Τελικά, ο Εμανουέλ Μακρόν επιμένει στη λύση της θεσμικής εκτροπής, δίνοντας και πάλι εντολή στον παραιτηθέντα Σεμπαστιάν Λεκορνού για να σχηματίσει κυβέρνηση, παρόλο που ενδέχεται και η δεύτερη απόπειρά του να αποδειχθεί θνησιγενής. Η πλήρης ανακύκλωση του Λεκορνού, υποδεικνύει περίτρανα πλέον, πως ο πρόεδρος της Γαλλίας έχει εξαντλήσει τη δεξαμενή πιστών στελεχών, καθώς ο ίδιος τα έχει «κάψει» (έξι πρωθυπουργοί στην τελευταία διετία, τέσσερις μετά τη διάλυση της Εθνοσυνέλευσης και τις εκλογές).
Κι ο ίδιος ο Λεκορνού, ο οποίος παραιτήθηκε «διότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις για να σχηματίσει κυβέρνηση», δέχεται τώρα από καθήκον να πιεί ξανά το πικρό ποτήρι της θυσίας, δεδομένου ότι οι συνθήκες είναι ακόμη πιο δυσοίωνες. Και παρά τις προϋποθέσεις που ξαναέβαλε προς τους ‘μελλοντικούς’ (;) υπουργούς για να συνεχίσει το έργο του.
Μια κυβέρνηση μειοψηφίας και αδύναμη
Οι δύο προτάσεις μομφής από την Αριστερά και τον Εθνικό Συναγερμό της Μαρίν Λεπέν που τον αναμένουν στην Εθνοσυνέλευση, αλλά και οι διαφωνίες που έχουν εκφράσει οι συμμαχικές δυνάμεις της Μακρονίας Horizons και MoDem, η αναιμική στήριξη από τους διχασμένους συντηρητικούς Ρεπουμπλικανούς του Μπρυνό Ρεταγιό, ο σκεπτικισμός (ακόμη κι από την Ελιζαμπέτ Μπορν) για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, αλλά και η ηχηρή άρνηση μίας πρώην υπουργού σε όλες τις προηγούμενες κυβερνήσεις να συμμετέχει στην Λεκορνού Β΄, καθιστά δύσκολη τη μακροημέρευση κι αυτού του σχήματος. Και φυσικά, μία νέα κυβερνητική κατάρρευση θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα θεσμική, πολιτική κι επιπλέον οικονομική δίνη.
Το σχήμα της «εύθραυστης» (το λιγότερο που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε) κυβέρνησης, την οποία ανακοίνωσε ο Λεκορνού είναι αμιγώς τεχνοκρατική. Και δεν είναι τυχαίο. Με τη λειψανδρία κι από ομόριζους χώρους, ο Λεκορνού ηγείται μιας κυβέρνησης μειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση, που βασίζεται μόνο στον σκληρό πυρήνα των Μακρονιστών και ένα μικρό τμήμα της πιο δεξιάς πτέρυγας των Ρεπουμπλικανών. Για τον λόγο τούτο, στο νέο σχήμα του ο Λεκορνού αναζήτησε άφθαρτα πρόσωπα σε μη πολιτικά στελέχη: όπως για παράδειγμα τον πρώην διευθυντή της αστυνομίας του Παρισιού Λοράν Νουνέζ ή την πρώην πρόεδρο του WWF, Μονίκ Μπαρμπί για την Οικολογία.
Ο Μακρόν επέλεξε να παρουσιάσει μια φαινομενικά ουδέτερη κυβέρνηση για να επιδιώξει διακομματική συναίνεση, τόσο εντός όσο και εκτός Κοινοβουλίου. Είναι μια προσπάθεια να εκτονωθεί η πολιτική σύγκρουση, με πρόσωπα ευρύτερης αποδοχής από την κοινωνία των πολιτών, όμως κι αυτή η τεχνική λεπτομέρεια, αναπόφευκτα, μεταφράζεται σε αδυναμία πλέον της προεδρικής παράταξης να στελεχώσει έστω και στοιχειωδώς μία πλήρη κυβέρνηση. Πολλώ δε μάλλον, να επιτύχει μία στήριξη στην Εθνοσυνέλευση, όντας μειοψηφία.

