ΑΘΗΝΑ
12:46
|
23.06.2026
Η εκδημία του Διονύση Σαββόπουλου προκάλεσε αντιδράσεις πρωτόγνωρου πάθους στον ελληνικό δημόσιο χώρο. Τι λένε αυτές οι αντιδράσεις για αυτόν, αλλά και για εμάς;
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Η εκδημία του Διονύση Σαββόπουλου προκάλεσε αντιδράσεις πρωτόγνωρου πάθους στον ελληνικό δημόσιο χώρο, φυσικό και ψηφιακό. Τι λένε αυτές οι αντιδράσεις για αυτόν, αλλά και για εμάς;

Στα νιάτα του αντιπροσωπεύει το «τραγούδι διαμαρτυρίας». Είχε χαρακτηρίσει ως «θεϊκά τσογλάνια» τους νέους αμφισβητίες της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Ενώ είχε αστική καταγωγή, γρήγορα θέλγεται στα τραγούδια του από τους απερριμμένους της κοινωνίας, τους μάγους, τις πόρνες, τα μπουλούκια, τους Αφροαμερικανούς, τους κατατρεγμένους του παγκόσμιου νότου, τους δολοφόνους αστυνομικών. Η συνύπαρξη στα τραγούδια του πολύ ετερόκλητων ακουστικών υλικών συνάδει με το πνεύμα του μεταμοντερνισμού των δεκαετιών 1960-1970. Επανανοηματοδότησε πρωτότυπα το «Νέο Κύμα» και δημιούργησε το δικό του ιδιαίτερο «βαλκανικό ροκ». Σε κάθε δίσκο του αλλάζει. Ενώ στο «Φορτηγό» τραγουδά μόνο με κιθάρα, στο «Περιβόλι του Τρελού» εισάγει την μπάντα και στον «Μπάλλο» συνδέει τους ηλεκτρικούς ήχους του ροκ με παραδοσιακά ακούσματα. Αναζητεί μια βυζαντινή ενδοχώρα στα Βαλκάνια· είχε άλλωστε καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη και τη Φιλιππούπολη.

Υπήρχε στην πορεία του μια συνεχής έκσταση από τις «πίσω του σελίδες», κατά τον τίτλο τραγουδιού του επηρεασμένου από τον Μπομπ Ντίλαν, και μια διαρκής αλλαγή. Η κίνησή του, όμως, είναι εν ταυτώ προοδευτική και παλινδρομική: Επανάσταση σε σχέση με τον κοινωνικό συντηρητισμό, αλλά και επιστροφή στον πολιτισμό των προγόνων. Ρήξη, αλλά και αναζήτηση συμφιλίωσης. Ο Σαββόπουλος δραπέτευε επίσης και από το κοινό του σαν από ένα συλλογικό εαυτό του. Σε πολλές στιγμές της πορείας του ματαίωσε τις προσδοκίες των οπαδών του και, κυρίως, το είδωλο που είχε κατασκευαστεί βάσει των προηγούμενων επιλογών του. Η «Ρεζέρβα» αναδεικνύει τα αδιέξοδά του ως εστερημένου νοήματος αριστερού της πρώιμης μεταπολίτευσης, ενώ με τα «Τραπεζάκια Έξω» αναζητεί την αγκαλιά της παραδοσιακής κοινότητας.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος όχι μόνο ήταν τραγουδοποιός, δηλαδή διεκδικούσε μια συναρμοσμένη ενότητα μουσικής, λόγου και ερμηνείας σύμφωνα με τις αρχές του «μελισμένου λόγου», αλλά υπήρξε και περφόρμερ μοναδικού ταλέντου. Τα τραγούδια του συνοδεύονταν στις παραστάσεις του από αφηγήσεις και παρουσιάσεις. Διέθετε την τέχνη του να αγρεύει οικείες λεπτομέρειες από την προσωπική ζωή και τις στιγμές της παρέας και να τις μετουσιώνει σε νόημα για τη συλλογικότητα των Ελλήνων, σύμφωνα με μια «καθ’ ημάς» εκδοχή του σλόγκαν του Μάη του 1968 «το προσωπικό είναι πολιτικό». Η μουσική εντασσόταν σε ένα πλαίσιο μακρόπνοης εξιστόρησης που αγκάλιαζε την ελληνική κοινωνία, αλλά και τη διαχρονία του ελληνικού πολιτισμού. Η ζωή του άλλωστε φέρει σημάδια από τα δράματά τους. Τη μητέρα του τη μετέφερε στο μαιευτήριο ένας μοτοσικλετιστής του ΕΛΑΣ. Η μετοικεσία του στην Αθήνα με το «φορτηγό» συμβαίνει μία μέρα μετά τη δολοφονία του Λαμπράκη. Συνελήφθη και βασανίστηκε από τη χούντα, έζησε τον αυτοεξόριστο Ελληνισμό στο Παρίσι.

Την «αυτοπροσωπογραφία» του ο Διονύσης Σαββόπουλος τη φιλοτεχνεί στην «Παράβαση» στους «Αχαρνής»: «Ζει τα ωραία πράματα με αίμα και με θυσίες προς το συμφέρον όλων σας και το κοινό καλό. Δεν θα σας πει παινέματα, δεν ξέρει κολακείες και για την ευτυχία σας πληρώνει τον καιρό». Ήδη στην «αριστερή» περίοδο ο Διονύσης Σαββόπουλος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως έναν εθνικό γνωμηγήτορα, ο οποίος απευθύνεται στο έθνος συνολικά, διατέμνοντας τις ιδεολογίες. Τον ρόλο αυτό συνδύασε με μια πληθωρική εξομολογητικότητα, συχνά με στιγμές γουντιαλενικής ανασφάλειας, κατά την έκφραση του Χαρίτωνα Χαριτωνίδη, σε αντίθεση με την αινικτικότητα του Μπομπ Ντίλαν που αποτέλεσε το πρότυπό του. Στους «Αχαρνής», από την άλλη, βλέπουμε μια οιονεί κρίση ειλικρίνειας του Διονύση Σαββόπουλου που σαν ταυτιζόμενος με τον Δικαιόπολι αποσύρεται στην ατομική ευημερία και την ιδιωτική ειρήνη αντί να παλεύει πλέον για τη δημόσια πολιτική.

Οι πολλές ταφές του Σαββόπουλου

Η εκδημία και ο τρόπος της κηδείας του Διονύση Σαββόπουλου προκάλεσαν ακραία πάθη ενώσεως και διχασμού των Ελλήνων εξίσου με τη ζωή και το έργο του. Πάμπολλοι αριστεροί συνέπεσαν στην ίδια δήλωση, που με διάφορες παραλλαγές ήταν λίγο πολύ η εξής ως προς το νόημά της: «Δεν πενθώ τον Νιόνιο τώρα που πέθανε βιολογικά. Τον είχα πενθήσει δεκαετίες πριν, όταν ο αγαπημένος μου τραγουδοποιός πέθανε για μένα ως καλλιτέχνης και ως πνευματικός άνθρωπος». Σαν ο Σαββόπουλος να είχε περάσει δεκαετίες της ζωής του σε ένα φασματικό μεταίχμιο ανάμεσα στον πνευματικό και τον βιολογικό θάνατο ή στον «πρώτο» και τον «δεύτερο θάνατο» κατά την έκφραση της Αποκαλύψεως. Ποια, όμως, ήταν, άραγε, αυτή η «στιγμή τομής», όπου ο Σαββόπουλος «πέθανε πνευματικά» για το παλιό του ακροατήριο; Ο εντοπισμός της είναι δυσκολότερος από ό,τι μπορεί να υποτεθεί εκ πρώτης όψεως. Είναι το 1983, όταν υποκατέστησε την αριστερά με τη νεορθοδοξία; Είναι το 1989, όταν προέβη στο «κούρεμα» της μετανοίας, αφιέρωσε τραγούδι στον Μητσοτάκη πατέρα και στον ελληνικό στρατό, αυτοδιαπομπεύτηκε κειρόμενος τελετουργικώς πριν ετεροδιαπομπευτεί από τους προδομένους και οργισμένους εραστές της τέχνης του που πήγαιναν στα μέρη που τραγουδούσε για να τον γιουχάρουν; Ήταν η δεκαετία του 1990, όταν ακολούθησε τη μετάλλαξη της αρχικά αριστερόστροφης νεορθοδοξίας σε εθνικισμό δεξιού ήθους; Ήταν η δεκαετία του 2000, όταν εντάχθηκε στο εκσυγχρονιστικό αφήγημα; Ή μήπως ήταν η «ενδεκάτη ώρα» της κρίσης των μνημονίων που τον βρήκε τελεσίδικα αραγμένο στην όχθη του συστημικού «αντιλαϊκισμού»;

Βεβαίως, πολλοί από το αρχικό «αριστερό» κοινό μπορούν να δουν σε αυτές τις μετεξελίξεις απλώς εκτραχύνσεις που επιβεβαιώνουν την αρχική τους πρόβλεψη ότι αρκετά νωρίς, κάπου στη δεκαετία του 1980, για τον Σαββόπουλο «ήρθε η στιγμή για να αποφασίσει με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει». Όλα τα μετά ήταν μια αργόσυρτη κατρακύλα οφειλόμενη στις νέες «κακές παρέες» του Νιόνιου. Αν και από μια αριστερή άποψη η θέση αυτή διαθέτει λογική συνέπεια, ωστόσο, παραβλέπει τις τεράστιες εντάσεις ή και αντιφάσεις στο έργο και την πορεία του Σαββόπουλου στην περίοδο 1980-2025. Υπό το φως των σημερινών, -συμβατικών ίσως-, κατηγοριοποιήσεων, η νεορθοδοξία και ο ρωμέικος πατριωτισμός του Σαββόπουλου των δεκαετιών 1980-1990 είναι το ακριβώς αντίθετο από τον εκσυγχρονισμό και τον «φιλελεύθερο ρεαλισμό», κατά την έκφραση του επικηδείου του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, των δεκαετιών 2000-2020. Με τρέχοντα κριτήρια, ο Σαββόπουλος του 1990 είχε «λαϊκιστικά» χαρακτηριστικά, ακόμη κι αν μια δεκαετία πριν υπήρξε δήμιος του παπανδρεϊκού λαϊκισμού.

Οι κομματικές του συστρατεύσεις παρουσιάζουν αυξημένη πολυπλοκότητα. Αλλεργικός προς την πασοκική εκδοχή της αριστεράς-στην-εξουσία θα στραφεί, -όπως τότε, αξίζει να θυμηθούμε, και ένα μεγάλο μέρος των αριστερών κομμάτων-, στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ως προσωρινή λύση επιδιόρθωσης μέχρι να «σκεφτούμε κάποιο ζιγκ ζαγκ», κατά τους στίχους του τραγουδιού «Μητσοτάκ». Στον «Χρονοποιό», υπάρχει μεν ένα αφήγημα συμφιλιωτικής πρόσληψης της ελληνικής ιστορίας στο προοδευτικό εκσυγχρονιστικό αφήγημα, αλλά ταυτοχρόνως μια σαφής κριτική στην κυβέρνηση Σημίτη, λ.χ. για την υπόθεση Οτσαλάν. Στις μουσικές σκηνές, όπου τραγουδούσε τότε, διερωτάτο πώς φτάσαμε να έχουμε ως πρωθυπουργό έναν «λογιστή». Ο σφοδρός επικριτής του Ανδρέα Παπανδρέου θα υποστηρίξει στη δεκαετία του 2000 το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου ενάντια στη Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή. Σε εκείνα τα χρόνια ο Σαββόπουλος θεωρείτο «κεντρώος» ή «ακροκεντρώος» avant la lettre, πάντως όχι δεξιός. Ήταν κυρίως η μνημονιακή κρίση που κατέστησε τον Σαββόπουλο αντιλαϊκιστή για δεύτερη φορά, επικρίνοντας τον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα με μια ανανεωμένη δυναμική εκτύλιξη της στάσης του ενάντια στο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Από το 2019 ο Σαββόπουλος όρισε σε συνέντευξή του τη στάση του ως «Πρώτη Φορά Δεξιά», αντιστρέφοντας ειρωνικά το σύνθημα «Πρώτη Φορά Αριστερά». Ακολούθησε μία σχεδόν μανιώδη επιτελεστική ταύτιση με τον μητσοτακισμό, την οποία ποτέ άλλοτε δεν είχε κάνει για καμία άλλη πολιτική δύναμη, ούτε καν για το κομμουνιστικό κόμμα ή την ανανεωτική αριστερά. Ο δημόσιος λόγος του Σαββόπουλου εκφράζει πλέον τον συνδυασμό ακροδεξιάς και ακραίου κέντρου που χαρακτηρίζει την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Δεν είναι ούτε αμιγώς φιλελεύθερος, ούτε συνεπώς εθνοκεντρικός/συντηρητικός, αλλά ένας συνδυασμός των δύο, ταυτιζόμενος με το ιδεολογικό στίγμα της τρέχουσας εξουσίας όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη. Αν και για πολλούς θιασώτες του «πνευματικού θανάτου» του Σαββόπουλου κατά τη δεκαετία του 1980, οι εξελίξεις αυτές μπορεί να θεωρηθούν ως μια ενδο-δεξιά διαλεκτική, για έναν επίδοξο ιστορικό της πνευματικής του εξέλιξης δεν μπορούν παρά να παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον.

Πότε ξέχασε ο Σαββόπουλος τους αδύναμους;

Αξίζει, όμως, να δούμε ένα πιο υπαρξιακό κριτήριο. Πότε ο Σαββόπουλος σταμάτησε να γράφει για τους απερριμμένους, τους απόκληρους, τους αδύναμους; Στα «Τραπεζάκια Έξω» αναζητεί «την ηχώ του Θεού στον βυθό του Εωσφόρου» στο «Μυστικό Τοπίο». Ακόμη και στον «Χρονοποιό», τον τελευταίο του δίσκο με πρωτότυπα νέα τραγούδια, περιγράφει πώς «η ψυχή του είναι μαύρη» για τον Αμπντουλάχ Οτζαλάν, για την αδυνατότητα να βρει άσυλο ένας ικέτης. Κατ’ εκείνη τη μονοπολική στιγμή της πλανηταρχίας των ΗΠΑ, ο Σαββόπουλος στρέφεται ενάντια στην πολιτική των Δημοκρατικών του Μπιλ Κλίντον, ψέγοντας σκληρά τους παρεμβατικούς πολέμους της τότε μόνης υπερδύναμης της παγκοσμιοποίησης. Πώς από έναν Νιόνιο, που επί 4 δεκαετίες έγραφε για τους αδικημένους στα τραγούδια του, φτάσαμε σε έναν Σαββόπουλο, που πρότεινε να στέλνουμε τους πρόσφυγες στα ξερονήσια, για να μη μολύνουν το εθνικό μας σώμα ή που δεν μπορούσε να συγκινηθεί για το δράμα της Παλαιστίνης;

Είναι πάντως αποκαλυπτικό ότι ούτε ένας δίσκος του Σαββόπουλου δεν στερείται την έγνοια για τους απόκληρους. Ο Σαββόπουλος που αδυνατεί να αισθανθεί τον πόνο τους είναι ο Σαββόπουλος που αδυνατεί να γράψει τραγούδια. Με το να βρεθεί στη «σωστή πλευρά της Ιστορίας», ο Σαββόπουλος βρέθηκε στη «λάθος πλευρά της ποίησης». Το ακροδεξιό ακραίο κέντρο σκόραρε μια πύρρειο νίκη: Πήρε στο στρατόπεδό του τον Σαββόπουλο την ακριβή στιγμή που του ήταν πλέον αδύνατο να γράψει τραγούδια. Κατάπιε έναν Σαββόπουλο «ευνουχισμένο», για να θυμηθούμε τον (κατά τη γνώμη μου τότε άδικο) χαρακτηρισμό του Βασίλη Ραφαηλίδη. Είναι  ενδιαφέρον ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος δεν παράγει πλέον τραγούδια όχι όταν απλώς στρέφεται στον πατριωτισμό ή στην ορθοδοξία ή στον κοινωνικό συντηρητισμό ή ακόμη και στον εκσυγχρονισμό, αλλά όταν γίνεται συστημικός σε μια περίοδο που επικρατεί η μονοτροπία του νεοφιλελευθερισμού, ο συνδυασμός ακροδεξιάς και ακραίου κέντρου που χαρακτηρίζει την τρέχουσα ευρωπαϊκή πολιτική. «Αφού δεν είχε τραγούδια δυσάρεστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα», για να παραφράσουμε τον «Άγγελο Εξάγγελο».

Ελλείμματα και συμπληρώματα στην κατασκευή του φαντασιακού εαυτού

Σε ένα υπαρξιακό επίπεδο, ο Σαββόπουλος δεν μπορεί να γράψει νέα τραγούδια, όταν έχει εκλείψει από τη σκέψη του η ένταση. Διότι αξίζει να θυμηθούμε το εξής: Στη λεγόμενη «αριστερή περίοδο» (1964-1980) ο Σαββόπουλος ουδέποτε υπήρξε ένας συστηματικά στρατευμένος κομμουνιστής ή ενταγμένος πλήρως σε μια οποιαδήποτε πολιτική δύναμη. Ήταν ένα είδος αριστερού υπαρξιστή, που μιλούσε για «το Κόμμα που σε τραβάει από το μανίκι», που δεν δίσταζε να υιοθετήσει το οπτικό πρίσμα του δειλού σε έναν κοινωνικό αγώνα, όπως λ.χ. στο τραγούδι του για το «Κιλελέρ», που ενδιαφερόταν για τα προσωπικά αδιέξοδα του διωκόμενου αγωνιστή, που ήταν «τρελός από τα σημάδια σαν σκυλί», όταν η πλατεία ήταν πια «άδεια». Ουδέποτε στην «αριστερή» περίοδο δεν είδαμε τον Σαββόπουλο να επιχειρεί μια πλήρη φαντασιωτική ταύτιση (με λακανικούς όρους) με την αριστερά ή μια κατασκευή απολύτως συνεπούς αριστερού εαυτού. Τα τραγούδια εκείνα μας συνεπήραν ακριβώς επειδή την εποχή του υπαρκτού σοσιαλισμού, ο Σαββόπουλος δεν ήταν στρατευμένος καλλιτέχνης, αλλά ένας υπαρξιακός αναζητητής της ελευθερίας μαζί με την ισότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη.

Δεν συμβαίνει το ίδιο με τον Σαββόπουλο που, αφού έχει «κρεμάσει τη φανέλα» ως τραγουδοποιός, επιδιώκει ρόλο «σοφού Νέστορα» του μητσοτακισμού. Αν ο παλιός Σαββόπουλος δεν ήθελε «το Κόμμα να τον τραβάει από το μανίκι», ο όψιμος Σαββόπουλος τραβούσε ο ίδιος το μανίκι των δεξιών κομμάτων εξουσίας. Σε πλήρη αντίθεση με το τι έκανε στα νιάτα του, τώρα πλέον είχε αποδυθεί σε ένα μανιώδες κυνήγι μιας φαντασιακής κατασκευής του εαυτού του άλλοτε ως «αστού πνευματικού ανθρώπου» και άλλοτε ως «εθνικού τροβαδούρου» με δεξιό πρόσημο. Σαν να είχε ζηλώσει τη δόξα του Χατζηδάκι που ανήκε στην παρέα αστών πνευματικών ανθρώπων -φίλων του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο Σαββόπουλος σε μια μετα-αστική εποχή ευτέλειας των ελίτ, πλασαριζόταν ως ο αστός πνευματικός άνθρωπος – φίλος του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του περιγύρου του ή της Προέδρου της Δημοκρατίας. Τόνιζε, -με ομολογούμενη τόλμη-, τη σημασία της αστικής εμφάνισης, του να είναι ένας πολιτικός καλοντυμένος, να φοράει γραβάτα και καλό κοστούμι, σε εντυπωσιακή αντίθεση με τον έφηβο ατημέλητο Σαββόπουλο που κοιμόταν σε παγκάκια και του προσέφεραν κάποτε οι φίλοι του ένα λουτρό για να πλυθεί. Άλλοτε πάλι, αντιστρόφως, ο ύστερος Σαββόπουλος εντρυφούσε σε μια ευφρόσυνη οικείωση των πλέον εξευτελιστικών στιγμών του ηλικιωμένου Νεοέλληνα, όπως στη διαβόητη περφόρμανς με τη στριπτιτζού, σαν επειγόμενος να καθρεφτίσει δίχως καμία ευπρέπεια τον συλλογικό πνευματικό πάτο και εξαχρείωση της Ελλάδας.

Θα έμπαινε κανείς σε ψυχαναλυτικό πειρασμό να αναζητήσει στη γλαφυρότατη αυτοβιογραφία του Σαββόπουλου Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα (Πατάκης, 2025) ψυχαναλυτικού είδους εξηγήσεις. Οι γονείς του Σαββόπουλου παρουσιάζονται ως αστικής κοινωνικής τάξης, αλλά προσφυγικής προέλευσης με καταγωγή από έναν οικουμενικό Ελληνισμό της Κωνσταντινούπολης, του Φαναρίου και της βαλκανικής ενδοχώρας. Ο Σαββόπουλος, που παρατά τη Νομική, απορρίπτεται από τον πατέρα του και παίρνει το «Φορτηγό» για τη μετοικεσία στην Αθήνα. Ένα μεγάλο μέρος του όψιμου Σαββόπουλου, ιδίως όπως παρουσιάζεται στη συγκινητική αυτοβιογραφία του, μοιάζει σαν να είναι μία εναγώνια προσπάθεια να αντιστρέψει τον χρόνο και να κερδίσει την αποδοχή του βιολογικού, αλλά και κάθε άλλου συμβολικού πατέρα, των «δασκάλων μικρών μα και μεγάλων, όσων προπαντός έχουν για πάντα κοιμηθεί», αλλά και των αστών μουσικών και τραγουδιστών που άκουγαν οι γονείς του και τιμούσε η εποχή τους (υπάρχουν αναφορές στη Σοφία Βέμπο, τον Μίμη Τραϊφόρο, τον Αττίκ κ.ά.). Το βιβλίο περιγράφει ακόμη και μια συμφιλίωση με τον τέως βασιλέα Κωνσταντίνο, θυμίζοντας σχεδόν τη στάση του όψιμου Ντοστογιέφσκι προς τον τσάρο. Σαν η προσπάθεια φαντασιακής κατασκευής ενός αστού εαυτού να έκλεινε έναν κύκλο επιστροφής «παιδιού που δεν χάθηκε», διαψεύδοντας «τα πιο ωραία παραμύθια που του είχαν διηγηθεί».

Ένας υπαρξιστής με κλειστό μέλλον και ανοικτό παρελθόν

Το πρόβλημα είναι ότι ο Σαββόπουλος ομοιάζει έτσι με έναν αντεστραμμένο υπαρξιστή ήρωα. Ο τρόπος των υπαρξιστών ηρώων των δεκαετιών 1940-1970 ήταν η διαρκής απόδραση από το απολιθωμένο παρελθόν και η καλλιτεχνική επανεφεύρεση ενός ελεύθερου εαυτού στο μέλλον. «Σκέπτομαι, άρα υπήρξε» ήταν η αναδιατύπωση του καρτεσιανού κόγκιτο από τον Ζαν-Πολ Σαρτρ: Όταν αναστοχάζομαι τον εαυτό μου, τότε αυτός είναι ήδη ένας άλλος στο παρελθόν. Ο Σαββόπουλος, αντλώντας από το Ντίλαν, είπε ακριβώς το ίδιο στο τραγούδι «οι πίσω μου σελίδες», συντονιζόμενος με το πνεύμα της εποχής. Έχοντας ζήσει τον όψιμο Σαββόπουλο, θα είχε κανείς τον πειρασμό να ισχυριστεί ότι εντέλει συμβαίνει ακριβώς το αντίστροφο από έναν ηρωικό υπαρξιστή: Ο Σαββόπουλος είχε ένα απολιθωμένο παρόν και μέλλον, ενώ, παραδόξως, αυτό που αποδιδράσκει διαρκώς είναι το παρελθόν του.

Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης στον συγκλονιστικό λόγο του στη Μητρόπολη Αθηνών είπε: «Ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη, δεν ξέραμε πότε ήσουν ρόλος και πότε ο εαυτός σου. Ίσως ούτε και εσύ. Δυσκολεύτηκες, σε ένιωθα, μας δυσκόλευες και εμάς, μας τσάντιζες, ψάχναμε πού να σε κατατάξουμε, πώς να σε καταλάβουμε, μα τι θέλαμε επιτέλους; Να γίνεις προβλέψιμος; Και ποιος θα έγραψε αυτά τα απρόβλεπτα τραγούδια;». Κι όμως ο Σαββόπουλος των ετών 2011-2024 υπήρξε απολύτως προβλέψιμος, όπως παρατήρησε ο Κώστας Κωστάκος. Θα διακινδύνευα να πω ότι μπορούσε να είναι κανείς σίγουρος ότι ο Σαββόπουλος θα έσπευδε να πει ή να επιτελέσει κάθε είδους καφρίλα, λ.χ. αντιμεταναστευτική ή σεξιστική, να συναγελαστεί με τον Άδωνι Γεωργιάδη και άλλους κυβερνητικούς, να υποστηρίξει την εξουσία με αφοσίωση, να πλασαριστεί ως αστός σοφός. (Εξαιρείται η περίοδος της ασθένειας, και το εντός αυτής έργο που είχε μια πολύ διαφορετική υπαρκτική δυναμική). Αυτό που ήταν όντως απρόβλεπτο (τουλάχιστον για όσους από τους θαυμαστές του ήμασταν καλοπροαίρετοι) ήταν το πώς ο Διονύσης Σαββόπουλος από κάποιο σημείο και πέρα αποφάσισε να καταστήσει τον εαυτό του ασφυκτικά προβλέψιμο. Παραδόξως, η νεκρή δεδομενικότητα αφορούσε στο παρόν και το κατά κόσμον μέλλον του Νιόνιου, ενώ η ελευθερία στο παρελθόν του, σαν να επρόκειτο για έναν υπαρξιστικό Μπέντζαμιν Μπάτον. Για πάνω από μια δεκαετία ο Σαββόπουλος κατέστησε εαυτόν την πλέον εμβληματική μορφή της απουσίας του ελληνικού πνευματικού κόσμου σε εποχή κρίσης. Ακόμη περισσότερο, αποδύθηκε σε μια φαντασμαγορική επιτέλεση ταυτίσεων με την εξουσία. 

Σμίλευσε με τον δημόσιο λόγο του μια μορφή «μωρού Νέστορα»: Κάποιου που επιθυμεί διακαώς να προωθηθεί ως «εθνικός σοφός», μόνο για να πιστοποιήσει ότι είναι αποξενωμένος από έναν κόσμο που τρέχει ταχύτατα, ενώ μια συντηρητική σοφία, που ο Σαββόπουλος πολύ όψιμα προσπαθούσε να δεξιωθεί, δεν αρκούσε για την κατανόησή του. Ο Σαββόπουλος ήταν τρομοκρατημένος για την εθνική καταστροφή που θα έφερνε ενδεχομένως μια εμμονή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο «Όχι» ή ο λαϊκισμός της. Όμως δεν είχε μία λέξη να πει για την εκτροπή από τη δημοκρατία που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια, για την κρατική βιοπολιτική επί πανδημίας κορονοϊού, για τα σκάνδαλα του «Predator» ή του ΟΠΕΚΕΠΕ, για τη δολοφονία της νιότης στα Τέμπη, για την υποχώρηση της Ελλάδας στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τη διάψευση της «σωστής πλευράς της Ιστορίας», για το φάσμα πλέον μιας νέας οικονομικής και εθνικής μείζονος καταστροφής, για την οποία σήμερα δεν μιλούν πλέον οι αριστεροί, αλλά οι κεντρώοι. Κατά κωμικοτραγική ειρωνεία, αν κάποιος μιμείται σήμερα κακοτέχνως τον Σαββόπουλο της εθνικής συμφιλίωσης και της προόδου μέσα από τη μετάνοια αυτός είναι ο επίσης αυτοβιογραφούμενος Αλέξης Τσίπρας που εντρυφά στις ίδιες κοινοτυπίες.

Στις αντιφάσεις που εντόπισε με ποιητική διεισδυτικότητα ο Αλκίνοος Ιωαννίδης (ο Σαββόπουλος ως «συντηρητικός με καρδιά επαναστάτη, αυστηρός δάσκαλος με ρούχα παλιάτσου, λόγιος καραγκιοζοπαίχτης, δύστροπος γέροντας με ψυχή ζαβολιάρικου παιδιού, βλοσυρός που του άρεσαν τα ανέκδοτα, ασκητής με ακριβά γούστα, αμήχανος σοφός») μπορεί κανείς να προσθέσει αυτήν ενός αενάως υπερμάχου του τεχνολογικού προοδευτισμού, ο οποίος κατά δική του ομολογία δεν είχε καμία επαφή με την ψηφιακή τεχνολογία. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο άλλοτε συντονιζόμενος με την εποχή του μέσα από τη ρήξη επαναστάτης Σαββόπουλος σε όψιμη ηλικία διεκδίκησε έναν δημόσιο ρόλο σοφού της συντηρητικής σωφροσύνης, μόνο για να δείξει μια βαθιά ανεπάρκεια κατανόησης ενός πλανήτη που εξελίσσεται αμήχανα αλλά ραγδαία. Πρόκειται για σύμπτωμα μιας εποχής όπου οι ηλικιωμένοι δυσκολεύονται να αποτελέσουν φορείς σοφίας.

«Οι σελίδες οι παλιές τρελαθήκανε»

Οι στίχοι από τις «Πίσω Σελίδες» αποτελούν τη μεγαλύτερη αποκάλυψη για τον όψιμο Σαββόπουλο: «Ξεφύγαν απ’ τα χέρια μου οι πίσω μου σελίδες, κι ας μου κοστίσαν ακριβά σε κόπους και θυσίες. Έι, με περιφρονούνε τώρα και τραβάνε σαν τρελές μέσα στη μπόρα. Πηγαίνω βόλτα στο σταθμό κι αλλάζω θεωρίες. Καιρός να διώξω απ’ το μυαλό τις πίσω μου σελίδες. Ας ταξιδέψουν μοναχές μες στις ξένες τις καρδιές. Τα παιδιά του δρόμου δες πώς αφήνουνε των γονιών τους τις φωλιές. Οι σελίδες μου οι παλιές τρελαθήκανε, τρελαθήκανε κι αυτές». Αν ο ίδιος ο Σαββόπουλος ήταν ένα από τα «καλύτερα παιδιά που κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι», τα τραγούδια του, όλως αντιθέτως, είναι «παιδιά του δρόμου που αφήνουνε των γονιών τους τις φωλιές».

Και, πράγματι, κανένας κριτικός του Σαββόπουλου δεν μπορεί να γίνει σκληρότερος προς αυτόν από τις πίσω του σελίδες. Ποιος θα μπορούσε να κρίνει τον Σαββόπουλο για τις δηλώσεις του για τους «μετανάστες στα ξερονήσια» καλύτερα από τους «πίσω» στίχους: «Τα πιο ωραία παραμύθια απ’ όσα μου ‘χεις διηγηθεί, αχ είν’ εκείνα που μιλούσαν για τα παιδιά που ‘χουν χαθεί. Για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος στις λίμνες στο βορρά. Για τα παιδιά που χάθηκαν στου δράκου το πηγάδι, στης στρίγκλας τη σπηλιά. Σε συμμορίες με ζητιάνους, σε αχυρώνες και σ’ αυλές και σε καράβια του πελάγους με λαθρεμπόρους πειρατές. Για τα παιδιά που τα ‘συραν στης Αφρικής τις αγορές εμπόροι και ληστές και φοβισμένα κι ορφανά στη Σμύρνη και στη Βενετιά τα πιάσαν οι φρουροί». Δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί πιο συγκινητικό ποίημα σήμερα για το δράμα των ασυνόδευτων ανηλίκων. Πλείστα όσα παλιά τραγούδια «ο παλιάτσος κι ο ληστής», το «σε ευχαριστώ ω εταιρεία», οι «Αχαρνής» μοιάζουν σαν να έχουν τρελαθεί, να έχουν δραπετεύσει και να ασκούν στον Διονύση Σαββόπουλο μια κριτική τόσο δριμεία που κανένας από τους επικριτές του δεν θα μπορούσε ποτέ να ασκήσει. Είναι οι «πίσω σελίδες», το έργο του Σαββόπουλου που δραπέτευσε από τον δημιουργό του, αυτό που μας «θυμίζει τις μέρες τις παλιές» και μας ξαναδηλώνει «έρχεται η στιγμή για να αποφασίσεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις».

Πολλαπλοί Σαββόπουλοι

Την ίδια την ημέρα της κηδείας βιώσαμε τους «πολλαπλούς Σαββόπουλους». Μέσα στη Μητρόπολη, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης επέμεινε εκτενώς να ερμηνεύσει τον «Άγγελο Εξάγγελο» ως προφητική καταδίκη του λαϊκισμού, μιλώντας για τη στροφή του Σαββόπουλου στον «ρεαλισμό του φιλελευθερισμού». Επρόκειτο για μια εξαιρετικά άκομψη, οριακά βλάσφημη και «βδελυγματική εν τόπω αγίω» επίδειξη δύναμης του συστήματος εξουσίας δίπλα στη σορό του Σαββόπουλου και πάνω στο πτώμα της Αριστεράς. Σίγουρα ήταν μια άφρων καπηλεία, από αυτές που έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια από τον πιο γελαστό στις κηδείες πολιτικό. Όμως ήταν μια «καπηλεία συναινετική»· έμοιαζε να έχει την αποδοχή του περιβάλλοντος του εκδημήσαντος, ίσως θα την επιδοκίμαζε ακόμη κι ο ίδιος. Στήθηκε ένα ολόκληρο προπαγανδιστικό θέαμα με τις άδειες καρέκλες των απόντων ηγετών της αριστεράς, για να φανεί ότι ο ενωμένος Ελληνισμός του Σαββόπουλου δεν είναι και τόσο άμοιρος διχασμού, αφού η ξανά ηττημένη αριστερά απουσιάζει υποτίθεται μικρόψυχα. Ξέφυγε από την κατηγορία μόνο η Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία φαίνεται ότι έχει αναπτύξει ένστικτο στο να διαβάζει τις επικοινωνιακές ευκαιρίες και προσήλθε γενναία μέσα στο «σπίτι του εχθρού», για να προβάλει τη δική της εναλλακτική ερμηνεία του Σαββόπουλου ως ασυμβίβαστου.

Υπήρχαν, όμως, και εναλλακτικές φωνές στους επικηδείους, όπως του Αλκίνοου Ιωαννίδη που μίλησε για μια Ελλάδα «οικόπεδο και αποικία» ενώπιον σύσσωμης της πολιτικής ηγεσίας της χώρας, ενώ και άλλα βιολογικά και πνευματικά παιδιά του Σαββόπουλου μίλησαν πολύ συγκινητικά για την κληρονομιά του. Στο νεκροταφείο μετά οι παριστάμενοι περιέγραφαν ένα βίωμα «νίκης επί του θανάτου» με τα τραγούδια και τους χορούς που συνόδευσαν τον εκδημήσαντα. «Ο Σαββόπουλος καταργεί το πένθος», «γνωρίζει τη ρωμέικη ανάσταση», ήταν φράσεις που άκουσα από συμμετέχοντες. Μια χαρακτηριστική σκηνή μεταφέρθηκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Κοντά στο «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη» όπου έχουν γραφτεί τα ονόματα των νεκρών των Τεμπών μια ομάδα νέων παιδιών τραγουδούσε με κιθάρες. Οι αστυνομικοί, που φέρονται να ήθελαν να εκδιώξουν την ομάδα, σταμάτησαν, όταν τα νέα παιδιά άρχισαν να παίζουν τραγούδια του Σαββόπουλου. Θα ήταν ανοίκειο τη μέρα της κηδείας να διωχθούν νέοι που τιμούσαν τη μνήμη του «εθνικού βάρδου» μας. Οι σελίδες του οι παλιές τρελαθήκανε τρελαθήκανε κι αυτές και ταξίδεψαν στο κέντρο του αθηναϊκού άστεως.

Η τελευταία περίοδος της ασθένειας φαίνεται πάντως να σήμανε μια ιδιαίτερη δυναμική. Στο τελευταίο έτος της ζωής του ο Σαββόπουλος ξαναβρήκε την έμπνευση για να γράψει, αλλά αυτή τη φορά σε πεζό λόγο, μια αριστουργηματική αυτοβιογραφία. Ταυτοχρόνως, ολοκλήρωσε μια επίπονη σειρά επεισοδίων ντοκιμαντέρ και συμμετείχε στο «Rockwave festival». Όπως παρατήρησε ο Αλκίνοος Ιωαννίδης εκεί ο Σαββόπουλος «καινούργιωσε ένα ξένο τραγούδι με τη μετάφρασή του» και εννοούσε κάθε στίχο, όταν είπε: «Και αν έκανα το παν; Και αν πάλι ήταν λειψό; Ακόμα κι αν αμφέβαλλα κι αν θέλησα ν’ αγγίξω. Πάντως δεν σας ξεγέλασα. Σας είπα την αλήθεια. Κι αν όλα λάθος πήγανε; Εγώ δεν θα σταθώ εδώ, στου τραγουδιού το ιερό. Μη έχοντας άλλο στη φωνή μου από το Αλληλούια». Ο Σαββόπουλος, συνεχίζει ο Ιωαννίδης, μας ρώτησε: «Τι ακριβώς ακούσατε; Την αγιοσύνη ή τη φθορά στη λέξη Αλληλούια;».

Η αυτοβιογραφία του Σαββόπουλου δεν έχει αυτοδικαιωτικό ύφος, σε αντίθεση με τη συντριπτική πλειονότητα των έργων αυτού του είδους, χωρίς βεβαίως να στερείται τη χαρακτηριστική στον Σαββόπουλο ναρκισσιστική εξομολογητικότητα. Ο Σαββόπουλος ζητά συγνώμη από πολλούς ανθρώπους, τεθνεώτες ή ζώντες, με τους οποίους είχε «ανοικτούς λογαριασμούς», μεταξύ τους και από τον Θάνο Μικρούτσικο. Παραδέχεται λάθη στη σχέση με τη σύζυγο και τα παιδιά του και επικεντρώνει ιδιαιτέρως στην αξία της οικογένειας. Είναι ένα έργο εν πολλοίς με χριστιανικό ύφος εξαγορεύσεως λογισμών με μάλλον μετανοητική διάθεση, αλλά και με έκθεση επιτευγμάτων ενώπιων «δασκάλων μικρών μα και μεγάλων». Μετά την εκδημία του, πολλοί άνθρωποι μαρτύρησαν ότι τους τελευταίους μήνες τους είχε στείλει μηνύματα αγάπης πριν φύγει.

Ήταν πιστός ο Σαββόπουλος; Ο συνθέτης του «Ολαρία ολαρά» αναζητούσε μια «αποκατάσταση των πάντων». Πολλοί θα μπορούσαν να ασκήσουν την κριτική ότι αυτό ακριβώς περιλάμβανε τις αρνητικές παρενέργειες του Χριστιανισμού, ιδίως στην Ορθόδοξη εκδοχή του, όπως τη συνδιαλλαγή με την εξουσία, το βόλεμα, την αδιάκριτη συμφιλίωση όλων εν πολλοίς υπό τη φαντασιακή ενότητα της εθνικής ομοψυχίας. Παραμένει το γεγονός ότι ο Σαββόπουλος των τελευταίων μηνών ήταν, σύμφωνα με μαρτυρίες, ένας άνθρωπος γλυκά συντετριμμένος, με λαχτάρα για συγχώρεση και αγάπη. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρεται στον στίχο του «του Θεού η χάρη μας φυλάει από τα σουξέ». Δήλωνε ότι πίστευε σε έναν Θεό του Οποίου τη φύση δεν ήξερε και ευτυχώς γιατί έτσι δεν Τον είχε «στο τσεπάκι του». Το κοινοτικό πανηγύρι, είτε στη νεορθόδοξη, είτε στην «ολυμπιακή» εκδοχή του, συνυπήρχε με την αποφατική πίστη σε έναν υπερβατικό Θεό που αγνοούμε, αλλά έρχεται στο τέλος να μας καλέσει σε ομόνοια. Με τα λόγια του Φοίβου Δεληβοριά: «Ένα ιερό αμφίβιο είναι το έργο του Σαββόπουλου, κάτι που ακουμπούσε και στην εδώ ζωή και στην επέκεινα. Κι αυτός ένας κανονικός τρελός, ο πιο τρελός άνθρωπος που γνώρισα ποτέ, ένας απρόσιτος με μάτια που δεν έβλεπαν εδώ, έτοιμος κάθε στιγμή να καταστρέψει τη ζωή, να τη ρεζιλέψει και να τη χάσει μέσα από τα χέρια του, για να τη λατρέψει το ίδιο βράδυ στη σκηνή, με ένα δόσιμο ακαταμάχητης τρυφερότητας και πάθους». Μετά την εκδημία και τη φυσική απουσία του, όλη η ζωή του Σαββόπουλου έχει γίνει «τρελαμένες πίσω σελίδες» που αναστατώνουν τον ελληνικό δημόσιο χώρο μαζί με τη συμφιλίωση και την αγάπη για τους δικούς του, ένα συνεχές διακύβευμα μεταξύ «αγιοσύνης και φθοράς», σύμφωνα με τους τελευταίους στίχους του.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Συγγνώμη από τη βρετανική Dettol στο κοινό της Κίνας για τη διαφήμιση που θα απολύμανε τους «τοξικούς Κινέζους»

Οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων επισκέπτονται τους τραυματισμένους πιστούς της Γάζας

Βurnout: Η αθέατη πλευρά της εργασιακής εκμετάλλευσης στην εκπαίδευση

Κολομβία: Στο «κόκκινο» μετά το οριακό εκλογικό αποτέλεσμα και τις καταγγελίες για νοθεία

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα