ΑΘΗΝΑ
01:49
|
25.06.2026
Σήμερα συμπεθέρες δεν υπάρχουν, όλο όμως το σχετικό μεντάλιτι συμπεθέρας έκανε μετάσταση στους κριέιτιβ.
Κυψέλη, Φωτογραφία: Γιώργος Σερβετάς
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Υπάρχει μια γωνιά της Ελλάδας που να αντέχει έναν φακό κολλημένο στη μούρη; που αν τη γράψεις, την αναπαραστήσεις, τη φωτογραφίσεις, μπορείς να είσαι περήφανος για αυτήν; Κάποτε ήταν τα νησιά, ήταν η σε προβιομηχανικό στάδιο Ήπειρος, ήταν τα πολύ ενδιαφέροντα και μορφωμένα, αρκετά εξεγερμένα Εξάρχεια, ήταν για κάποιους «η Αλλαγή». Μπορούσε κανείς να βρει ίχνη περηφάνιας σε συλλογικές ταυτότητες, κάτι υπήρχε εκεί όσο οι άνθρωποι καβαλούσαν ένα κύμα συλλογικής ευημερίας, όσο κάθε πόλη, κάθε γη ή κάθε βράχος δεν ήταν προς αξιοποίηση, ένα άσετ για τα παράσιτα που έχουν μάθει στο κοινοτικό χρήμα, αλλά ένας τόπος όπου ζουν άνθρωποι, που συνήθως θέλουν να έχουν μία ωραία ζωή και όχι να σωρεύουν χρήματα που δικαιώνονται με ένα ακριβό διπλοκάμπινο ή έστω ένα γερμανικό SUV.

Θυμάμαι την Κυψέλη στις αρχές του 2000. Ήταν μια ξεπεσμένη γειτονιά. Έβρισκε την ταυτότητά της στους μύθους κάποιας παλιάς υποτίθεται αστικότητας, επειδή η αστικότητα λειτουργεί ακριβώς έτσι: από μακριά φαίνεται καλύτερα. Ωστόσο ήταν μια γειτονιά ξεπεσμένη. Ίσως σε κάποιους αρέσει να τη λένε πολυπολιτισμική, αλλά ποτέ δεν υπήρξε τέτοια. Οι μετανάστες στην Κυψέλη, για τις γηραιές ιδιοκτήτριες των ρετιρέ της Φωκίωνος ήταν ένα σημάδι «πώς καταντήσαμε εμείς που ήμασταν αρχόντοι», δεν ήταν ποτέ κομμάτι του κοινωνικού ιστού. Σήμερα, μένοντας στην πλατεία Αμερικής αλλά και τσιμπώντας καμιά κουβέντα που μου λέει κανένας πιο ειδικός, καταλαβαίνω ότι η Αθήνα της μεγάλης ανοικοδόμησης είχε από την αρχή χτιστεί έτσι, οι ταξικές διαφορές εκφράζονταν με το ύψος του ορόφου των πολυκατοικιών. Όσο πιο κοντά στον δρόμο είσαι, τόσο πιο αφόρητη η Αθήνα που βιώνει κανείς.

Φωτογραφία: Γιώργος Σερβετάς

Αν το όνειρο κάθε πολεοδόμου είναι οι μικτές χρήσεις, οι ζωντανές γειτονιές και αν στην Αθήνα αυτό επιτεύχθηκε, είναι κάτι που οι κάτοικοί της, κυρίως οι καλοβαλμένοι μικροαστοί, ποτέ δεν αγκάλιασαν. Δεν θέλουν να βλέπουν τους άλλους. Ακόμα και στα χρόνια της μαζικής παραγωγής αφηγήσεων, του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου, μετρημένες είναι οι ταινίες που βγήκαν έξω από τη μικροαστική φούσκα: η «μαγική πόλη» και η «συνοικία το όνειρο». Ο αποκλεισμός από το βλέμμα αποκρυσταλλώθηκε ως σήμα της πόλης. Η κατεβασμένη τέντα θα μπορούσε να είναι η εικόνα της Αθήνας. Το έχω ξαναγράψει αυτό, δεν είναι εκεί για να προστατεύει από τον ήλιο, ούτε για να προφυλάσσει από τα αδιάκριτα βλέμματα μια ιδιωτική ζωή. Εξάλλου, όσο πιο φτωχή σε συγκινήσεις είναι αυτή η τελευταία, τόσο πιο κατεβασμένη είναι η τέντα. Η τέντα είναι εκεί για να αποκλείσει τους άλλους από τη θέα του διαμερίσματος.