Θα καταφέρει να πείσει η «κυβέρνηση σκοπού»;
Ο Λεκορνού έχει μιλήσει για μια «κυβέρνηση με συγκεκριμένο σκοπό», με στόχο την έγκριση του νόμου για τον προϋπολογισμό. Δεν είναι όμως ορατό ότι μπορεί να καταφέρει, διότι η κυβέρνηση αναλαμβάνει καθήκοντα χωρίς κοινοβουλευτική εμπιστοσύνη. Και το νέο σχήμα παραμένει ευάλωτο σε προτάσεις μομφής, και εκεί βρίσκεται η ουσία. Η αντιπολίτευση -από τον Μελανσόν μέχρι το RN- έχει ήδη ανακοινώσει δύο προτάσεις. Έστω κι η μία από τις δύο να γίνει δεκτή η κυβέρνηση πέφτει αμέσως και το γαϊτανάκι της θεσμικής και πολιτικής κρίσης ξαναρχίζει.
Αλλά κι ας υποθέσουμε ότι ο Λεκορνού επιβιώνει. Και πάλι το νομοσχέδιο για τον προϋπολογισμό αναδεικνύεται ως Γολγοθάς. Το maxi σχέδιο για τη δημοσιονομική προσαρμογή 44 δισεκ. ευρώ είναι δύσκολο να γίνει δεκτό, όχι μόνον από την αντιπολίτευση, αλλά κι από την κοινωνία των πολιτών -όπως απέδειξε το κίνημα Bloquons Tout (Ας σταματήσουμε τα πάντα), που προοιωνίζει και νέες κινητοποιήσεις. Βέβαια, μία χείρα βοηθείας θα μπορούσαν να δώσουν οι Σοσιαλιστές. Για τούτο κι η ανακοίνωση του Λεκορνού στην πρώτη παρουσίαση των προγραμματικών θέσεων της νέας κυβέρνησης στην Εθνοσυνελευση, πως η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση αναβάλλεται για μετά τις προεδρικές εκλογές του 2027, στόχο είχε να διεμβολισει την ενότητα και των ίδιων των Σοσιαλιστών, αλλά και του Νέου Λαϊκού Μετώπου της Αριστεράς (NFP).
To ότι η νέα κυβερνηση αποσύρει τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, την οποία ο Μακρόν θεωρεί ανέγγιχτη, είναι ένα σημαντικό βήμα, όμως για να μακροημερεύσει θα πρέπει να κάνει κι άλλες παραχωρήσεις προς τα αριστερά. Κυρίως ως προς τα σημεία που αξιώνουν οι Σοσιαλιστές: να φορολογήσει τα μεγάλα εισοδήματα και να μην καταφεύγει στο άρθρο 49.3 για να περάσει νομοσχέδια. Πάντως, ο Λεκορνού ανακοίνωσε ότι είναι πρόθυμος να ανοίξει συζήτηση «για την οικολογία, την ασφάλεια, την Παιδεία, τη στέγαση, τις τοπικες συλλογικότητες, τον πολιτισμό και τη γεωργία». Προσπαθώντας να ψαρέψει και προς τα αριστερά, αλλά και προς τα δεξιά (τη συντηρητικότερη πτέρυγα από τους Ρεπουμπλικανούς ιδίως), ανακοινώνοντας αυξήσεις για την «αστυνομία, τη δικαιοσύνη, τη δημόσια τάξη». Όμως προανήγγειλε πως θα επιμείνει και θα εστιασθεί ιδιαίτερα στα μέτρα για τη δραστική μείωση των δημοσιονομικών δαπανών, με έμφαση στην πάταξη της φοροδιαφυγής και της εξαπάτησης του δημοσιου. Έτσι, ο προϋπολογισμός παραμένει ένα πολιτικό αίνιγμα.
Με έλλειμμα πάνω από το 5%, χρέος πάνω από 115% του ΑΕΠ, η Γαλλία ξεπερνά κατά πολύ τα ευρωπαϊκά όρια. Ακόμα και με τα πιο αυστηρά μέτρα που πρότεινε η προηγούμενη πεπτωκυία κυβέρνηση Μπαϊρού -περικοπές 44 δισεκατομμυρίων ευρώ- αλλά και τα 29 δημοσιονομικά μέτρα, που ανακοίνωσε ως φορολογική πυξίδα στη β’ κυβέρνησή του ο Λεκορνού, το έλλειμμα θα είχε πέσει μόνο στο 4,7%, πάλι εκτός ορίων. Σε αυτήν τη συγκυρία, η Γαλλία βρίσκεται σε δεινότερη θέση από άλλες χώρες, πχ Ιταλία.
Το πρόβλημα είναι ότι το Παρίσι δεν είναι σε θέση -εξαιτίας της απορρυθμιστικής πολιτικής του Μακρόν- να χρηματοδοτήσει και την οικονομική ανάπτυξη και το κράτος πρόνοιας. Επιπλέον, ενώ είναι φανερό πως για ν’ αντιμετωπισθεί η κρίση χρειάζονται περικοπές και μεταρρυθμίσεις, κανείς δεν θέλει να τον θυμούνται ως τον άνθρωπο που τις υπέγραψε και υποθήκευσε το μέλλον της κοινωνίας.
Βέβαια, η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα ή Ιταλία του 2011: έχει πόρους, βιομηχανία και διεθνή αξιοπιστία. Βέβαια υπάρχει κι εδώ η διαδικασία της δημοσιονομικής παράβασης, όμως οι Βρυξέλλες δεν θα ταπεινώσουν το Παρίσι, όπως έπραξαν με τον Παπανδρέου και τον Μπερλουσκόνι (φέρνοντας τους τεχνοκράτες του Παπαδήμου και του Μόντι). Κυρίως δε, στη Γαλλία δεν μπορείς να αντικαταστήσεις τον πρόεδρο με ένα απλό θεσμικό πραξικόπημα, καθώς στις άλλες χώρες υπάρχει τύποις ένας πρόεδρος που εγγυάται τη θεσμική ισορροπία. Στη Γαλλία, ο Πρόεδρος εκλέγεται απευθείας από τον λαό κι είναι εκείνος που έχει τη δύναμη να χαράσσει πολιτική ή να παρεμβαίνει: μπορεί να παραιτηθεί μεν, αλλά δεν παύεται.
Ένα θεσμικό αδιέξοδο (και όχι μόνον γαλλικό)
Σε περίπτωση που ο Μακρόν χάσει τον έλεγχο της Εθνοσυνέλευσης, θα παραμείνει ακόμη περισσότερο απομονωμένος, χωρίς τη δυνατότητα να αποκαταστήσει τις ισορροπίες. Ιδίως καθώς, ήδη παρατηρείται μία θεσμική παράλυση, που δεν οφείλεται μόνο στους κοινοβουλευτικούς αριθμούς, αλλά κυρίως στην απώλεια εμπιστοσύνης της κοινωνίας στο ίδιο το πολιτικό σύστημα. Κάτω από τη μπαγκέτα του Μακρόν και τις βοναπαρτικές εμμονές του, το ημι-προεδρικό μοντέλο, που είναι σχεδιασμένο για να υπάρχει ένα σταθερό διπολικό σύστημα, έχει πλέον μετατραπεί σε μηχανισμό αδιεξόδου.
Με το Κοινοβούλιο κατακερματισμένο και χωρίς σαφή πλειοψηφία, η σύγκρουση προέδρου -Εθνοσυνέλευσης είναι διαρκής και στη συγκεκριμένη στιγμή -πάλι ένεκα του Μακρόν- μία λύση, που θα προέβλεπε διάλυση του Σώματος και νέες εκλογές, δεν είναι σαφές πως θα οδηγούσε σε μία διαφορετική πλειοψηφία και θα κατέληγε σε ένα πανομοιότυπο Κοινοβούλιο. Η ισχυρογνωμοσύνη του Μακρόν κι η οχύρωσή του στην παντοδυναμία του προεδρικού θεσμού, δημιουργεί ένα θεσμικό πρόβλημα. Το κοινωνικό θεμέλιο στο οποίο βασιζόταν ο Γκωλισμός ή ο σοσιαλισμός του Μιτεράν δεν υπάρχει πλέον. Και χωρίς αυτό το θεμέλιο, ο θεσμικός μηχανισμός σταματάει.
Στην περίπτωση τούτη, η συζήτηση αφορά όχι μόνον τη Γαλλία, αλλά και την Ευρώπη εν γένει. Μιλάμε για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, τη μόνη πυρηνική δύναμη της Ε.Ε., έναν βασικό παράγοντα στην κοινή άμυνα. Μια «κουτσή» Γαλλία σημαίνει μια ακόμη πιο αδύναμη Ευρώπη, ακριβώς τη στιγμή που βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για έναν κοινό στρατό, τη στρατηγική αυτονομία και μια νέα ισορροπία δυνάμεων μετά τη διεύρυνση προς τα ανατολικά. Κανείς δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά μια ασταθή Γαλλία: ούτε το Βερολίνο, ούτε οι Βρυξέλλες, ούτε η Ρώμη.

Πού οδεύει πλέον η Γαλλία;
Τούτη τη στιγμή, το γαλλικό κράτος βρίσκεται σε ένα κρίσιμο κι ιστορικό σταυροδρόμι. Οι αλλεπάλληλες αποτυχίες να συγκροτηθεί κυβέρνηση αποδεικνύουν ότι, είτε διαμορφώνεται ένας σοβαρός πολιτικός συμβιβασμός, ίσως με θεσμική μεταρρύθμιση και δια της κοινοβουλευτικής οδού, είτε η χώρα θα συνεχίσει να πορεύεται στο ‘ρελαντί’ μέχρι το 2027 και τις προεδρικές εκλογές, με βραχύβιες κυβερνήσεις και διαρκείς αναβολές μεταρρυθμίσεων. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις αγορές, τη δυσπιστία και την αύξηση του χρέους. Με τον Μακρόν να έχει υποθηκεύσει το μέλλον της χώρας, των κατοίκων, αλλά και την αξιοπιστία της υπόλοιπης Ευρώπης, ως θεσμού κι ως αυτοδύναμης στρατηγικής οντότητας.
Ακόμη χειρότερα: ενδέχεται να τη ρίξει στα χέρια της ακροδεξιάς, αυτών των «τραπεζιτών του θυμού» και τις «θυμο-πολιτικής» (για να θυμηθούμε τους επιτυχημένους ορισμούς του Πίτερ Σλότερντικ στο «Οργή και Χρόνος»-Colère et Temps, εκδ. Libella-Maren Sell, 2007). Εκείνων των δυνάμεων που εκμεταλλευόμενες τη δυσπιστία και κυρίως την οργή των πολιτών, που βλέπουν να μένουν αποκλεισμένοι και θεατές μίας θεσμικής και πολιτικής παρωδίας, εμπιστεύονται αυτές τις «παγκόσμιες τράπεζες θυμού» που η κύρια «υπόσχεση προς τους πελάτες τους είναι ότι θα τους προσφέρουν ένα θυμικό κέρδος, με τη μορφή αυξημένου αυτοσεβασμού και μίας διευρυμένης ικανότητας να αντιμετωπίσουν το μέλλον τους, εάν απελευθερώσουν άμεσα τον θυμό τους».
Η γαλλική Πέμπτη Δημοκρατία μπορεί εξ ανάγκης και με αφορμή την κρίση να χρειασθεί να μεταρρυθμίσει τους θεσμούς της: αλίμονο όμως εάν αυτό πραγματωθεί υπό το κράτος και την πίεση της ακροδεξιάς.
