρίνοντας ότι είναι όντως μια κίνηση αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό, την οποία δεν είχε ως τώρα προλάβει η δική μας γενιά. Οι προηγούμενες αντίστοιχες αποστολές αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη είχαν γίνει πριν από 15 χρόνια. Ήταν κάτι που άργησε να γίνει. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να πούμε κάτι που από τη δική μας πλευρά έχουμε ήδη αναφέρει, το γεγονός δηλαδή ότι η αποστολή στο Κάιρο ήταν το μικρότερο κομμάτι στο ψηφιδωτό της αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό και την αντίστασή του.
Ο πραγματικός αγώνας ήταν αυτός που δόθηκε στις 15 Ιουνίου από εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που συγκεντρώθηκε λόγω του March to Gaza σ’ όλες τις δυτικές μητροπόλεις αλλά και σε κάθε πόλη, κωμόπολη και χωριό πολλών δεκάδων χωρών. Αυτή ήταν η πραγματική νίκη. Ο πραγματικός αγώνας είναι αυτός που δίνεται εδώ πίσω, στα ιμπεριαλιστικά κέντρα και σ’ όλες τις χώρες που στηρίζουν το κράτος του Ισραήλ. Η αποστολή είναι μια αφορμή για να ξεκινήσει κάτι, δεν είναι κάτι που από μόνο του μπορεί ν’ αλλάξει τα πράγματα.

Όσον αφορά αυτήν καθαυτή την εμπειρία σας, έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί τα εμπόδια, οι παρενοχλήσεις και η καταστολή που αντιμετωπίσατε στην Αίγυπτο, ώστε να μην μπορέσετε να φτάσετε στα σύνορα με τη Γάζα. Πριν από την αποστολή, είχες γράψει ένα κείμενο με τίτλο «Τι είναι το March to Gaza και γιατί έχει σημασία να συμμετέχει ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος», στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερες ότι «το March to Gaza δεν είναι ούτε η αρχή, ούτε το τέλος, παρά μια ψηφίδα στο μωσαϊκό αλληλεγγύης. Κάνουμε λίγα, έχουμε χρέος για πολλά περισσότερα».
Θέλεις ν’ αναφερθείς στην όλη εμπειρία σου από την αποστολή; Επιγραμματικά, πώς βλέπεις και πώς βλέπετε ευρύτερα και συλλογικά τις προοπτικές που ανοίγονται μέσα από αυτήν τη διεθνή πρωτοβουλία αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη με την τόσο πλατιά συμμετοχή, από διάφορους πολιτικούς χώρους αλλά και από ανένταχτο κόσμο, τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς;
Πριν απαντήσω αξίζει να δώσω δύο πληροφορίες τις οποίες νομίζω ότι αρκετός κόσμος, λόγω της πληθώρας ειδήσεων και αναφορών που κυκλοφόρησαν, δεν έχει λάβει.
Την υλοποίηση του March to Gaza, επειδή ήταν μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε από τα εργατικά σωματεία στην Παλαιστίνη, σε πρώτη φάση και σε πολύ πρωτόλειο επίπεδο, την ανέλαβαν διεθνώς διάφοροι ακτιβιστές, γιατροί, εργάτες, κόσμος τέλος πάντων που δεν έχει σώνει και ντε άμεση σχέση με τα κινήματα από διάφορες χώρες. Αυτό ήταν κάτι που σταδιακά πλάτυνε και δημιουργήθηκαν επιτροπές σε κάθε χώρα απ’ όπου υπήρχαν συμμετοχές, οι οποίες σε μερικές χώρες, όπως η Ελλάδα, ήταν περισσότερο πολιτικές ενώ σε άλλες λιγότερο.
Τον λόγο για τις αποφάσεις τον είχε σε πρώτη φάση ένα διεθνές συντονιστικό, το οποίο αποτελούταν από εκπροσώπους από τις περισσότερες από τις αντιπροσωπείες των χωρών. Για να γίνει πιο αντιληπτό, υπήρχαν χώρες που ήταν τόσο ανοργάνωτες που οι αποστολές τους δεν είχαν συντονιστές, ώστε να μπορούν να πάρουν μέρος σ’ αυτό το συντονιστικό λήψης αποφάσεων. Υπήρχε λοιπόν αυτό το διεθνές συντονιστικό που έπαιρνε τις αποφάσεις, οι οποίες επέστρεφαν στις επιτροπές κάθε χώρας. Κάποιες χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, είχαν και δικά τους συντονιστικά όργανα. Εμείς είχαμε ένα συντονιστικό όργανο της ελληνικής αποστολής, το οποίο αποτελούταν από αρκετά άτομα, ώστε να μπορεί να φιλτράρει και να κρίνει τις αποφάσεις. Αυτό γιατί υπήρχε τόσο μεγάλο χάος ανάμεσα στις αντιλήψεις για το τι και πώς έπρεπε να γίνει, όπου έπρεπε ν’ αποφασίσεις αν θ’ ακολουθήσεις το διεθνές συντονιστικό ή όχι. Κληθήκαμε λοιπόν να πάρουμε αυτές τις αποφάσεις.
Ένα ζήτημα ήταν αυτό, το οποίο πρέπει να έχουμε κατά νου για να γίνουν αντιληπτά όλα τα υπόλοιπα. Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι το March to Gaza δεν ήταν η μόνη προσπάθεια ενάντια στον αποκλεισμό της Γάζας που βρισκόταν σ’ εξέλιξη. Ταυτόχρονα υπήρχε το Sumud, ένα καραβάνι αλληλεγγύης απ’ όλη τη βόρεια Αφρική, το οποίο μπλοκαρίστηκε πριν φτάσει στην Αίγυπτο, ενώ είχε προηγηθεί το σκάφος του Freedom Flotilla που καταλήφθηκε παράνομα από το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ, το οποίο και απήγαγε τους συμμετέχοντες και τις συμμετέχουσες.
Αυτό λοιπόν ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε αυτή η αποστολή. Σ’ αυτή την κατάσταση προστέθηκε και η βάρβαρη επίθεση που εξαπέλυσε το Ισραήλ κατά του Ιράν, η οποία δυσκόλεψε την πορεία της αποστολής. Σκοπός της αποστολής ήταν να φτάσει στο Ελ Αρίς με πούλμαν και από εκεί να πορευτεί προς τα σύνορα στη Ράφα, να διαμαρτυρηθεί ώστε να μπορέσει να περάσει η ανθρωπιστική βοήθεια τα σύνορα, να διανυκτερεύσει για δυο νύχτες εκεί και στη συνέχεια να επιστρέψει πίσω στο Κάιρο.

Για όλους και όλες που είχαν εικόνα της κατάστασης, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσουμε ως εκεί. Το πιθανότερο σενάριο ήταν να μας κρατήσουν στο Κάιρο ή το πολύ να φτάσουμε ως το Ελ Αρίς. Πάντως οι πιθανότητες να φτάσουμε ως τα σύνορα ήταν εξαρχής μηδαμινές. Με την επίθεση του Ισραήλ στο Ιράν, η περίπτωση να προσεγγίσουμε το Σινά πρακτικά εξανεμίστηκε. Οπότε, φτάνοντας στο Κάιρο, από τη δεύτερη κιόλας μέρα, οπότε και θα έπρεπε να ξεκινήσουμε για να πάμε προς το Ελ Αρίς, αντιμετωπίσαμε διάφορων ειδών ερωτήματα και ζητήματα από το διεθνές συντονιστικό: «Τι θα κάνουμε;», «Πώς θα πάμε;» κ.λπ.
Είχαν κανονιστεί πούλμαν που θα μας παραλάμβαναν, τα οποία για διάφορους τεχνικούς λόγους τελικά δεν ήρθαν. Αυτό συνέβη όχι εξαιτίας των αιγυπτιακών αρχών αλλά για λόγους που αφορούν το παγκόσμιο συντονιστικό. Οπότε πάρθηκε η απόφαση από σχεδόν το σύνολο των αποστολών, μ’ εξαίρεση την ιταλική και κάποιες άλλες, να προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε την πρώτη πόλη στη διαδρομή προς το Ελ Αρίς, την Ισμαηλία, με ταξί. Αυτό ήταν κάτι που προφανώς έγινε άναρχα και ανοργάνωτα, με αποτέλεσμα άλλος κόσμος να καταφέρει να φτάσει στην Ισμαηλία, άλλος κόσμος να μην ξεκινάει ποτέ για εκεί, άλλος κόσμος να μένει στο πρώτο σημείο ελέγχου αλλά η πλειοψηφία του κόσμου να μένει στο δεύτερο σημείο ελέγχου που είχαν στήσει οι αιγυπτιακές αρχές. Εκεί, είχαν στήσει μπλόκα. Μας κατέβασαν από τα ταξί και από κάποια πούλμαν που μερικές αποστολές είχαν καταφέρει να ναυλώσουν και μας μπλόκαραν στα διόδια, δίπλα από κάποιο ΣΕΑ. Εκεί πέρα συγκροτήθηκε ένα σώμα περίπου χιλίων ατόμων από διάφορες αποστολές. Όλοι προσπαθούσαμε να δούμε πως προχωράμε.
Η γενική κατεύθυνση ήταν ότι θέλουμε να διανυκτερεύσουμε εκεί. Η ελληνική αποστολή συγκρότησε άμεσα συνέλευση. Αυτό ήταν μια ποιοτική διαφορά, η οποία φάνηκε και καθόρισε κάπως και το παγκόσμιο March to Gaza. Την ίδια στιγμή, οι περισσότερες από τις άλλες αποστολές είχαν τους επικεφαλείς τους να βγάζουν διάφορα πύρινα λογύδρια. Αποφασίσαμε ότι, στο βαθμό που μπορούμε, θα διανυκτερεύσουμε εκεί, σε μια προσπάθεια να πιέσουμε τις αιγυπτιακές αρχές να μας ανοίξουν το πέρασμα. Γενικά, υπήρχε έντονη και εμφανής παρουσία μπάτσων, τύπου ΜΑΤ.
Αφού ολοκληρώσαμε τη δική μας συνέλευση και οι διάφορες αποστολές είχαν πάρει με όποιο τρόπο τις αποφάσεις τους, βρέθηκαν οι αντιπρόσωποι και είπαν ότι θα παραμείνουμε στο σημείο. Εκείνη τη στιγμή, οι μπάτσοι, μέσω του εκπροσώπου τους, μας είπαν ότι αν δεν έχουμε φύγει στα επόμενα 15 λεπτά θα κάνουν χρήση βίας. Εν τω μεταξύ, μας ήρθε και μια πληροφορία από το προηγούμενο σημείο ελέγχου. Εκεί, όπου βρισκόταν πολύ λιγότερος κόσμος, γύρω στα 100 άτομα, έγινε χρήση βίας για την εκδίωξή τους. Επομένως, κλήθηκαν όλοι να πάρουν αποφάσεις. Το σύνολο των άλλων αποστολών αποφάσισε να κάνει καθιστική διαμαρτυρία, κάτι που η ελληνική αποστολή αρνήθηκε ξεκάθαρα. Δεν είναι ούτε στην κουλτούρα μας, ούτε στην πολιτική αντίληψη του κόσμου που συμμετείχαμε, το να καθόμαστε κάτω και να τρώμε κλωτσιές από τους αστυνομικούς. Είτε θ’ αποχωρήσουμε είτε θα τσακωθούμε. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η ελληνική αποστολή συγκρότησε αλυσίδες, πολύ κοντά στο σώμα των υπολοίπων διεθνών που κάθονταν στο δρόμο.

Όταν τα ΜΑΤ μας περικύκλωσαν τελείως, εμφανίστηκαν από το πουθενά διάφοροι κουκουλοφόροι με παραδοσιακές αιγυπτιακές φορεσιές που -όπως έχει καταγραφεί και στα βίντεο- με μαστίγια, ζώνες κλπ, προσπάθησαν να χτυπήσουν τον κόσμο που καθόταν. Είχε προηγηθεί η εισροή προβοκατόρων στις γραμμές των διεθνών, οι οποίοι πετάξαν μπουκάλια και πέτρες στους αστυνομικούς, ώστε να πυροδοτήσουν τη συνέχεια. Δεν συνέβη τίποτα στην ελληνική αποστολή, η οποία λόγω της συγκρότησής της δεν άφησε να μπει κανένας μέσα ώστε να ξεκινήσει την ένταση, ενώ δεν επέτρεψε και σε κανέναν να πλησιάσει ώστε να βιαιοπραγήσει εναντίον της. Οι ομάδες περιφρούρησής μας λειτούργησαν εξαιρετικά. Αυτό ήταν κάτι για το οποίο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο τα άτομα του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου και ο άλλος οργανωμένος κόσμος της αποστολής.
Ακολούθησε μια διαπραγμάτευση με τους μπάτσους που κατέληξε ότι θα μας φέρουν πούλμαν για να φύγουμε σταδιακά. Ταυτόχρονα, σήκωναν τους υπόλοιπους διεθνείς σέρνοντάς τους στην άσφαλτο και πετώντας τους μέσα στα πούλμαν, κάτι που έχει αποτυπωθεί και μέσω βίντεο. Αποχωρήσαμε σιγά σιγά, μετά και τους τελευταίους διεθνείς. Αυτό γιατί υπήρχε και μια αντίληψη να μην αφήσουμε πίσω κόσμο μόνο του, ακόμα και αν είχαν κρατήσει μια διαφορετική στάση από τη δική μας. Τελικά, μπήκαμε και εμείς στα πούλμαν και επιστρέψαμε στο Κάιρο. Το επόμενο πρωινό, ήρθε και το οριστικό «όχι» από τις αιγυπτιακές αρχές, που μας έλεγαν ότι δεν θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε ούτε την Ισμαηλία ούτε κανένα άλλο μέρος και πως είμαστε ευπρόσδεκτοι να παραμείνουμε στο Κάιρο…
Επειδή το March to Gaza οριοθετήθηκε πίσω από μια πολιτική μη βίας και τήρησης των αποφάσεων των αιγυπτιακών αρχών, με την έννοια ότι δεν θέλαμε να στρέψουμε τη συζήτηση ενάντια στην Αίγυπτο αλλά να παραμείνει η συζήτηση επικεντρωμένη ενάντια στο Ισραήλ, είχε αποφασιστεί ότι ένα τελικό «όχι» από τις αιγυπτιακές αρχές θα σήμαινε και το τέλος της προσπάθειας να προσεγγίσουμε τα σύνορα.
Μετά από αυτό το «όχι», δημιουργήθηκαν διάφορα ερωτήματα για το πώς προχωράμε. Δεν υπήρχε κάποιο ξεκάθαρο σχέδιο Β. Οπότε, η ελληνική αποστολή συγκρότησε για άλλη μια φορά διαδικασία συνέλευσης, στην οποία αποφάσισε ότι θα προσπαθήσει να βρει και άλλους διεθνείς έτσι ώστε να καταφέρουμε να πραγματοποιήσουμε μια συγκέντρωση στο Κάιρο, αλλά και για να γράψουμε μια διακήρυξη. Πρόκειται για αυτή που κυκλοφόρησε με τίτλο «Η Διακήρυξη του Καΐρου», με σκοπό να υπογραφεί από τους υπόλοιπους διεθνείς του March to Gaza. Αυτά επικυρώθηκαν μέσω μιας μεγάλης συνέλευσης των 205 ανθρώπων της ελληνικής αποστολής.
Για την επόμενη ημέρα δόθηκε ραντεβού ώστε να βρούμε τους υπόλοιπους διεθνείς κ.λπ. Στην πορεία μαθαίναμε ότι «αποκεφαλίζονταν» διάφορες από τις ηγεσίες των υπόλοιπων αποστολών, με απελάσεις, κρατήσεις, παρενοχλήσεις κ.ά. Πράγματα τα οποία, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν βίωσε η ελληνική αποστολή. Βίωσε μια παρενόχληση στους πρώτους 30 που έφτασαν στο Κάιρο και μια παρενόχληση στο τέλος σ’ εμάς. Απελάθηκε μονάχα ένας σύντροφος που βρέθηκε μόνος του και τον μάζεψαν. Αλλά σε γενικές γραμμές, δεν είχαμε τα προβλήματα που αντιμετώπισαν άλλες αποστολές. Το γεγονός ότι «αποκεφαλίζονταν» διάφορες αποστολές έδειξε την αδυναμία αυτών των αποστολών να βρουν εναλλακτικούς τρόπους λήψης αποφάσεων, αλλά και τον προσωποπαγή τρόπο με τον οποίο είχαν συγκροτηθεί. Πρακτικά, αυτό ήταν κάτι που μας εμπόδισε στην πραγματοποίηση μιας συγκέντρωσης στο Κάιρο.
Παράλληλα, λάβαμε και ένα μήνυμα από τους Αιγύπτιους συντρόφους, με τους οποίους ήμασταν σε επικοινωνία. Μας ενημέρωναν ότι οι αιγυπτιακές αρχές εμμέσως πλην σαφώς τούς έλεγαν ότι αν κινούμασταν σε οποιαδήποτε κατεύθυνση συγκέντρωσης, αυτό θα σήμαινε φυλακίσεις, διώξεις και διάφορα άλλα «όμορφα» για τους συντρόφους που θα παρέμεναν στην Αίγυπτο. Πρακτικά, αυτό ήταν που ναρκοθέτησε και τη δυνατότητά μας να πραγματοποιήσουμε μια συγκέντρωση στο Κάιρο. Έτσι, την επόμενη μέρα έγινε και πάλι μια διαδικασία συνέλευσης, με την παρουσία αρκετών αλλά όχι όλων των διεθνών. Εκεί, παρουσιάσαμε τη διακήρυξη και συμφωνήθηκε ότι από αυτές τις αποστολές θα υπογραφεί. Η συνάντηση αυτή έγινε, έχοντας γύρω μας έναν ασφυκτικό αστυνομικό κλοιό, χωρίς όμως να γίνει κάποια επέμβαση. Σ’ αυτή τη συνάντηση αποφασίστηκε ότι τελείωσε και η χρησιμότητα αυτού του ταξιδιού, πως δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο και η δουλειά είναι πίσω στις χώρες μας.
Την επόμενη μέρα, βρήκαμε και όσους άλλους διεθνείς μπορέσαμε για να συνυπογράψουν αυτή τη διαδικασία και σιγά σιγά αρχίσαμε να ετοιμάζουμε την αναχώρηση από την Αίγυπτο. Ταυτόχρονα, προσπαθούσαμε να βρούμε λύσεις και για όσους κρατούνταν και όσους είχαν απελαθεί. Την τελευταία μέρα πριν φύγουμε, έγινε η αστυνομική εισβολή στο ξενοδοχείο που έμενε ο κόσμος από τις δικές μας πολιτικές ομάδες, μαζί με άλλους συντρόφους και συντρόφισσες, καθώς και άλλα μέλη της ελληνικής αποστολής.
Τεθήκαμε υπό κράτηση, μεταφερθήκαμε χωρίς κινητά και διαβατήρια με τουριστικά βανάκια από το ξενοδοχείο κοντά στην αμερικανική πρεσβεία. Εκεί, μας φόρτωσαν σε κλούβα μεταγωγών με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Καταφέραμε να κρατήσουμε το ηθικό μας ψηλά. Ήταν πάρα πολύ συγκινητικές στιγμές και έχει αξία να καταγραφεί το γεγονός, καθώς μέσα στην κλούβα, όπου εκτός από εμάς τους 18 ήταν και άλλοι 20 από άλλες διεθνείς αποστολές, τραγουδήσαμε αντάρτικα και αντιχουντικά τραγούδια, όλα αυτά που έχουμε μάθει στην Ελλάδα για να αντιμετωπίζουμε τις δύσκολες καταστάσεις. Τραγουδήσαμε λοιπόν, φωνάξαμε συνθήματα μέσα στην κλούβα. Έτσι έμεινε ψηλά το ηθικό και κρατήθηκε μια στάση αντίστασης και αξιοπρέπειας. Όλα αυτά ενώ δεν γνωρίζαμε με σιγουριά ποια θα μπορούσε να είναι η κατάληξη.
Μας μετέφεραν στο πρώτο αστυνομικό τμήμα του αεροδρομίου, όπου μας χώρισαν σε άντρες και γυναίκες. Σύντομα μας μετέφεραν σ’ ένα δεύτερο ΑΤ. Σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας μάς έδιναν σπασμωδικά πίσω τα κινητά μας, λέγοντας πως θα μπούμε στο αεροπλάνο. Εκείνη την ημέρα είχαμε όλοι μας προγραμματισμένη πτήση. Το αποτέλεσμα ήταν να στέλνουμε μηνύματα στους συγγενείς και τους συντρόφους μας, λέγοντας τους ότι μας αφήνουν και πως ερχόμαστε και έπειτα αυτό να αναιρείται το επόμενο λεπτό. Ήταν κάτι που έγινε τέσσερις φορές, δημιουργώντας ψυχικό κόστος και σ’ εμάς που βρισκόμασταν εκεί, αλλά και ένα ανυπέρβλητο άγχος στους ανθρώπους μας στην Ελλάδα, αφού δεν γνωρίζαν τι πραγματικά συνέβαινε. Νομίζανε ότι γυρνάμε και ξαφνικά, χωρίς να έχουνε κάποια ενημέρωση, έβλεπαν ότι δεν βγαίναμε από την πτήση στην Αθήνα.
Δεν μας επιτράπηκε η επικοινωνία ούτε με τον πρέσβη ούτε με δικηγόρους. Λαμβάναμε αντιφατικές πληροφορίες από τους αιγύπτιους αστυνομικούς. Τελικά, κρατηθήκαμε στο δεύτερο ΑΤ στο αεροδρόμιο. Εκεί αξίζει ν’ αναφερθεί ότι οι συνθήκες ήταν πολύ καλύτερες από εκείνες στη ΓΑΔΑ και τα ΑΤ του κέντρου της Αθήνας. Την επόμενη ημέρα με αστυνομική συνοδεία μπήκαμε σε δύο πτήσεις, μια στις 4 τα ξημερώματα και μια στις 10 το πρωί, και έτσι επιστρέψαμε στην Ελλάδα.
Νομίζω ότι αυτό που πρέπει να κρατήσουμε από αυτήν την εμπειρία είναι ότι η ελληνική αποστολή, παρ’ όλες τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν το ελληνικό κίνημα και είναι είτε πολιτικές είτε -δυστυχώς- διαπροσωπικές, ήταν μακράν, με τεράστια διαφορά, η πιο συγκροτημένη αποστολή. Κατάφερε να σταθεί με συγκλονιστική αξιοπρέπεια απέναντι στην καταστολή. Τόσο όσον αφορά τους πρώτους που πιάστηκαν μόλις έφτασαν στο αεροδρόμιο, οι οποίοι αρνήθηκαν να υπογράψουν την απέλαση και τελικά τους επιτράπηκε η είσοδος στην Αίγυπτο. Όσο και στα σημεία ελέγχου, όπου με αλυσίδες περιφρούρησης και συνθήματα σταθήκαμε απέναντι στους μπάτσους, με αποτέλεσμα να μην έχουμε πρόβλημα. Αλλά και όσον αφορά τη δική μας εμπειρία στο τέλος, με τη σύλληψη και την επαναπροώθηση, με το υψηλό ηθικό που επιδείξαμε. Αλλά κυρίως, όσον αφορά το γεγονός ότι η ελληνική αποστολή ανέλαβε από το πουθενά ένα καθοδηγητικό ρόλο σ’ αυτή τη διαδικασία, γράφοντας μια διακήρυξη που υπογράφηκε από το σύνολο του March to Gaza.
Mια διακήρυξη που τις προηγούμενες ημέρες συζητήθηκε στην Τύνιδα, σ’ ένα διεθνές συνέδριο στο οποίο συμμετείχε το Sumud, το Freedom Flotilla και άλλες διεθνείς πρωτοβουλίες, η οποία μπορεί ν’ αποτελέσει ένα έναυσμα για το πως κινούμαστε από εδώ και μπρος για το Παλαιστινιακό. Οπότε, κατά κάποιον τρόπο, η ελληνική αποστολή με τη συγκρότησή της έδειξε τον δρόμο. Για μένα προσωπικά, έδειξε το δρόμο για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να υπάρχει ένα αντιπολεμικό κίνημα.
Ένα αντιπολεμικό κίνημα που μοιραία έχει μέσα του πολιτικές αντιφάσεις και εχθρότητες. Αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι δεν χρειάζονται πάρα πολλά πράγματα για να πεις «Όχι στον πόλεμο». Σε κάθε αντιπολεμικό μέτωπο και κίνημα που έχει συγκροτηθεί στην ιστορία και έχει καταφέρει να κερδίσει, οι επαναστατικές δυνάμεις ήταν αυτές που είχαν την εξουσία στους εσωτερικούς συσχετισμούς. Νομίζω ότι είναι ξεκάθαρο πως αν το March to Gaza μπορεί ν’ αποτελέσει κάτι τέτοιο, οι συσχετισμοί είναι υπέρ των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντιεξουσιαστικού χώρου και όχι υπέρ των ρεφορμιστών και των σοσιαλδημοκρατών που παρεμβαίνουν στο εσωτερικό του.

Κάπου εδώ ν’ αναφέρουμε ότι όσο εσείς βρισκόσασταν στην Αίγυπτο, εδώ πέρα στην Ελλάδα, κάποιες γραφικά τρολ του διαδικτύου, στο όνομα μιας δήθεν «υπερ-αλληλεγγύης» στην Παλαιστίνη και μιας τάχα «καθαρής πολιτικής γραμμής», είχαν το θράσος να λασπολογούν γράφοντας ότι το March to Gaza οργανώθηκε λίγο πολύ από τη… CIA και άλλες σκοτεινές δυνάμεις.
Σε πιο θεσμικό, κυβερνητικό επίπεδο είχαμε χαρακτηριστικά τον υπουργό Άδωνη Γεωργιάδη να αποκαλεί ‘περιθωριακά στοιχεία’ τα μέλη της ελληνικής αποστολής, σε μια ξεκάθαρα φιλο-ισραηλινή γραμμή, όπως είναι έτσι κι αλλιώς η στάση της κυβέρνησης Μητσοτάκη μπροστά στη γενοκτονία που συντελείται από το Ισραήλ στην Παλαιστίνη. Δεν ξέρω αν θέλεις ν’ αναφέρεις κάτι σχετικά με το ποια ήταν η στάση που κράτησαν οι ελληνικές αρχές, δηλαδή το προξενείο και η πρεσβεία, όσον αφορά όλα αυτά τα γεγονότα καταστολής και παρενόχλησης που προανέφερες. Αν δηλαδή έπαιξαν ή αποπειράθηκαν να παίξουν κάποιο ρόλο.
Ως άνθρωπος του κινήματος, έχω χρέος να πω την αλήθεια για τον πρόξενο, ο οποίος ήταν εξαιρετικά αξιοπρεπής και σε συνεχή συνεννόηση. Ο άνθρωπος δεν κοιμήθηκε μια βδομάδα προσπαθώντας να βοηθήσει. Ήταν σε συνεχή επικοινωνία με τον κόσμο της αποστολής που είχε αναλάβει να επικοινωνεί μαζί του.
Εγώ νομίζω ότι έπαιξε ρόλο ένα πράγμα, το οποίο είναι αυτή η τριπλέτα Αίγυπτος -Ελλάδα-Κύπρος και σε συνέχεια με το Ισραήλ. Δηλαδή, η γεωστρατηγική συμμαχία που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτές τις χώρες έπαιξε ξεκάθαρο ρόλο στο γιατί δεν παρενοχλήθηκε έντονα η ελληνική αποστολή.
Αυτά είναι πράγματα που καλώς ή κακώς πρέπει να τα λέμε για να γνωρίζουμε και τα προνόμια τα οποία έχουν τα διαβατήριά μας, σε αντίθεση με τα διαβατήρια άλλων χωρών, κάποιου π.χ από την Τουρκία, τη Νιγηρία ή από άλλες χώρες που δεν έχουν αυτή τη σχέση με την Αίγυπτο. Αυτή η συμμαχία ήταν ένας λόγος για τον οποίο δεν παρενοχλήθηκε η ελληνική αποστολή. Ευτυχώς ή δυστυχώς, αυτό είναι κάτι που πρέπει να το αναφέρω αφού είναι κάτι το πραγματικό.
Από εκεί και πέρα, επειδή όντως ακούστηκαν διάφορα. Είδα και τον Άρη Πορτοσάλτε, ο οποίος έγραψε χυδαιότητες για «μαύρα, βρώμικα νύχια των Αιγυπτίων» κ.λπ, και για το πως εμείς όσο κάνουμε ακτιβισμούς ταυτόχρονα παρακαλάμε το κράτος. Νομίζω ότι πολιτικά έχει αξία να ειπωθεί και το εξής: Το κράτος είναι υποχρεωμένο να δρα βάσει του νόμου. Όταν πολίτες του βρίσκονται σε μια ξένη χώρα είναι υποχρεωμένο να δράσει προς όφελος αυτών των πολιτών του. Αν αυτοί οι πολίτες του έχουν διαφορετική ιδεολογική ή πολιτική θέση, δεν είναι κάτι που πρέπει να ορίζει το πώς οι διπλωματικές αρχές του κράτους θα δράσουν σε σχέση με αυτά τα ζητήματα. Από τότε που θεωρητικοποιήθηκε, από το ‘Λεβιάθαν’ και μετά, η νομιμότητα του κράτους έγκειται στο ότι το ίδιο το κράτος διαφυλάσσει αυτή τη νομιμότητα, πράττοντας αυτά τα οποία το ίδιο έχει θεσπίσει σε νόμους. Άρα το ελληνικό κράτος είναι υποχρεωμένο να δράσει όταν εμείς είμαστε στην Αίγυπτο και παρενοχλούμαστε από τις αιγυπτιακές αρχές. Δεν πρόκειται για κάποια ηθική έκπτωση που κάνει απέναντι στους ‘αριστερούληδες’ που γενικά δεν το συμπαθούνε. Το αν ο λαός και η εργατική τάξη, η αριστερά και ο αναρχικός-αντιεξουσιαστικός χώρος δεν θέλουν αυτό το κράτος ή θέλουν να το αντιμετωπίσουν και να το πολεμήσουν κλπ, είναι ζήτημα δικό τους. Όχι του πώς θ’ αντιδράσει το κράτος. Αυτό είναι ένα γελοίο επιχείρημα το οποίο πάντα χρησιμοποιείται. Με την ίδια λογική δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιούμε ούτε δικηγόρους στις δίκες που είμαστε κατηγορούμενοι, δεν θα έπρεπε να πηγαίνουμε ούτε στην επιθεώρηση εργασίας, ούτε να κάνουμε καταγγελίες για την αστυνομική βία, ούτε τίποτα. Δεν θα παραδώσουμε στον κάθε Γεωργιάδη και τον κάθε Πορτοσάλτε τα όπλα του νόμου, τα οποία με αίμα έχει κατακτήσει η εργατική τάξη και ο λαός.
Κλείνοντας, κάτι για την επικαιρότητα: Μέρα με τη μέρα τη βλέπουμε να εξελίσσεται με τρόπο πολύ ανησυχητικό μετά από την κήρυξη πολέμου από το Ισραήλ στο Ιράν, την παρέμβαση των ΗΠΑ, τα διαγγέλματα ειρήνης και πολέμου που αναρτά συνεχώς ο Τραμπ, αναιρώντας συχνά το ένα το άλλο.
Όποιες και αν είναι οι εξελίξεις στο γεωπολιτικό επίπεδο στη Μέση Ανατολή αλλά και ευρύτερα, και με ότι αυτές μπορούν να σημάνουν, το γεγονός της συνεχιζόμενης γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού στη Λωρίδα της Γάζας, της κατοχής στη Δυτική Όχθη, παραμένει. Ακόμα και σήμερα που μιλάμε [24/6] οι Ισραηλινοί συνεχίζουν τα εγκλήματά τους, βομβαρδίζοντας και δολοφονώντας άμαχους, ακόμα και σε λεγόμενα «κέντρα διανομής τροφίμων». Παράλληλα, καταπατούν κάθε εκεχειρία που έχει συμφωνηθεί, είτε στη Γάζα, είτε στο Λίβανο, είτε τώρα με το Ιράν. Όλα αυτά δείχνουν σε κάθε περίπτωση ότι το Ισραήλ σκοπεύει να συνεχίσει να αποτελεί τον εμπρηστή του πολέμου στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, αλλά και ευρύτερα σε παγκόσμιο επίπεδο.
Με δεδομένο ότι ο ρόλος της Ελλάδας είναι ξεκάθαρος, μέσα από την επιλογή της άρρηκτης συμμαχίας και της στήριξης που εξακολουθεί να παρέχει η κυβέρνηση Μητσοτάκη στην κυβέρνηση Νετανιάχου, αν θέλεις κλείνοντας ν’ αναφέρεις συνοπτικά ποια θεωρείς ότι πρέπει να είναι τα βήματα από εδώ και πέρα σε τοπικό επίπεδο, σε σχέση με την αλληλεγγύη στον παλαιστινιακό λαό και την αντίστασή του, όσον αφορά δηλαδή τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να υπάρξει μια αποτελεσματική μαζική παρέμβαση που να λειτουργήσει ως μπλόκο στη γενίκευση του πολέμου και τη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού.
Τις προηγούμενες μέρες γράφτηκε ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο που έλεγε ότι μέχρι τώρα η επαναστατική θεωρία μάς δείχνει ότι, σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους, η εργατική τάξη και ο λαός της επιτιθέμενης χώρας πρέπει να στρέψει τα όπλα στο εσωτερικό και ν’ αντιμετωπίσει στα ίσα την αστική «του» τάξη. Αυτή τη στιγμή, αυτό είναι κάτι που θα μπορούσαμε να πούμε για το Ισραήλ. Όμως αυτή τη στιγμή στο Ισραήλ δεν υπάρχει καμία εργατική τάξη και κανένας λαός που να θέλει να στρέψει τα όπλα ενάντια στην αστική τάξη «του». Αυτό είναι κάτι που πρέπει να έχουμε κατά νου, γιατί έχουν δημιουργηθεί ενδεχομένως κάποια κενά στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τη θεωρία μας.
Ο μόνος τρόπος λοιπόν που είχαμε υπόψη για να σταματήσει ένας πόλεμος, όπως π.χ στο Βιετνάμ, ήταν εκείνος των έντονων κινητοποιήσεων, των δυναμικών ενεργειών κ.λπ, στο εσωτερικό της χώρας που τον έχει εξαπολύσει. Όταν δεν υπάρχει περίπτωση για κάτι τέτοιο, τότε πρέπει να δούμε τα αναβαθμισμένα καθήκοντα που μπαίνουν στους συμμάχους αυτής της χώρας. Το Ισραήλ δεν είναι μόνο του. Αυτή η χώρα εξοπλίζεται υλικά, οικονομικά, ηθικά, πολιτικά, από το σύνολο της Δύσης αλλά και από άλλες δυνάμεις (Ινδία κ.α).
Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα δρα ημιπαράνομα και σε υποστήριξη προς το Ισραήλ ένα μεγάλο κομμάτι της αστικής και δη της εφοπλιστικής τάξης, ενώ παράλληλα υπάρχει ξεκάθαρη πολιτική και στρατιωτική στήριξη από την κυβέρνηση. Υπάρχουν βάσιμα δημοσιεύματα που ισχυρίζονται ότι χρησιμοποιήθηκε η βάση της Σούδας στο πρόσφατο χτύπημα που έκαναν οι Αμερικάνοι στο Ιράν.

Όλα αυτά μας φέρνουν ενώπιον μερικών ξεκάθαρων διεθνιστικών-αντιιμπεριαλιστικών καθηκόντων, τα οποία είναι τα ακόλουθα: Έχουμε χρέος να συγκροτήσουμε ένα αντιπολεμικό και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, το οποίο να βασίζεται όντως στην εργατική τάξη, στα σωματεία, τα συνδικάτα. Αυτά δηλαδή είναι ζητήματα που πρέπει να τα θέτουν πρώτα οι εργάτες που βαστάνε στα χέρια τους την παραγωγή. Αυτοί που μπλοκάρουν, όποτε τα καταφέρνουν, τα τραίνα με τα πολεμοφόδια που πηγαίνουν στην Ουκρανία, τα πλοία που στέλνουν οπλισμό στο Ισραήλ κ.λπ. Αντίστοιχα, πρέπει να μπλοκαριστούν τα τάνκερ που μεταφέρουν πετρέλαιο στο Ισραήλ, οι εταιρίες όπως τα Carrefour, τα ΚFC και όλες εκείνες που αναφέρονται από το BDS, οι οποίες χρηματοδοτούν και χρηματοδοτούνται από το Ισραήλ.
Το βασικό ζήτημα για το πώς σταματάει ο πόλεμος είναι το πώς σταματάει η παραγωγή που τον συντηρεί και τον ενισχύει. Οπότε γι’ αυτό χρειάζεται ένα ισχυρό αντιπολεμικό κίνημα με ταξική βάση. Ένα δεύτερο ζήτημα είναι ότι χρειαζόμαστε ένα αντιπολεμικό κίνημα με λαϊκές ρίζες. Να μπορεί να κατεβάσει στο δρόμο πολλές χιλιάδες κόσμου και ν’ απαιτήσει το κλείσιμο των ΝΑΤΟϊκών βάσεων στην Ελλάδα, την απεμπλοκή της Ελλάδας από τη συμμαχία της με το κράτος του Ισραήλ, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, αλλά και εκείνη από το ReArm Europe που βάζει την Ευρώπη σε μια κατεύθυνση πολεμικού υπερεξοπλισμού.
Ο μόνος τρόπος για να γίνουν αυτά τα πράγματα είναι η ύπαρξη ενός αντιπολεμικού κινήματος, βασισμένου στο λαό και την εργατική τάξη. Αυτό είναι κάτι που ως ενδεχόμενο παραμένει όντως ανοιχτό. Μέχρι τώρα δυστυχώς, όλες οι πολιτικές δυνάμεις έχουν αποτύχει να το θέσουν στα σοβαρά. Έχουν αποτύχει να κατεβάσουν τις πολλές χιλιάδες ανθρώπων στους δρόμους, βάζοντας ένα απλό αίτημα: «Όχι στον πόλεμο. Όχι στην εμπλοκή, καμία συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ, τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.».
Δεν ξέρω με ποιον τρόπο μπορούν οι πολιτικές δυνάμεις να συγκροτήσουν ένα τέτοιο κίνημα. Ξέρω όμως ότι αν το March to Gaza καταφέρει να συνεχίσει -ως συνέλευση και δομή- να κινητοποιεί, όπως έχει κάνει μέχρι τώρα, μεγάλα κομμάτια ανένταχτου κόσμου αλλά και μεγάλα κομμάτια του πολιτικού δυναμικού του κινήματος, τότε αυτή είναι μια βάση πάνω στην οποία μπορεί να συγκροτηθεί ένα τέτοιο αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό κίνημα. Γιατί τώρα, αυτό που έχουμε ανάγκη είναι ένα τέτοιο κίνημα.
*Οι φωτογραφίες είναι του Αλέξανδρου Ζήλου που συμμετείχε με την ελληνική αποστολή στο March to Gaza.
