Η Ισπανία καίγεται απ’ άκρου εις άκρον. Καίγεται και από τις υψηλές θερμοκρασίες που δεν υποχωρούν, αλλά κυρίως από τις εκτεταμένες πυρκαγιές που απανθρακώνουν οκτώ Αυτόνομες Περιοχές: Ανδαλουσία, Αστούριας, Καστίλλη Λα Μάντσα, Εξτρεμαδούρα, Γαλικία, Ναβάρα, Καστίλλη και Λεόν και τη Μαδρίτη. Στις δύο τελευταίες, που διοικούνται μάλιστα από τη δεξιά (η Μαδρίτη από το Λαϊκό Κόμμα (ΡΡ) και η Καστίλλη και Λεόν από το ΡΡ και το Vox) μετρούν τα δύο θύματα που θρηνεί η χώρα μέχρι στιγμής.
Επιπλέον, στην Καστίλλη και Λεόν, το φυσικό Πάρκο του Μέδουλας, που έχει ανακηρυχθεί φυσικό μνημείο της παγκόσμιας κληρονομιάς απειλείται από τις φλόγες. Η κατάσταση είναι τέτοια, που έχει αναγκάσει την κυβέρνηση να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση προ-συναγερμού. Κυρίως, επειδή όπως προειδοποιεί η πολιτική προστασία οι συνθήκες της θερμικής ασφυξίας και οι πυρκαγιές την επόμενη εβδομάδα θα επεκταθούν στην υπόλοιπη χώρα. Και μάλιστα ταυτόχρονα.
Τη στιγμή που όλοι οι ειδικοί επισημαίνουν ότι τα φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής και κυρίως η ταυτόχρονη μείωση της επιφάνειας του δάσους κι η επέκταση του αστικού ιστού σε αυτό, συμβάλλουν στην ένταση των καταστροφικών συνεπειών στις πυρκαγιές κι επομένως η πρόβλεψη μέσω επαρκών μηχανισμών και η αποκατάσταση της φυσικής ισορροπίας είναι αναγκαίες, έρχεται η ώρα του (πικρού) απολογισμού, τουλάχιστον για κάποιους από τους κυβερνήτες των πληττόμενων περιοχών, οι οποίοι εκρίθησαν κι ευρέθησαν ελλιπείς. Ιδίως οι κυβερνήτες σε τρεις από τις αυτόνομες κοινότητες που κυβερνώνται από το Λαϊκό Κόμμα: η Ισάβελ Αγιούσο στη Μαδρίτη, ο Αλφόνσο Φερνάντεθ Μανιουέκο στην Καστίλλη και Λεόν και ο Χουάν Μανουέλ Μορένο Μπονίγια στην Ανδαλουσία, ήδη δέχονται επικρίσεις για τη βραδυπορία τους να αντιδράσουν στις σοβαρές πυρκαγιές σε διάφορα μέρη των αντίστοιχων εδαφών τους.
Εκείνος δε που δέχεται τις μεγαλύτερες επικρίσεις είναι ο Μανιουέκο, ο οποίος ήταν απών από την επιχείρηση έκτακτης ανάγκη, όταν το περασμένο Σαββατοκύριακο οι φλόγες κατέτρωγαν μεγάλες εκτάσεις στα βουνά της Λεόν, της Παλένιθια και της Θαμόρα, εξαναγκάζοντας χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, λόγω του καπνού και της εγγύτητας της πυρκαγιάς. Σε αυτό θα πρέπει να προστεθούν κι οι εκκλήσεις για παραίτηση του τοπικού υπουργού Περιβάλλοντος Χουάν Κάρλος Γκαρθία – Κινιόνες, ο οποίος μάλωσε μάλιστα όσους τον έψεξαν για την απουσία του από τις επιχειρήσεις κατάσβεσης την Κυριακή, επειδή μετέβη σε έκθεση στη γειτονική Αυτόνομη Περιοχή της Αστούριας. Η αντιπολίτευση μάλιστα του προσάπτει πως συστηματικά υποβαθμίζει τις στρατηγικές για την πρόληψη των πυρκαγιών. Την Τρίτη, μάλιστα, εθελοντής που συμμετείχε στην κατάσβεση υπέκυψε στα εγκαύματα που είχε υποστεί από τις φλόγες σε περιστατικό όπου άλλο ένα άτομο τραυματίσθηκε επίσης σοβαρά.

Ο Μανιουέκο, που επικρίνεται έντονα γιατί την Κυριακή παρέμεινε στο εξοχικό του, έχει εμπλακεί σε μία σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την κυβέρνηση και τον υπουργό Μεταφορών Όσκαρ Πουέντε, στην οποία έχει παρέμβει κι ο πρόεδρος του PP, Αλβέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο. Ο Μανιουέκο εμφανίσθηκε δύο ημέρες μετά την έναρξη της πυρκαγιάς να προεδρεύει στο Ολοκληρωμένο Επιχειρησιακό Συντονιστικό Κέντρο (Cecopi), ανακοινώνοντας πως θα ξεκινήσει αμέσως «ανοικοδόμηση» των καμένων περιοχών και υποσχέθηκε να ενεργήσει «γρήγορα και γενναιόδωρα». Δύο ημέρες νωρίτερα, είχε αναρτήσει στο X, ότι «είναι επικεντρωμένος» στην κατάσβεση της πυρκαγιάς. Ο Πουέντε τότε του απάντησε υπενθυμίζοντάς του ότι δεν βρισκόταν στο κέντρο επιχειρήσεων, αλλά, στην πραγματικότητα, «λίγο πιο νότια», στο Κάδιθ, όπου περνούσε τις διακοπές του. Αυτό πυροδότησε μια σειρά μηνυμάτων, στα οποία ο σοσιαλιστής υπουργός κατήγγειλε ως «αναίσχυντους» τους Μανιουέκο και τον υπουργό Περιβάλλοντός του, επειδή ενώ «των οικιών των πολιτών τους εμπιπραμένων» εκείνοι έκαναν διακοπές ή διασκέδαζαν σε εκθέσεις. Ο Φεϊχόο ενεπλάκη στην ανταλλαγή των tweets, κατηγορώντας τον Πουέντε ότι εκμεταλλεύεται τον πόνο των πληγέντων και κατηγόρησε και τον πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ ότι «ελαφραίνει την κατάσταση».
Ο Πουέντε επιτέθηκε επίσης και στον κυβερνήτη της Ανδαλουσίας Μορένο Μπονίγια, ο οποίος ενώ η περιοχή φλέγεται και στην Ταρίφα (Κάδιθ) η τεράστια πυρκαγιά οδήγησε στην εκκένωση χιλιάδων ανθρώπων από σπίτια, ξενοδοχεία, παραλίες και κατοικημένες περιοχές σε αρκετές πόλεις, ο ίδιος βρίσκεται σε διακοπές, σε άγνωστη ακόμη τοποθεσία. Ο ίδιος κι ενώ οι κάτοικοι στην Ταρίφα για δεύτερη φορά χρειάσθηκε να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, ακόμη δεν είχε εμφανισθεί κι επικοινωνούσε με τους πολίτες για την πυρκαγιά μέσω του Χ! Στο πλαίσιο αυτό, η Izquierda Unida υπενθύμισε ότι τον περασμένο Ιούνιο ήδη είχε καταγγείλει την έλλειψη πόρων και τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας του προσωπικού της υπηρεσίας έκτακτης ανάγκης. Επίσης και τον επόμενο μήνα είχε προειδοποιήσει ότι η κυβέρνηση της Ανδαλουσίας είχε αφήσει περίπου τριακόσιους δασοφύλακες στα σπίτια τους, ενώ η περιοχή βρισκόταν σε κατάσταση συναγερμού λόγω του κινδύνου πυρκαγιών στα βουνά.
Από την πλευρά της η κυβερνήτρια της Αυτόνομης Κοινότητας της Μαδρίτης, Ιζαμπέλ Ντίαζ Αγιούσο, διαχειρίζεται την επικοινωνία της με το κοινό μέσω του X σχετικά με την πυρκαγιά που ξέσπασε την περασμένη Δευτέρα στην πόλη Τρες Κάντος, η οποία άφησε έναν άνδρα νεκρό από σοβαρά εγκαύματα και ανάγκασε την εκκένωση αρκετών κτιρίων και σπιτιών. Η Αγιούσο, η οποία ενώ οι πυρκαγιές μαίνονταν στο Τρες Κάντος βρισκόταν σε διακοπές στη Φλόριδα των ΗΠΑ για αρκετές ημέρες, θρηνολογούσε για τον θάνατο του ανθρώπου αυτού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ νωρίτερα στηλίτευε τον σοσιαλιστική πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ γιατί άφησε «εγκαταλελειμμένη», εν μέσω «μπλακ άουτ, βλαβών, σχολικής αποτυχίας, ανασφάλειας, κατάρρευσης επιχειρήσεων και της μεσαίας τάξης» την Ισπανία! Στην προκλητική τούτη ανάρτηση ανέλαβε πάλι ο Πουέντε να απαντήσει, υπογραμμίζοντας πως η Αγιούσο «είναι σαν τον Μανιουέκο (στην Καστίλλη και Λεόν). Επικεντρώνεται’ στη Μαδρίτη από το Μαϊάμι».
Η Ισπανία βρίσκεται όλο και περισσότερο, όπως κι οι υπόλοιπες μεσογειακές χώρες, εκτεθειμένη σε μία, κλιματικά, εδαφικά και κοινωνικά, κρίσιμη κατάσταση που κάθε χρόνο αποδεικνύεται όλο και πιο πολύπλοκη κι επικίνδυνη. Οι ακατάστατες κι ακραίες κλιματικές συνθήκες, όπως οι βροχές που δεν πέφτουν τον χειμώνα, αλλά την άνοιξη αυξάνοντας την βλάστηση και τα υπερβολικά ξερά και θερμά καλοκαίρια, αυξάνουν εκθετικά τον κίνδυνο για πυρκαγιές, οι οποίες τείνουν να γίνουν «κανονικότητα» για μεγάλες περιόδους το καλοκαίρι, ακόμη και το φθινόπωρο. Οι ειδικοί μάλιστα προτείνουν να αρχίσουμε να συνηθίζουμε τον όρο «κύμα πυρκαγιών», ακριβώς όπως συνηθίζουμε να αναφερόμαστε στο «κύμα καύσωνα», που πλέον έχει εμπεδωθεί στον καθημερινό λόγο μας.

Επιπλέον, οι ειδικοί επισημαίνουν πως οι πυρκαγιές γίνονται όλο και πιο έντονες κι εκτεταμένες κι είναι πολύ δύσκολο να αντιμετωπισθούν, καθώς ξεπερνούν την επάρκεια κι ικανότητα των μηχανισμών και μέσων κατάσβεσης με αποτέλεσμα να μαίνονται για πολλές ημέρες και να καταστρέφουν μεγαλύτερες εκτάσεις. Σε τέτοιου είδους κι έκτασης φαινόμενα, τα οποία είναι αδύνατο να σταματήσουν έγκαιρα, τα τεχνικά μέσα το μόνο που μπορούν, σε κάποια όρια, είναι να κρατήσουν τους ανθρώπους ασφαλείς, να προσπαθήσουν να προστατεύσουν ευαίσθητες κατασκευές και να περιμένουν πότε θα καταλαγιάσουν τα φαινόμενα, με τους πυροσβέστες να περιορίζονται απλά στο να κατευθύνουν ελαφρά (κι ανάλογα με τους ανέμους και τις άλλες συνθήκες) το πού θα πάει ή θα περιορισθεί η πυρκαγιά. Αλλά τελικά, η εμπειρία αποδεικνύει πως συχνά (βλέπε Ελλάδα και Γαλλία πρόσφατα) η κατάσβεση της φωτιάς γίνεται ένα μάταιο έργο καταδικασμένο σε αποτυχία. Για αυτόν τον λόγο, οι ειδικοί τονίζουν την ανάγκη να αφιερωθούν περισσότεροι πόροι στην πρόληψη, καθώς ένα ευρώ που ξοδεύεται γι’ αυτήν ισοδυναμεί με 100 ευρώ για την αποκατάσταση μετά.
Και φυσικά οι πολιτικές πρόληψης συνδέονται στενά με την ευρύτερη εδαφική και κοινωνική κρίση, που συνδέεται με την εγκατάλειψη κι ερήμωση των αγροτικών περιοχών και τον υπερπληθυσμό των πόλεων. Αυτό το φαινόμενο έχει οδηγήσει σε αλλαγές στις χρήσεις του τοπίου, στην εγκατάλειψη παραδοσιακών πρακτικών και στην εντατικοποίηση άλλων, την εγκατάλειψη της εκτεταμένης γεωργίας και κτηνοτροφίας, αφήνοντας μια συσσώρευση συνεχών δασικών συστάδων, αλλά και σε δασικές φυτείες με μη ιθαγενή είδη -όπως επισημαίνουν για την Ισπανία ότι συμβαίνει στα βορειοδυτικά τμήματά της με τον ευκάλυπτο. Αποτέλεσμα: η πυρκαγιά αντιμετωπίζει όλο και λιγότερα εμπόδια από το ανάγλυφο του τοπίου για να εξαπλωθεί.
Οι ειδικοί προτείνουν ότι πέρα από την αποκατάσταση των οικοσυστημάτων, θα πρέπει να εφαρμοσθούν και πολιτικές επιστροφής των ανθρώπων στην επαρχία και να ενθαρρυνθούν πρακτικές όπως, φερ’ ειπείν, η εκτεταμένη βόσκηση ως προληπτικό μέτρο. Όπως τονίζουν οι αληθινοί φύλακες της φυσικής κληρονομιάς είναι οι ντόπιοι. Βέβαια, αυτές οι πρακτικές αποτελούν δίκοπο μαχαίρι, καθώς είναι φορές που σχετίζονται με την σκόπιμη έναρξη μίας πυρκαγιάς για δημιουργία βοσκοτόπων, ή καλλιεργήσιμων εδαφών.
Για τον λόγο τούτο, θα πρέπει να καταπολεμηθεί μία άλλη μάστιγα, που επιτείνει την αδυναμία των σύγχρονων Πολιτειών ν’ αντιμετωπίσουν τις πυρκαγιές, ως αποτέλεσμα μίας σύνθετης αδυναμίας των δικών τους βραχυπρόθεσμων πολιτικών. Γιατί ακριβώς η κοντόθωρη πρόβλεψη και τα βραχυπρόθεσμα κι ad hoc, χωρίς ευρύ όραμα και πρόγνωση και σχεδιασμό, είναι ένας παράγοντας που συντελεί στη διατήρηση του προβλήματος. Κανένας σχεδιασμός μακροπρόθεσμος για το εδαφικό πεδίο, για την ανάπτυξη της συνοχής ανάμεσα στην κοινωνία, τον τόπο και τα στοιχεία που συνθέτουν το γενικότερο οικολογικό περιβάλλον μίας περιοχής.
Το μεγάλο πρόβλημα της Ισπανίας και κάθε χώρας βέβαια, είναι πως δε διαθέτει πολιτικούς με χάρισμα να σκέπτονται το μακροπρόθεσμο. Αλλά συνάμα δεν υπάρχουν και πολίτες που να μην περιμένουν διαρκώς έναν Μεσσία ή να επενδύουν μόνο στα παροντικά, αλλά να είναι ενεργοί, να σκέπτονται το μέλλον. Και να αντιλαμβάνονται ότι η κρίση είναι το εντελώς αντίθετο του βραχυπρόθεσμου και του ευκαιριακού.
