Το καλό με τις ψυχολογιστικές ερμηνείες είναι ότι ποτέ δεν μπορούν να καταρριφθούν. Σου αρέσει το επιθετικό σκάκι και παίζεις ριψοκίνδυνα, αποτολμώντας ακραίους συνδυασμούς που έχουν σκοπό να μπερδέψουν τον αντίπαλο και να τον βάλουν, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο Ταλ, σε ένα σκοτεινό δάσος όπου δύο συν δύο ίσον πέντε και το μονοπάτι διαφυγής χωράει μόνο έναν».; Τότε έχεις επιθετικό χαρακτήρα. Και αν, εντούτοις, παρά αυτήν σου την προτίμηση, είσαι ένας πράος, ήρεμος στην καθημερινότητά του άνθρωπος, τότε απλώς το σκάκι δείχνει τον πραγματικό σου εαυτό, που απωθείται.
Ευτυχώς για τον Πρωσογερμανό Άντολφ Άντερσεν, έζησε πριν τον Φρόιντ, και κανείς δεν αναρωτήθηκε πώς ο μειλίχιος και εγκρατής οικοδιδάσκαλος, με τη μετρημένη ζωή και τα λιγοστά ρίσκα, αποτελεί την πιο κοινότοπη ίσως αναφορά ειδικών και μη όταν μιλάμε για το «ρομαντικό», επιθετικό σκάκι του 19ου αιώνα.
Πράγματι, γεννημένος σε φτωχή οικογένεια της Μπρατισλάβας, ο Άντερσεν είχε την εύνοια της Κάισσας, τέτοια που να ’χουν μείνει στην ιστορία όχι μία αλλά δύο παρτίδες του, ονοματισμένες έτσι που να μην αφήνουν καμία αμφιβολία για την αισθητική τους αποτίμηση. Η πρώτη ονομάστηκε «Αθάνατη» και η δεύτερη «Αειθαλής». Μιλάμε συχνά για την αθάνατη παρτίδα του τάδε σκακιστή, για να δείξουμε αυτή που είναι η επιτομή της αρτιότητάς του, αλλά όταν μιλάμε για την «αθάνατη παρτίδα» -χωρίς άλλο προσδιορισμό- εννοούμε την παρτίδα του Άντερσεν.


Ο τακτικός αναγνώστης και η τακτική αναγνώστρια της στήλης θα θυμούνται ότι συναντήσαμε τον Άντερσεν στο πρώτο διεθνές τουρνουά του σκακιστικού κόσμου, στο Λονδίνο το 1951, όπου και πήρε τη σκυτάλη της σκακιστικής πρωτοκαθεδρίας από τον Χάουαρντ Στόντον. Εκεί παίχτηκε η περίφημη «αθάνατη παρτίδα», που πέρα από τη σκακιέρα έχει υμνηθεί και στη λογοτεχνία Μόνο που η παρτίδα δεν παίχτηκε στο επίσημο τουρνουά, αλλά στην ανάπαυλα. Σε κάποιο κενό των αγώνων, ο Άντερσεν έκατσε να ξεκουραστεί από την πάλη -πώς αλλιώς;-, παίζοντας σκάκι με έναν από τους αντιπάλους του, τον μετρ Κιζερίτσκι. Σε μια ξέφρενη μάχη, όπου ο Κιζερίτσκι θα μπορούσε να αμυνθεί καλύτερα, ο Άντερσεν θυσίασε και τους δύο πύργους του και τη βασίλισσά του για να κάνει τον αντίπαλό του ματ με τα ελαφρά κομμάτια του στο κέντρο της σκακιέρας. Γνήσιος τζέντλεμαν, ο και εκδότης σκακιστικής εφημερίδας Κιζερίτσκι θα σπεύσει να ταχυδρομήσει την παρτίδα για δημοσίευση στη «La Régence».
Η ζουμερή λεπτομέρεια είναι ότι αν και η παρτίδα σώζεται με τον Άντερσεν να παίζει λευκός, σύμφωνα με κάποιες πηγές, και σε μια ιδιορρυθμία των κανόνων της περιόδου -θυμίζουμε ότι βρισκόμαστε ακόμα σε μια περίοδο που η αυστηρότητα των κανόνων υποχωρεί μπροστά στις τοπικές ιδιαιτερότητες-, ο Άντολφ παίζει πρώτος μεν αλλά με τα μαύρα. Σαν λευκός δηλαδή, οπότε η μεταγραφή δεν πειράζει κάτι. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ίχνος αυτής της πιθανής ιδιαιτερότητας διασώζεται στο ποίημα του Γιώργου Κοροπούλη, που τελειώνει με τον στίχο «Εδώ – παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν».

Το πλάνο γενικό: νύχτα, χειμώνας, και κάθονται οι δυο τους πλάι στο τζάκι. (Σαν άλλου κόσμου να ’φτασε αεράκι, καθένας τους κρυώνει κατά μόνας.)
Κάθονται από νωρίς: εφημερίδα διαβάσαν, διαφώνησαν λιγάκι, συμφώνησαν μετά να παίξουν σκάκι – κι αφήσανε στη μέση την παρτίδα.
Κάθονται -και αργεί να φέξει η μέρα. Καινούργιες δεν θυμούνται ιστορίες· του γάμου τους κοιτούν φωτογραφίες -κι ακούν διπλή της νύχτας τη φλογέρα.
Ασπρόμαυρες κοιτούν φωτογραφίες: αμίλητοι, σαν πιόνια σε σκακιέρα, (αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα;) ποζάρουν με κυρίους και κυρίες. Όλοι συγκινημένοι, όλοι δακρύζουν· η νύφη κι ο γαμπρός χαμογελάνε. Εδώ φιλιούνται, εδώ αποχαιρετάνε… Εδώ -παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν
Πέρα από την υπέροχη αυτή παρτίδα, που προκάλεσε κι αυτό το υπέροχο ποίημα, το τουρνουά του Λονδίνου σηματοδοτεί την αρχή της μονοκρατορίας του Άντερσεν για σχεδόν δύο δεκαετίες. Τον καιρό της παντοδυναμίας του μόνο η ήττα του στο ματς με τον Αμερικανό κομήτη Μόρφι το 1858 μπορεί να θεωρηθεί ως σοβαρή αμφισβήτηση της απόλυτης κυριαρχίας του. Ακόμα και μετά το πέρασμα της σκυτάλης στον Βίλχελμ Στάινιτς, μετά το ματς του 1866, ο Άντερσεν παρέμεινε ο αδιαφιλονίκητος μετρ των τουρνουά, κερδίζοντας περισσότερα από κάθε σύγχρονό του.
Μοιάζει παράδοξο, αλλά αυτός ο πολυνίκης των τουρνουά εισέβαλε στον σκακιστικό κόσμο μάλλον καθυστερημένα, στα 24 του (αξίζει να σημειωθεί για την αντίθεση ότι ο Μόρφι θα γνώριζε την πρώτη δημοσίευση παρτίδας του το 1851, τη χρονιά που ο Άντερσεν έπαιξε την «Αθάνατη». Μόνο που ο Μόρφι τότε ήταν μόλις 12 ετών και κέρδιζε έναν από τους κορυφαίους παίκτες στον κόσμο, τον Γιόχαν Λέβενταλ).
Το ακόμα πιο παράδοξο είναι ότι η είσοδος του Άντερσεν στον σκακιστικό κόσμο έγινε μέσα από τα σκακιστικά προβλήματα. Το 1842 δημοσίευσε μια σειρά προβλημάτων που απευθύνονται σε «πρακτικούς παίκτες», θύμιζαν δηλαδή, όπως ήταν πολύ κοινό τότε, κανονικές σκακιστικές παρτίδες. Άξιο μνείας είναι ότι ο Άντερσεν ποτέ δεν θα εγκαταλείψει το ενδιαφέρον για τον κόσμο των σκακιστικών προβλημάτων, ζώντας κυριολεκτικά τη μετάβαση από τα παλιομοδίτικα προβλήματα, που έμοιαζαν με πραγματικές παρτίδες, στην άνθιση του μοντέρνου καλλιτεχνικού σκακιού, όπου η ομορφιά αυτονομείται από την ωφελιμότητα.
Μέσα από αυτό το πρώτο του βιβλίο, ο Άντερσεν θα γνωρίσει και θα συναναστραφεί τις «Πλειάδες του Βερολίνου», μια ομάδα 7 Γερμανών μετρ που θα τον αγκαλιάσει και θα τον εισαγάγει στο απαιτητικό αγωνιστικό σκάκι. Όπως έχουμε δει, άρκεσαν μόνο επτά χρόνια για να αγγίξει ο Άντολφ την κορυφή.

Έναν χρόνο μετά την «Αθάνατη», το 1852, και πάλι σε ανεπίσημη παρτίδα, ο Άντερσεν θα παίξει εναντίον του Ζαν Ντυφέν την περίφημη «Αειθαλή» παρτίδα του. Και εδώ τα λάθη και οι αβλεψίες του αντιπάλου τιμωρούνται με συντριπτικό τρόπο: θυσίες ίππου, πύργου και βασίλισσας οδηγούν σε ένα πανέμορφο ματ, με τον μαύρο βασιλιά να τιμωρείται για την παραμονή του στο κέντρο της σκακιέρας.
Ήταν αυτές οι διάσημες παρτίδες που καθόρισαν και το πέρασμα του Άντερσεν στο συλλογικό σκακιστικό φαντασιακό ως του απόλυτα ρομαντικού, του αιμοβόρου επιθετικού παίκτη που δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα με σκοπό την ομορφιά του ματ. Σ’ αυτό βεβαίως συντέλεσε και ο άνθρωπος που τον διαδέχεται στη συμβολική εναλλαγή των μεγάλων σκακιστών προ της επίσημης καθιέρωσης των παγκόσμιων πρωταθλημάτων: ο Βίλχελμ Στάινιτς. Ο εισηγητής του στρατηγικού παιχνιδιού ήταν λογικό να υπερτονίζει το συνδυαστικό παιχνίδι του αντιπάλου του, δημιουργώντας έναν βολικό αντίποδα και εξηγώντας στη βάση αυτού του δίπολου τη δική του επιτυχία.
Η πραγματικότητα ωστόσο είναι μάλλον κάπως πιο σύνθετη, όπως δείχνει η σύγχρονη έρευνα και αναθεώρηση των κλασικών στερεοτύπων. Πράγματι είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ένας παίκτης που ήταν στην κορυφή του παγκόσμιου σκακιού τρεις σχεδόν δεκαετίες είχε ένα μονόπλευρο στυλ. Υπάρχουν αρκετές παρτίδες όπου ο Άντερσεν παίζει «βαρετό» σκάκι, αναπτύσσοντας τα κομμάτια του, δημιουργώντας στρατηγική υπεροχή και κερδίζοντας ήρεμες θέσεις.
Παρόλες αυτές τις δυνατές αναθεωρήσεις, ωστόσο, στο φαντασιακό μας ο Άντερσεν θα παραμένει αυτός ο δυναμίτης της θυσίας. Και πώς αλλιώς; Όταν το 1858 θα τα βρει σκούρα απέναντι στον άνθρωπο που έπεσε στην Ευρώπη από τον Νέο Κόσμο, τον Πολ Μόρφι, ο Άντερσεν δεν θα διστάσει να δοκιμάσει το ανορθόδοξο άνοιγμα που φέρει το όνομά του: 1.α3! (και με επιτυχία, καταγράφοντας ένα διόλου αξιοκαταφρόνητο 50%). Ο άνθρωπος που δεν φοβόταν το παράδοξο θα σημειώσει τη μεγαλύτερη ίσως επιτυχία στο πανίσχυρο τουρνουά του Μπάντεν Μπάντεν το 1870 (λίγο μακρύτερα από το πραγματικό πεδίο των μαχών του Γαλλοπρωσικού Πολέμου). Και μπορεί εξίσου θορυβώδης να ήταν και ο θάνατός του από έμφραγμα το 1879, αλλά τα πυροτεχνήματα δεν θα σταματήσουν εδώ: κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο τάφος του στο Μπρεσλάου (κομμάτι της Πολωνίας σήμερα) θα πέσει θύμα βομβαρδισμών.
Εξίσου τμήμα της ιστορίας του σκακιού αλλά και πολιτισμική αναφορά, ο Άντολφ Άντερσεν θα αποτελεί πάντα έναν από τους πρώτους σκακιστές που θα γνωρίζει όποιος και όποια θέλει να αξιωθεί να έχει την εύνοια της Κάισσας. Και πάντα θα εμπνέει την έμφυτη κακή μας ιδέα να θυσιάσουμε ό,τι βρούμε στον δρόμο για τη δημιουργία της δικής μας αθάνατης παρτίδας.