Η σημερινή Ελλάδα μοιάζει παντού Κυψέλη. Όχι λόγω της πυκνοκατοίκησης, όχι λόγω του θρυλούμενου, τόσο πρόσκαιρου που το λες και ανύπαρκτο, αστικού παρελθόντος της. Η σημερινή Ελλάδα είναι το μέρος που δεν θέλει να βλέπει τον εαυτό της. Μου τραβάνε το ενδιαφέρον τα χιπστεροκαφέ της Κυψέλης και ο κόσμος τους, τα μπαρ «που δεν έχουμε κοινές μπίρες», που δεν σερβίρουν καφέ αλλά αγγουράδα, που δεν έχουν τσίπουρο παρά μόνο για κοκτέιλ. Το κριέιτιβ ίνταστρι δεν θέλει να θυμάται ότι το λοφτ είναι σε μια πόλη καθημαγμένη από τη φτώχεια, ότι το δυάρι έγινε ερμπιενμπι επειδή πετάχτηκε έξω ένας κάτοικος. Ο μικροαστισμός έχει βαθιές ρίζες, κάποτε ήταν αυτά που δεν έπρεπε να δει η συμπεθέρα, σήμερα συμπεθέρες δεν υπάρχουν, υπάρχει όμως πάντα αυτό που δεν πρέπει να δει ο δυτικός τουρίστας. Όλο το μεντάλιτι της συμπεθέρας έκανε μετάσταση στους κριέιτιβ.

Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτό το σώμα επειδή είναι το σινάφι μου, επειδή όπως έλεγε και ο Μπέρτολτ, έχω και εγώ την ίδια μυρωδιά. Και για έναν ακόμη λόγο, σημαντικότερο: η δουλειά μας είναι οι αναπαραστάσεις. Η γραφή, κάθε γραφή, παράγει αυθεντία, παράγει τους νόμιμους τρόπους ανάγνωσης της πραγματικότητας Οι αναπαραστάσεις και η γραφή λοιπόν είναι εργαλείο άσκησης εξουσίας, εργαλείο πολέμου. Ποια είναι λοιπόν εκείνη η γωνιά μας, στην οποία μπορούμε να κολλήσουμε μια κάμερα και η εικόνα της να μας βγάλει ασπροπρόσωπους; Να είναι τέτοια ώστε να παράγει μια συλλογική αφήγηση, μια συλλογική ταυτότητα φτιαγμένη από εμάς για τα δικά μας μάτια και όχι για τα μάτια του επισκέπτη; Και ακόμα, ποια θα ήταν ή ποια είναι εκείνη η ταυτότητα, η συλλογική μας αφήγηση, πώς ορίζεται αυτό το «εμείς».

Φωτογραφία: Γιώργος Σερβετάς

Ζορίζομαι να το βρω. Ξέρω ότι κάπου υπάρχει ή έστω ότι είναι ζωτικό να υπάρξει. Μέχρι τότε, μου είναι πρόβλημα σχεδόν πρακτικό. Πώς μπορώ να προσεγγίσω το διδακτορικό μου, πάνω στην οπτική ανθρωπολογία και την ανθρωπολογία του τοπίου, χωρίς η αφήγησή μου να γίνει μια λοιδόρηση μιας ταυτότητας που είναι και δική μου; Θα δείξει.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Σε ύφεση η φωτιά στο παλιό ξενοδοχείο ΠΑΛΛΑΣ στο Λουτράκι

Αναζητούν τον 17χρονο Κωνσταντίνο Δ. που εξαφανίστηκε στη Νίκαια

Νεκρά εκατοντάδες χιλιάδες πτηνά στη Γαλλία λόγω καύσωνα

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα