ΑΘΗΝΑ
09:36
|
23.06.2026
Eκείνος που αγοράζει την ψευδαίσθηση την αγοράζει με πλήρη γνώση ότι πρόκειται για ψευδαίσθηση. Eίναι ζωτική ανάγκη για να συνεχίσει να επιβιώνει και να προσπαθεί.
Αθήνα. Φωτογραφία: Γιώργος Σερβετάς
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Είναι ένας άνθρωπος με δημόσια παρουσία που γενικά εκτιμώ τη ματιά του. Έχει διατελέσει σε θέση εξουσίας, είναι αριστερός και αυτά που γράφει τα θεωρώ διεισδυτικά και επίσης με βρίσκουν γενικά σύμφωνο. Ωστόσο, χωρίς να τον γνωρίζω και χωρίς να ξέρω τα της ζωής του, έχω την αίσθηση ότι με χωρίζει ένα σχεδόν χάσμα. Αλλά θα ήταν άδικο να μιλήσω για αυτόν, όταν μια τέτοια περιγραφή, όπως και αυτά που θα γράψω παρακάτω έχουν εφαρμογή σε ένα μεγάλο κομμάτι της αριστερής διανόησης.

Μια κουίρ φίλη μου είχε πει, «εντάξει ρε μαλάκα, δεν είσαι και παρίας» και μάλλον -εκτός από το «μαλάκα»- είχε δίκιο, αλλά παρόλα αυτά, τα αντικειμενικά δεδομένα είναι ότι το σπίτι μου είναι σε μια από τις τελευταίες φτηνές γειτονιές της Αθήνας, το αυτοκίνητο με το οποίο κάνω 15χ χιλιόμετρα, αρκετά απολαυστικά, τον χρόνο αξίζει περί το 1,5χ. Δεν έχω διατελέσει σε θέση εξουσίας και γενικά τη βγάζω ας πούμε δύσκολα και αγχωτικά και μάλλον η έλλειψη χρημάτων μου έχει στερήσει κάποια πράγματα πιο ζωτικά από ένα εξοχικό σε νησί ή ένα mx5 NB που μου αρέσει. Ακόμα, το καθημερινό μου τοπίο, όπως πολλών άλλων ανθρώπων είναι οι αφρόντιστες πολυκατοικίες, τα διαλυμένα πεζοδρόμια και οι άναρχοι δρόμοι, ο θόρυβος από τις ανακαινίσεις και οι τεντωμένοι οδηγοί. Παρόλα αυτά, η φίλη είχε δίκιο. Μεγάλο κομμάτι του ελληνικού λαού τα βιώνει όλα αυτά με μεγαλύτερη ένταση και έχοντας λιγότερες διεξόδους από εμένα.

Το κείμενο που διάβασα και που υπήρξε η αφορμή για αυτό που διαβάζετε τώρα ήταν για τη μιζέρια των διακοπών στην Ελλάδα. Την όντως μιζέρια, των σύντομων διακοπών με την ψυχαναγκαστική κατανάλωση, περισσότερο με την μίμηση της κατανάλωσης από τους φτωχούς που θέλουν να αγοράσουν την ψευδαίσθηση της συμμετοχής στο πάρτι, που είναι σχεδόν πρόθυμοι για αυτό να πληρώσουν πανάκριβα την ξαπλώστρα και το τζιν τόνικ. Και είναι ένα κείμενο που μάλλον λέει κάποιες αλήθειες. Ωστόσο, ακόμα και αν το δεχτούμε αυτό, ακόμα και αν αναγνωρίσουμε κάποιο διεισδυτικό βλέμμα, υπάρχει πρόβλημα: όσο και αν υποτίθεται βάζει στο στόχαστρο εκείνο το 41% που υιοθετεί και ενστερνίζεται την bon chic, bon genre εικόνα του ανθρώπου που κάναμε πρωθυπουργό, τα σκάγια παίρνουν τον οποιονδήποτε αναζητά διέξοδο από μια σκληρή ζωή. Και που, λογικό είναι, αναζητά τη διέξοδο στο μόνο όνειρο που υπάρχει διαθέσιμο στην πιάτσα, της κατανάλωσης και της καλής ζωής.

Είναι ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζω συχνά όταν γράφω. Είναι δύσκολο να μιλήσεις, ακόμα και να προσπαθήσεις να περιγράψεις με ουδέτερο τρόπο την οποιαδήποτε κατάσταση στην Ελλάδα χωρίς να γίνεις έστω και κάτω από τις γραμμές προσβλητικός και επιθετικός προς τον λαό αυτής της χώρας ή απλά μίζερος. Ζούμε σε μια χώρα με υποδομές που καταρρέουν, με εξευτελισμένους θεσμούς που υπηρετούν την κυβερνητική μαφία, με λεηλατημένο τοπίο και διαλυμένο κοινωνικό ιστό. Επίσης, σε πόλεις άσχημες χωρίς κοινωνική υποδομή. Με δάση καμένα, παραλίες αν όχι ιδιωτικές, λυμαινόμενες από μικρούς και μεγάλους επιχειρηματίες του τουρισμού.

Ωραία, ή και όχι ωραία. Και ποιος θέλει να τα ακούσει, ποιος δεν τα γνωρίζει, και τι θα κερδίσει αν υποθέσουμε ότι δεν τα γνωρίζει και τα μαθαίνει από εμάς αυτά τα ωραία που μας λέτε κύριε Πάνο μας, ή ακόμα χειρότερα αν τα γνωρίζει και τα ακούει για πολλοστή φορά; Θέλω να πω, από πότε είναι κοινωνική ή πολιτική δράση η έκθεση, η ωμή περιγραφή μιας κατάστασης που βιώνεται καθημερινά από τον λαό; Καταλαβαίνω πάντα την ανάγκη και την προσφορά μιας διεισδυτικής ματιάς, αλλά είμαστε σίγουροι ότι εκείνος που αγοράζει την ψευδαίσθηση δεν την αγοράζει με πλήρη γνώση ότι πρόκειται για ψευδαίσθηση; ότι αυτή η ψευδαίσθηση δεν είναι μια ζωτική ανάγκη για να συνεχίσει να επιβιώνει και να προσπαθεί; Είναι κατανοητό ότι μια ανάγνωση της πραγματικότητας είναι απαραίτητη στους ανθρώπους που νιώθουν την ανάγκη ή έστω την φιλοδοξία να παρέμβουν καταλυτικά, να αλλάξουν την πραγματικότητα. Ωστόσο, αυτή η ανάγκη, πολύ περισσότερο αν πρόκειται για φιλοδοξία μοιάζει να είναι πολυτέλεια για ανθρώπους που ζουν μέρα με τη μέρα, χωρίς τη δυνατότητα να δουν το αύριο.

Φωτογραφία: Γιώργος Σερβετάς

Και κάτι ακόμα: η λοιδώρηση μιας μίζερης πραγματικότητας, η περιγραφή της με ζοφερά χρώματα είναι ταυτόχρονα μια προβολή ηθικής υπεροχής (να το πούμε έτσι το virtue signaling;). Είναι ταυτόχρονα μια προβολή καλού γούστου, και το καλό γούστο είναι εργαλείο κοινωνικής διάκρισης και αυτό το καταλαβαίνουν όλοι και χωρίς να έχουν ανατρέξει στις σελίδες του Μπουρντιέ. Ούτε η προβολή ηθικής υπεροχής όμως, ούτε και το καλό γούστο μπορεί να κάνει αγαπητό στον λαό ένα  πολιτικό πρόσωπο. Ή τουλάχιστον, όχι τόσο που να τον φέρει στην εξουσία. Εντύπωσή μου είναι ότι ο κόσμος δεν έχει την ανάγκη της περιγραφής, πολλές φορές ούτε και της ερμηνείας αυτού που βιώνει. Έχει ανάγκη από πρόταγμα, από την διέξοδο, από έναν οδικό χάρτη για μια καλύτερη ζωή.

Και να μην ξεχνάμε ότι το ίδιο τοπίο μιας καθημαγμένης Αθήνας το βλέπεις με άλλα μάτια αν αλλάξει κάτι πολύ απλό: πόσα λεφτά κουβαλάς πάνω σου και τι σου υπόσχεται το μέλλον.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Πολιτιστικό τριήμερο «Ημέρες του Βιετνάμ στην Ελλάδα» στο Πάρκο Ελευθερίας

Το τραγούδι της ημέρας

Κλειστοί δρόμοι σήμερα σε Αθήνα και Καλλιθέα λόγω αγώνα δρόμου

Συνάντηση Τέχνης και Ιατρικής στο SNF Nostos στις 24 Ιουνίου

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα