ΑΘΗΝΑ
21:07
|
23.06.2026
Αναπόφευκτα η μνήμη οδηγεί σε μία συγκεκριμένη στιγμή της δεκαετίας του ‘70 στην Ιταλία, στο κίνημα της «αυτομείωσης».
«Μην πληρώνεις τον λογαριασμό», τοιχογραφία του Davide Danti για το κίνημα της «αυτομείωσης», Μιλάνο 1976
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Αντιμέτωποι όλο και περισσότεροι Ευρωπαίοι με την ανυποχώρητη ακρίβεια σε μία σειρά από ζωτικά προϊόντα και υπηρεσίες, που διαρκώς κονιορτοποιούν το διαθέσιμο εισόδημά τους κι έχοντας ενόψει της λεόντιας, μονομερούς οφέλους, συμφωνίας που συνήψε η ηγεσία της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ, η οποία μέλλει να φέρει ακόμη μεγαλύτερες χρεώσεις σε ενέργεια και καταναλωτικά αγαθά, απομένει να δούμε πότε οι πολίτες μίας ηπείρου, που έχει εκχωρήσει τη θρυλούμενη από την ίδρυσή της πολιτικο-οικονομική και γεωστρατηγική αυτονομία της από τις «μεγάλες δυνάμεις», θα ξυπνήσουν -όπως έλεγε και ο ιδρυτής της έννοιας του (ηθικού και ρεπουμπλικανικού) κοσμοπολιτισμού Ιμάνουελ Κάντ- από τον δογματικό τους ύπνο.

Μπροστά στην αδιαφορία της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης και των εθνικών ηγεσιών, που στηρίζουν το ολέθριο «όραμα» της Ούρσουλας φον ντερ Λάιεν και των διάφορων αυτόκλητων σωτήρων της Ε.Ε. (Μάριο Ντράγκι, Ενρίκο Λέτα, Εμανουέλ Μακρόν, μην πούμε για τους ακροδεξιούς), που βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη με κάθε κόστος της στρατιωτικής βιομηχανίας κι όποιας άλλης μορφής ευκαιριακής, αλλά χρυσοφόρας, επιχειρηματικότητας (βλέπε ενέργεια, κατασκευές, μεταφορές), που στην ουσία στηρίζουν τις πολεμικές βλέψεις, τι μπορούνε να κάνουν οι ανυπεράσπιστοι (πλέον και κομματικά) πολίτες; Ίσως κάποια παραδείγματα από την Ιστορία μπορούνε να μας βοηθήσουν να βρούμε κάποιο αντίστοιχο αντίβαρο στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα της στενότητας για τους πολλούς και τα κέρδη για τους λίγους.

Αναπόφευκτα, για εκείνους που μελετούν συγκεκριμένες φάσεις των γεγονότων και την Ιστορία των πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων, η μνήμη οδηγεί σε μία συγκεκριμένη στιγμή της δεκαετίας του ‘70 στην Ιταλία. Το κοινωνικό στη βάση και τα χαρακτηριστικά του κίνημα της «αυτομείωσης» (autoriduzione) των πληρωμών από εργαζόμενους κι ευάλωτους πολίτες, συνταξιούχους, νέους, άνεργους, απολυμένους, που αρνούνταν να χρεωθούν αυτοί την αδηφαγία του κεφαλαίου και τη μετακύλιση του κόστους των επενδύσεων που οι επιχειρήσεις έπρεπε να κάνουν για να περάσουν αναγκαστικά στις νέες συνθήκες παραγωγής που τότε εμφανίζονταν (τογιοτισμός, υπολογιστές, ρομποτική, πρώιμος μεταφορντισμός) στην υπόλοιπη κοινωνία. Μία τακτική που εκείνη την εποχή βρήκε τόσο ευρεία κοινωνική αποδοχή και εφαρμογή που, ακόμη και μη εξτρεμιστικές οργανώσεις, όπως τα συνδικαλιστικά σωματεία, από την κομμουνιστική CGIL, ίσαμε τα πιο σοσιαλδημοκρατικά ή φιλελεύθερα CISL και UIL, αναγκάσθηκαν να υποστηρίξουν σε κάποιο βαθμό και να ανεχθούν τις αυτομειώσεις, ως έσχατη μορφή αντίστασης των εργαζομένων στις αυξήσεις τιμών που είτε θέσπιζε, είτε υπέθαλπε η ιταλική κυβέρνηση.

Βαθιά πολιτική πέρα από αυθόρμητη πράξη

Η αυθόρμητη τούτη αντίδραση της κοινωνίας βέβαια συμπίπτει με τα χρόνια του «μακρού ιταλικού ‘68». Τότε, που καταγραφόταν μία αφύπνιση της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησης σε μεγάλα τμήματα  και ομάδες του πληθυσμού. Τότε, που σε συνδυασμό με την παγκόσμια κρίση, άνοιγε ένα πραγματικό ρήγμα στη συνέχεια της συνομολογηθείσας ισορροπίας μετά το Σύνταγμα του ‘48 και την αποδοχή της συνύπαρξης του Τολιατικού οράματος για τον Κομμουνισμό με τις παραδοσιακές δυνάμεις του κεφαλαίου.

Μία συνύπαρξη που παγιώθηκε, με τις όποιες διακυμάνσεις της, στο πλαίσιο των διεκδικήσεων, στο μοίρασμα του «ελέγχου» (των συνδικαλιστών από την μία μεριά και των μέσων παραγωγής από την άλλη) στα μεγάλα εργοστάσια κατά τη διάρκεια της «οικονομικής έκρηξης» στην Ιταλία του ‘50 και ‘60. Μία ισορροπία που αμφισβητήθηκε όμως μετά το ‘65, πρώτα από τη νέα ερμηνεία της εργατικής οργάνωσης και του κοινωνικού οράματος από τον  Οπεραϊσμό, αλλά κυρίως με την ανάδυση του σπουδαστικού κινήματος και της Αυτονομίας. Ένα κίνημα αμφισβήτησης τόσο του κράτους, της εξουσίας και της αναπαραγωγής του στην κοινωνία, αλλά και της ίδιας της κομματικής γραμμής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που προϊόντος του χρόνου έμελλε να μεταλλαχθεί μέσα από την εκδοχή του Ευρωκομμουνισμού, που εισήγαγε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, σε μία σοσιαλδημοκρατική τακτική σκιώδους στήριξης (κοινοβουλευτικά, αλλά και έμπρακτα) των εύθραυστων κυβερνήσεων των Χριστιανοδημοκρατών και των συμμάχων τους.

Εκείνη την εποχή, με την προτροπή αρχικά της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και τα συνδικάτα και οι άλλοι κοινωνικοί φορείς οργάνωναν εκστρατείες για την αυτομείωση των λογαριασμών της ηλεκτρικής εταιρείας Enel και των εισιτηρίων των μέσων μαζικής μεταφοράς, τα οποία είχαν υποστεί σημαντικές αυξήσεις στα τέλη του καλοκαιριού του 1974. Στο Τορίνο, μάλιστα ένα φυλλάδιο της Ομοσπονδίας Cgil-Cisl-Uil καλούσε τους εργάτες της πόλης σε «αυτοάμυνα» ενάντια στις  αυξήσεις, που θέσπισε στις 22 Ιουλίου η κυβέρνηση Ρούμορ και θεωρήθηκαν απ’ όλους άδικες.

Εντούτοις, η πολιτική πράξη της αυτομείωσης εμπεριέχεται, μαζί με το δικαίωμα στην κατοικία (που εκφράσθηκε με τις καταλήψεις), την υγεία, την ισότητα των φύλων, το διαζύγιο και τις αμβλώσεις  και μέσα στις προγραμματικές διεκδικήσεις του αυτόνομου εργατικού κινήματος, που χαρακτήρισε το «θερμό φθινόπωρο» του 1969. Το κίνημα των καταλήψεων στα εργοστάσια, τις διαδηλώσεις και τις απεργίες, που κατέληξαν στη σύναψη του πρωτοποριακού «Καθεστώτος των Εργαζομένων» (ίσως την τελευταία νίκη των εργαζομένων απέναντι στα αφεντικά). Και που έληξε δυστυχώς τραγικά με τη νεοφασιστική βομβιστική επίθεση στην πλατεία Φοντάνα, που οδήγησε το κοινωνικό κίνημα στην αυτοάμυνα και, φευ!, στην τρομοκρατική φάση, με πρωτοπόρες τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Αυτοί οι εργατικοί αγώνες, όπως κανείς μπορεί να τους δει να αποτυπώνονται στα έξοχα βιβλία του Νάνι Μπαλεστρίνι (είτε το «Θέλουμε τα πάντα», είτε το ανεπανάληπτο Orda d’ Oro, που έγραψε με τον Μορόνι, βλέπε σελ. 426), που ξεκίνησαν την άνοιξη του ‘68 και κορυφώθηκαν το φθινόπωρο του ’69, είχαν στόχο την ισότητα σε μισθούς, μείωση των εντατικών ρυθμών εργασίας και του φόρτου εργασίας, τον εγγυημένο μισθό, μέτρα για την υγεία των βελτίωση των βλαπτικών συνθηκών εργασίας στα εργοστάσια και τους άλλους χώρους δουλειάς καταπολέμηση της βλαπτικότητας για την υγεία, η αυτομείωση των ρυθμών εργασίας και φυσικά την «αυτομείωση» των τιμών στα τιμολόγια των κοινωνικών υπηρεσιών.

Μάλιστα, η αντίσταση αυτή να πληρώνουν οι εργαζόμενοι τις αυθαίρετες αυξήσεις, για τις οποίες οι ίδιοι ποσώς ευθύνονται και οι οποίες μόνο τον πλουτισμό των εργοδοτών εξυπηρετούν, αναδεικνυόταν κι από την κινηματική φιλολογία της εποχής ως πρώτο βήμα και για την αφύπνιση της εργατικής και ταξικής συνείδησης, αλλά κυρίως για να αποκτηθεί από τη μεριά των εργαζομένων πλατιά επίγνωση (και πάνω της να οργανωθεί η αντίσταση) για τον τρόπο και τις συνθήκες της εκμετάλλευσης της δικής τους εργατικής δύναμης, η οποία βρίσκεται κατά τον Μαρξ στη βάση της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της δημιουργίας υπεραξίας.

Αλλά και μέσα στα θεωρητικά πλαίσια του Μετα-Οπεραϊσμού των αρχών της δεκαετίας του 1970 για το (οραματικό) ξεπέρασμα και για το τέλος της εργασίας και τον ενταφιασμό δια παντός της θεωρίας της αξίας, όπως την είχε διατυπώσει ο Μαρξ (η οποία θεωρεί την εργασία ως την ουσία της αξίας) και όπως εκφράζεται αυτή μέσα από  την επανερμηνεία του διάσημου «αποσπάσματος για τις μηχανές» που περιέχεται στα Θεμελιώδη Σχεδιαγράμματα για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse).

Οι αυτομειώσεις στην ουσία αποτελούν ένα σκέλος στο ευρύ φάσμα των πρακτικών για την «προσαρμογή του κόστους στις τσέπες» των εργατών και συνιστά τον προθάλαμο για την «πρακτική της ιδιοποίησης», η οποία σταδιακά μετατρέπεται στο το πιο σημαντικό ταυτοτικό στοιχείο υπό διαμόρφωση πολιτικού χώρου, που θα θεωρητικοποιηθεί πάνω απ’ όλα από την Autonomia Operaia, που θα προτάξει το θέμα της εκτεταμένης και νομιμοποιημένης κοινωνικής παρανομίας. Παρανομία όπως φυσικά με όρους της αρχής της κατοχής των μέσων και της ιδιοκτησίας την ορίζει η καθεστηκυία αστική τάξη και κυρίως η άρχουσα, αλλά στην ουσία είναι νόμιμη απαλλοτρίωση περιουσίας που εκφράζεται με μαζική έκφραση της ανομίας, ακόμη και «εκτεταμένη άσκηση βίας».

Μία απαλλοτρίωση, που δεν θα είναι στη μορφή του απλού «Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω», όπως στο θεατρικό του Εντουάρντο ντε Φιλίπο, αλλά θα περιλαμβάνει και την αυτομείωση των κοινωνικών δασμών, δηλαδή επέκταση της νομιμότητας της μερικής πληρωμής βάσει συναίνεσης. Αλλά κυρίως θα περιλαμβάνει και «ιδιοποίηση» της μισθωτής εργασίας και του χρόνου της ζωντανής και κοινωνικής παραγωγής στο εργοστάσιο, με μονομερή μείωση των ωρών εργασίας, όχι κατόπιν κλαδικών διαπραγματεύσεων μόνο, αλλά και «απόφασης» εν είδει «διατάγματος» των ίδιων των εργαζομένων, όταν κρίνουν πως βλάπτονται.

Φυσικά υπήρξαν και οι «καθώς πρέπει» επικριτές των αυτομειωτών, τους οποίους αποκαλούσαν «Πορτογάλους» (από την μεταφορική φράση fare il Portoghese, κάνω τον Πορτογάλο, που προκύπτει από τα προνόμια που κάποτε είχαν στην παπική Ρώμη οι Πορτογάλοι και στιγματίζει όσους θέλουν επικαλούμενοι κάποιο λόγο να μην πληρώνουν εισιτήριο κλπ). Και φυσικά, τους αναθεμάτιζαν ως απλούς «τρακαδόρους» που δεν θέλουν να πληρώσουν για αυτό που κατανάλωσαν ή σκοπεύουν να καταναλώσουν.

Ο πόλεμος των συναυλιών

Ιδιαίτερη επιτυχία είχε η τακτική (και τούτο φανερώνει το μεγάλο επίπεδο του αυθορμητισμού της πράξης) στον χώρο των νέων και κατά μεγάλο βαθμό στον λεγόμενο «Πόλεμο για τις Συναυλίες» της εποχής. Τότε που οι νέοι, κυρίως, θεατές αρνούνται να πληρώσουν το αλμυρό εισιτήριο, που θα καρπωθούν οι εταιρείες παραγωγής, για να δουν τους Rolling Stones, τους Santana, τους  Led Zeppelin ή τα άλλα μεγάλα συγκροτήματα της εποχής.  Αλλά πέρα από το οικονομικό στοιχείο, το αίτημα για «μείωση» των συναυλιών κυρίως συνδυαζόταν  με ένα συγκεκριμένο και κεντρικό όραμα -που τότε απαντούσε σε πολλούς Ιταλούς δημιουργούς πχ Φαμπρίτσιο ντε Αντρέ, Φραντσέσκο Γκουτσίνι, Κλάουντιο Λόλλι, Πιεράντζελο  για το επάγγελμα του καλλιτέχνη και τη σχέση του με το κοινό, τους αγώνες, τις πλατείες, τη δουλειά κλπ.  Ακόμη ακόμη και για το τι θα έπρεπε να θεωρείται τέχνη και συγκέντρωνε όλες τις αρχές και τις (καταστασιακές) διεκδικήσεις των αντιεξουσιαστικών κινημάτων και της νεανικής αντικουλτούρας.

Η εναρκτήρια αφορμή για την αυτομείωση ήταν η συναυλία των Rolling Stones  στις 9 Οκτωβρίου 1970 στο Μιλάνο, όπου στις συγκρούσεις των αυτομειωτών με τις αρχές και την ασφάλεια του Παλαλίντο, υπήρξαν συλλήψεις και τραυματισμοί. Ακολούθησαν οι συναυλίες των Santana, Jethro Tull, Chicago, Humble Pie, ενώ το αποκορύφωμα ήλθε στη συναυλία των Led Zeppelin τον Ιούλιο του 1971. Σ’ αυτή τη συναυλία, όπου συμμετείχαν και πολλοί μεγάλοι Ιταλοί δημιουργοί (Τζάνι Μοράντι, Λούτσο Ντάλα, Μίλβα, Ρίκι ε Πόβερι κλπ) εκατοντάδες νεαροί εισέβαλαν χωρίς εισιτήριο και στα επεισόδια κινδύνευσε κι η σωματική ακεραιότητα πολλών τραγουδιστών στο πάλκο και στα παρασκήνια. Μάλιστα οι Led Zeppelin δεν ξαναπρογραμμάτισαν ποτέ άλλοτε ξανά μία συναυλία στην Ιταλία! Σειρά είχαν στη διάρκεια των χρόνων και πολλοί άλλοι καλλιτέχνες: το 1976 όταν επέστρεψε ο Κάρλος Σαντάνα, είχαν υψωθεί πανό με το σύνθημα «μισώ τον Σαντάνα, τον σκλάβο της CIA», ενώ σε συνεντεύξεις τους σε μέσα της εποχής, κύριοι υποκινητές των αυτομειωτών στις συναυλίες υπογράμμιζαν τον πολιτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της κίνησης με δηλώσεις τύπου «Θα καταστρέψουμε τη μουσική, γιατί είναι ένα αστικό προϊόν!».

Μαζικότητα

Λογικό λοιπόν είναι ότι στην πορεία, το ίδιο το κίνημα των «αυτομειωτών» επαναπροσδιορίζεται εννοιολογικά, στους απλούς autoriduttori και στους incazzati (τους «τσαντισμένους»), που εντάσσονται στον πολύ ευρύτερο πολιτικό  διάλογο περί αυτομείωσης και (επαν)οικειοποίησης των μέσων.

Όπως και το εκτεταμένο κύμα των καταλήψεων κτιρίων και διαμερισμάτων για να στεγασθούν οι φτωχές, άστεγες, οικογένειες, οι άνεργοι, οι εργαζόμενοι νέοι κι οι φοιτητές που δεν τα βγάζουν πέρα, έτσι κι οι «αυτομειώσεις», αποτέλεσαν μια ρεαλιστική απάντηση, στην οποία κατέφυγαν οι λαϊκές τάξεις και ομάδες, που δεν διέθεταν  απαραίτητους πόρους για να ικανοποιήσουν ορισμένες βασικές ανάγκες (ενοίκιο, ηλεκτρικό ρεύμα, τηλέφωνο, αστικές μεταφορές). Επίσης, διασταλτικά, αποτελούσαν επίσης μία δίκαια αξίωση για το δικαίωμα να υπάρξει πρόσβαση σε φαινομενικά μη πρωτογενή πολιτιστική κατανάλωση (όπως συναυλίες ροκ  ή τον κινηματογράφο), που για τη μαζική κουλτούρα κι ιδίως τους νέους και την κοινωνικοποίηση και την επιμόρφωσή τους είναι βασικά και σημαντικά στοιχεία.

Είναι σαφές πως η αυτομείωση σαν πρακτική δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα, ούτε καν τόσο πολύ στη βάση του, αλλά γίνεται μέσα στην πράξη του πολιτικό: στο βαθμό που μαζικά κοινωνικές ομάδες, μη περιθωριακές και «νομοταγείς», αρχίζουν να ασκούν παρανομία, τότε αναδύεται μια μαζική παρανομία που ντε φάκτο μετατρέπεται σε μια νέα νομιμότητα. Άλλωστε εκείνα τα χρόνια, η έννοια της «αυτονομίας» έρχεται να επαναπροσδιορίσει ριζικά ποιές είναι οι σφαίρες της «νομιμότητας» -στην πιο έσχατη παρεκτροπή της η τρομοκρατία καθαγιάζει τις ένοπλες ληστείες, τις απαγωγές, τους πυροβολισμούς στα πόδια (gambetizzare) και φυσικά τις εκτελέσεις αντιπάλων. Η Αυτονομία είναι απαλλαγή από τους περιορισμούς του (αστικού) νόμου και τις κατασταλτικές ρήτρες ή δυνάμεις του. Ουσιαστικά, οι αυτομειώσεις γίνονται αντιληπτές με πολύ διαφορετικό τρόπο από το απλό «μη πληρωμή» -κάτι που είδαμε κι εδώ στην κίνηση με τα διόδια στην περίοδο της κρίσης.

Με την κατάληψη ενός διαμερίσματος, κάνοντας «προλεταριακά ψώνια», όπως ονομάζονταν, στο σούπερ μάρκετ και αυτομειώνοντας τους λογαριασμούς του, το ποσό του εισοδήματος που χρειάζεται κάποιος για να τα βγάλει πέρα βελτιώνεται ριζικά και μπορεί κανείς να απελευθερωθεί, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, από τον εκβιασμό της μισθωτής εργασίας και της αξίας του χρήματος σε αντιστοιχία με το κόστος ζωής.

Κάποιος εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί εάν οι πρακτικές αυτομείωσης ήταν πραγματικά μαζικές και ποιο αποτέλεσμα πέτυχαν. Σύμφωνα με πρόσφατη  μελέτη του Καρλο Ριφορμέτι εκείνην την εποχή το  περιοδικό της αυτονομίας Re Nudo (Γυμνός Βασιλιάς), μιλούσε για 20.000 αυτομειωτές ενοικίου στο Μιλάνο, ενώ άλλες πηγές ανεβάζουν τον αριθμό σε 130.000 αυτομειωμένους λογαριασμούς στο Τορίνο από την 1η Δεκεμβρίου 1974. Η εφημερίδα Repubblica έκανε λόγο για 6.000 αυτομειωμένους λογαριασμούς τηλεφώνου (SIP) σε μια μεσαία πόλη όπως η Πάρμα, μόνο κατά το τελευταίο τρίμηνο του 1975. Η Επιτροπή Αυτομείωσης της Πάντοβα κάνει λόγο για περίπου 7.000 αυτομειώσεις του λογαριασμού της SIP τον Οκτώβριο του 1975, ενώ το «Μανιφέστο» υπενθυμίζει ότι το 1974 το 75% των 40.000 κατοίκων του προαστίου της Μαλιάνας ατη Ρώμη  εφάρμοζε μονομερώς αυτομείωση των ενοικίων…

Εκείνο που είχε μεγάλη επιτυχία ήταν η αυτομείωση των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος σε όλα τα προάστια. Μία κίνηση που ξεκίνησε από τους ίδιους τους  εργαζόμενους της ENEL, οι οποίοι απαίτησαν για τους ίδιους, αλλά και για τους άλλους εργαζόμενους, το δικαίωμα να πληρώνουν 8 λίρες ανά kW για την ηλεκτρική ενέργεια. Αυτή ήταν η τιμή στο τιμολόγιο που πλήρωναν οι βιομήχανοι για την παραγωγή. Το σύνθημα ήταν εκείνη την εποχή: «Κι εμείς θα πληρώνουμε 8 λίρες ανά κιλοβατώρα για ηλεκτρικό ρεύμα, ούτε μια λίρα περισσότερο από όσο πληρώνει ο Ανιέλι!».

Μάλιστα, στο Τορίνο, τα συνδικάτα της ENEL είχαν απειλήσει με απεργία σε περίπτωση που η εταιρεία επιτρέψει την κοπή καλωδίων για χρήστες που εφαρμόζουν αυτομείωση. Αλλά και στη Φλωρεντία, οι φοιτητές (και όχι μόνο) πήγαν ακόμη μακρύτερα: όχι μόνον δεν πληρώνουν στα κανονικά ταμεία της εταιρείας την απομειωμένη τιμή του ηλεκτρικού, αλλά κατέθεταν τα χρήματα  σε ένα ειδικό φοιτητικό ταμείο! Στο Μιλάνο, πόλη που πρωτοστάτησε στα γεγονότα του «θερμού φθινοπώρου» (μεταξύ 1968 και 1970), περίπου το 40% των 100.000 οικογενειών που ζούσαν σε δημοτικές κατοικίες αρνήθηκαν να πληρώσουν το ενοίκιο ή τουλάχιστον το μείωσαν οι ίδιοι. Και τα παραδείγματα από άλλες πόλεις, όπου εφαρμόζεται η αυτομείωση, είναι χιλιάδες και μαρτυρούν πως το κίνημα είχε μαζικά χαρακτηριστικά.

Και φυσικά, το γεγονός ότι ακόμη και σε περιπτώσεις αυτομείωσης, οι εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας δεν δέχονται να αποσυνδέσουν όσους δεν πληρώνουν τον κανονικό λογαριασμό, μαρτυρά πως δημιουργείται πέρα από το μαζικό κίνημα και μία συνείδηση αλληλεγγύης, ταξικής κι επαγγελματικής, ανάμεσα στις κοινωνικές ομάδες και τους ίδιους τους εργαζομένους, που αντιλαμβάνονται πως οι αντίπαλοι δεν είναι οι άλλες ομάδες, πως τα συνδικαλιστικά ή προσωπικά τους συμφέροντα δεν είναι ξεκομμένα από το κοινωνικό σύνολο και τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής κι εργασίας, τα πεπρωμένα της τάξης.

Το ότι δεν προκλήθηκαν ταραχές, ενώ είναι φυσιολογικό να υπάρξουν διακοπές στις υπηρεσίες όταν δεν πληρώνονται, αυτό δείχνει πως η ταξική, εργατική και κοινωνική αλληλεγγύη λειτούργησε ως δέος απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Επιπλέον, απέδειξε πως μπορούν να δημιουργηθούν πολύ αποτελεσματικές μορφές συνεργασίας μεταξύ αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων και εργαζομένων ενάντια σε ορισμένες κακές προθέσεις των εταιρειών δημοσίων υπηρεσιών (στη σημερινή περίοδο της ιδιωτικοποίησης των πάντων, στις προθέσεις των καταπατητών των δημοσίων αγαθών, της χρηματιστηριοποίησης τους και της κερδοσκοπικής εκμετάλλευσής τους).

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Πέθαναν κολυμπώντας σε Πιερία και Θάσο

Δεν συζητάμε για τους ιρανικούς πυραύλους, ξεκαθαρίζει ο Πεζεσκιάν

Παραβιάσεις και παραβάσεις τουρκικών αεροσκαφών πάνω από το Αιγαίο

Ποιοι δρόμοι κλείνουν απόψε σε Αθήνα, Καλλιθέα λόγω του αγώνα δρόμου SNF Nostos

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα