Οι εορτασμοί για την επέτειο για την αιματηρή καταστολή της μεγάλης και ηρωικής παλλαϊκής εξέγερσης, που σήμανε την αρχή του τέλους της επονείδιστης Επταετίας στην Ελλάδα, αποτελεί πάντα μία επίκαιρη υπενθύμιση για όλες τις ξενοκίνητες επεμβάσεις στη χώρα μας, που δυστυχώς την καθιστούν ένα άβουλο υποχείριο και καθορίζουν τα ιστορικά πεπρωμένα της.
Και αν η 17η Νοέμβρη, καταλήγοντας στην Αμερικανική Πρεσβεία θυμίζει τον αμερικανικό δάκτυλο στην επιβολή της Χούντας των συνταγματαρχών, λιγοστές είναι ακόμη και σήμερα οι αναφορές στη στενή σχέση των πραξικοπηματιών με τις ιταλικές μυστικές υπηρεσίες και τη longa manus τους και κοινό συνένοχο και των δύο, τους Ιταλούς νεοφασίστες.
Και είναι αλήθεια πως εκείνα τα χρόνια η Ελλάδα ήταν μία πραγματική σφηκοφωλιά για τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και τους Ιταλούς συμμάχους τους -κάθε είδους, θεσμικούς τε και παράνομους. Άλλωστε, εάν ξαναδιαβάσει κάποιος τον ιταλικό Τύπο της εποχής εκείνης, κυρίως τα φύλλα των νεοφασιστικών οργανώσεων, μπορεί κάλλιστα να κατανοήσει πόσο βαθιές ήταν οι διασυνδέσεις ανάμεσα στους Έλληνες πραξικοπηματίες και της ιταλικής ακροδεξιάς, η οποία είχε προ πολλού διαβρωθεί από τις υπηρεσίες πληροφοριών, που είχαν θέσει πολλά εξτρεμιστικά στοιχεία τους στην υπηρεσία των σκοτεινών, ψυχροπολεμικών, σχεδίων τους.

Σχέδιο «Προμηθέας» και Piano Solo: Δύο ονομασίες, ένα σχέδιο
Δεν ήταν μόνο οι έπαινοι κι οι διθύραμβοι για τους συνταγματάρχες της Αθήνας από τους νεοφασίστες ηγέτες του MSI (Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα) του Τζόρτζο Αλμιράντε (μέντορα της σημερινής πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι). Εκείνη την εποχή είχε εκραγεί στη Belpaese το σκάνδαλο των αρχείων «SIFAR» της ομώνυμης μυστικής υπηρεσίας και την ανακάλυψη του «Σχεδίου Σόλο» (Piano Solo), που είχαν εξυφάνει, με τη βοήθεια και την προτροπή των Αμερικανών, οι επίδοξοι πραξικοπηματίες του στρατηγού Ντε Λορέντζο. Δύο κορυφαίοι δημοσιογράφοι της L’Espresso, ο Λίνο Γιανούτσι και ο Εουτζένιο Σκάλφαρι (μετέπειτα ιδρυτής της La Repubblica) είχαν αποκαλύψει τα σχέδια των συνωμοτών. Το Σχέδιο Σόλο για την κατάληψη της εξουσίας είχε πολλά κοινά σημεία με το σχέδιο «Προμηθέας», που είχε καταρτισθεί για την Ελλάδα, σε περίπτωση κομμουνιστικής εισβολής, κι όπως αποκαλύφθηκε αργότερα στους New York Times, εφάρμοσαν καταλεπτώς οι Έλληνες συνταγματάρχες.
Το σχέδιο «Προμηθέας», είχε καταρτιστεί από το ΝΑΤΟ ως αμυντικό μέτρο για περίπτωση κομμουνιστικής εισβολής, μόνο που στην Αθήνα εφαρμόσθηκε τελείως προσχηματικά, όταν στον ορίζοντα διαφαινόταν πως στις επερχόμενες εκλογές η αντιπολίτευση των Παπανδρέου και ΕΔΑ θα υπερίσχυε. Στόχος των Συνταγματαρχών ήταν, στην πραγματικότητα ήταν η δολοφονία της δημοκρατίας. Και στην καρδιά του Σχεδίου Σόλο υπήρχαν οι ίδιες προβλέψεις με αυτές του «Προμηθέα»: κυρίως ο κατάλογος με τους «εχθρούς του καθεστώτος» που έπρεπε να συλληφθούν και να εξουδετερωθούν.
Επιπλέον πριν το πραξικόπημα, η Ελλάδα είχε συγκλονιστεί από αρκετές επιθέσεις ή προβοκάτσιες (πχ τα άρματα στον Έβρο), όπως ακριβώς είχε συμβεί και στην Ιταλία το καλοκαίρι του 1969, όταν πραγματοποιήθηκαν βομβιστικές επιθέσεις σε τραίνα, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για την πολύνεκρη βομβιστική επίθεση της 12ης Δεκεμβρίου στην Πιάτσα Φοντάνα. Αλλά, ενώ στην Ελλάδα το «Προμηθέας» εφαρμόστηκε, στην Ιταλία το Σόλο σταμάτησε ενώ ήταν έτοιμο να ξεκινήσει, όπως και τόσες άλλες απόπειρες πραξικοπήματος, όπως λίγο αργότερα το πραξικόπημα-οπερέτε του Κάρλο Γιούνιο Μποργκέζε.
Ιταλοί μυστικοί πράκτορες στην Αθήνα, που «γνώριζαν»
Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως στην «αυλή» των Ελλήνων Συνταγματαρχών υπήρχε μεγάλος αριθμός Ιταλών νεοφασιστών των οποίων η παρουσία δεν θεωρήθηκε σύμπτωση. Στρατιωτικός ακόλουθος στην ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα το 1967 ήταν ο στρατηγός Τζαναντέλιο Μαλέτι, ο οποίος λίγο αργότερα θα γινόταν επικεφαλής του διαβόητου Γραφείου D της μυστικής υπηρεσίας SID και θα εμπλεκόταν σε διάφορες συγκαλύψεις, ξεκινώντας από τις έρευνες για τη σφαγή στην Piazza Fontana -τη βομβιστική επίθεση που εκτέλεσαν οι νεοφασίστες με την αρωγή των ιταλικών και αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στο πλαίσιο του σχεδίου της Στρατηγικής της Έντασης. Ο Mαλέτι, υψηλόβαθμος αξιωματικός πολύ κοντά στον Τζούλιο Αντρεότι, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του όταν ανακρίθηκε στη Νότια Αφρική από την εκεί Επιτροπή Σφαγών, είχε αρνηθεί σε σχετική ερώτηση ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με την ελληνική χούντα. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι είχε στείλει ανησυχητικές αναφορές στη Ρώμη από τη θέση του στην Αθήνα, ξεκινώντας από τον Ιανουάριο του 1967, σχετικά με τον κίνδυνο πραξικοπήματος.
Το ότι η CIA είχε κινήσει τα νήματα για το πραξικόπημα του Παπαδόπουλου, επιβεβαίωσε κι ένας από τους σημαντικότερους μυστικούς πράκτορές της Ιταλίας, ο Τζαν Αντέλιο Μαλέτι, ο οποίος γνώριζε πολλά για αυτό το θέμα επειδή το 1963 είχε διοριστεί στρατιωτικός ακόλουθος στην ιταλική πρεσβεία στην Ελλάδα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1967. Η CIA είχε κάνει τα πάντα για να πιέσει τους στρατιωτικούς να καταλάβουν την εξουσία και τους καθησύχαζε για την αμέριστη στήριξη των Αμερικανών στο εγχείρημα. Κι ενώ στις 21 Απριλίου εκείνου του έτους, όταν όλα τα τηλέφωνα στη χώρα διακόπηκαν από τους πραξικοπηματίες, αυτό στο σπίτι του Μαλέτι στην Αθήνα συνέχισε να εργάζεται. Ο ίδιος το απέδιδε στο γεγονός ότι ζούσε κοντά στη Βασιλομήτορα Φρειδερίκη και ότι μάλλον οι πραξικοπηματίες δεν είχαν την πολυτέλεια να σαμποτάρουν την Αυτού Μεγαλειότητα. Όπως και να ‘χει, αφού βγήκε στον δρόμο και είδε τα τανκς, ο Μαλέτι επέστρεψε στο σπίτι του για να μεταδώσει την είδηση στη Ρώμη, όπου δεν εξεπλάγησαν ιδιαίτερα. Όλα ήταν άλλωστε γνωστά εκ των προτέρων, αλλά και ο ίδιος είχε ακριβείς πληροφορίες για το τι επρόκειτο να συμβεί στην Ελλάδα. Μάλιστα η ιταλική διπλωματία τέθηκε σε κίνηση σχεδόν αμέσως μετά το πραξικόπημα. Τους πρώτους μήνες του 1968, ο Συνταγματάρχης Έντσο Βιόλα, άνθρωπος του Εουτζένιο Ένκε και επικεφαλής του Γραφείου D, έστειλε τον αντισυνταγματάρχη Τζουζέπε Πιέζε, ήδη έναν υψηλά έμπιστο υψηλόβαθμο αξιωματούχο του φασιστικού καθεστώτος, στην Ελλάδα με το καθήκον να δημιουργήσει τις πρώτες επαφές με τους Έλληνες πραξικοπηματίες. Εξάλλου οι Ένκε, Βιόλα και ο αρχηγός του Επιτελείου Αλόγια, ήταν οι πρωτεργάτες και υποκινητές της Στρατηγικής της Έντασης. Μόνο που για να εφαρμοσθεί στο εύρος που προέβλεπαν τα σχέδιά του η στρατηγική τούτη χρειαζόταν ένα καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό.

Καθώς στην Ιταλία η δύναμη των συνδικάτων και της Αριστεράς δεν ευνοούσε την μυστική εκπαίδευση των ανατρεπτικών νεοφασιστικών στοιχείων, που είχε αποφασισθεί να φέρουν εις πέρας τη Στρατηγική της Έντασης, το χουντικό καθεστώς στην Ελλάδα παρουσιάστηκε ως ιδανικό πεδίο εκπαίδευσης. Αυτό εξάλλου ήταν και το όνειρο των Ιταλών επίδοξων πραξικοπηματιών που αντίκριζαν τους Έλληνες με μεικτά συναισθήματα, φθόνου και θαυμασμού που τα κατάφεραν πριν από αυτούς. Μάλιστα, η μιλανέζικη ομάδα La Fenice (ο Φοίνικας), μια επέκταση του Ordine Nuovo με επικεφαλής το μέλος του MSI Κάρλο Ρονιόνι,, είχε ως σύμβολό της το μυθικό φτερωτό πουλί, το ίδιο με το καθεστώς των συνταγματαρχών.
Το ταξίδι «αναψυχής» των νεοφασιστών στην Ελλάδα
Εκείνη την εποχή δραστηριοποιούνταν ανοικτά στην ελληνική πρωτεύουσα άλλες δύο σκοτεινές προσωπικότητες στη μεταπολεμική Ιστορία της Ιταλίας. Είναι οι δύο αυτοδιαφημιζόμενοι δεξιοί εξτρεμιστές Στέφανο Ντελλε Κιάιε και Γκουΐντο Τζανετίνι, που αργότερα θα βρεθούν στο επίκεντρο σε έρευνες για πολύνεκρες επιθέσεις. Ο πρώτος φέρεται να ήλθε στην Αθήνα την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών με μια «ομάδα μελέτης», που δημιούργησε ο Πίνο Ράουτι, δημοσιογράφος της εφημερίδας Tempo της Ρώμης και ψυχή της ιδεολογικής και θεωρητικής γραμμής του νεοφασισμού, που διασάλπιζε την ανατροπή της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Βέβαια, ο Ντέλε Κιάιε, αργότερα στα απομνημονεύματά του, τονίζει πως όταν ερωτήθηκε στις 30 Δεκεμβρίου 1969 από την αστυνομία στη Ρώμη για το εάν γνώριζε σχετικά με εκείνο το ταξίδι στην Ελλάδα, το διέψευσε: «Εγώ στην Ελλάδα; Ποτέ! Δεν μου αρέσει η θάλασσα, ούτε ο Παρθενώνας». Ο ηγέτης της εγκληματικής Avanguardia Nazionale, αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για το ‘ταξίδι’ των περίπου 50 συντρόφων του στην Αθήνα, που παρουσιαζόταν ως ‘γαστρονομικό’ τουρ και τίποτε άλλο. Ποιος ξέρει ποιες άλλες ανέσεις μπορούσαν να απολαύσουν οι νεοφασίστες στη χώρα των συνταγματαρχών.

Ένας από τους πρώτους ξένους χωρίς στολή που συνεχάρη τους πραξικοπηματίες ήταν ο Πίνο Ράουτι, ο ιδρυτής της Ordine Nuovo, που αργότερα ήταν σταθερός κι ενθουσιώδης προσκεκλημένους του αντιπροέδρου της χουντικής κυβέρνησης Στυλιανού Παττακού. Κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του στην ελληνική πρωτεύουσα, ο Ράουτι συνάντησε έναν συνταγματάρχη της τοπικής μυστικής υπηρεσίας, ο οποίος αργότερα αποδείχθηκε κρίσιμος στη διατήρηση των σχέσεων με τους Ιταλούς φασίστες: το όνομά του ήταν Κώστας Πλεύρης και ήταν υπεύθυνος για τις ιταλικές υποθέσεις στην KYΠ. Αργότερα, ο Πλεύρης βρέθηκε σε ξενοδοχείο του Μιλάνου από τις 8 έως τις 10 Νοεμβρίου 1969, με δύο συμπατριώτες του. Δεν είναι γνωστό τι έκανε, αλλά σίγουρα ήθελε να «εξάγει την ελληνική επανάσταση στην Ιταλία», είπε στην Οριάνα Φαλάτσι το 1975. Ήταν τότε που αναπτύχθηκε η ιδέα ενός εκπαιδευτικού ταξιδιού για περίπου εκατό νεοφασίστες, οι οποίοι, εξόν από τις ηλιοθεραπείες και τη γαστριμαργική εξερεύνηση, εκπαιδεύτηκαν και στο πώς θα γίνουν ικανοί αποσταθεροποιητές σε ένα στρατόπεδο κοντά στην Κέρκυρα. Όπου μάλιστα, μάλλον για να αισθάνονται και σαν στο σπίτι τους οι Ιταλοί, εκτίθεντο φασιστικά σύμβολα, μετάλλια και προτομές του Μουσολίνι.
Το «ταξίδι στην Ελλάδα» αναφέρεται για πρώτη φορά σε μια έκθεση της αστυνομίας της Ρώμης με ημερομηνία 19 Ιανουαρίου 1970, που απευθύνεται στον εισαγγελέα Βιτόριο Οκόρσιο, ο οποίος ερευνούσε την «πίστα Ράουτι» αναφορικά με τη σφαγή στην Piazza Fontana. Σύμφωνα με πληροφορίες που αναφέρεται στα πρακτικά των ερευνών (βλέπε Proc. Pen. Italicus bis, Proceedings), μαζί με τον Ράουτι συμμετείχαν, μεταξύ άλλων, οι Μάριο Μερλίνο, Αντριάνο Τίλγκερ, Έλιο Μασαγκράντε, Ρομπέρτο Μπεσούτι, Στέφανο Σερπιέρι, Νικόλα Τρόκολι, ο ηγέτης της Europa Civiltà Λόρις Φακινέτι κι ο λογιστής Ρομάνο Κολτελάτσι. Συνολικά, υπήρχαν 49 από αυτούς, και μαζί με ισάριθμους Έλληνες φοιτητές στην Ιταλία που είχαν ενταχθεί στην φιολοχουντική Esesi (Εθνική Ένωση Ελλήνων Φοιτητών στην Ιταλία) επρόκειτο να γιορτάσουν την πρώτη επέτειο του πραξικοπήματος.
Από τις λίγες πληροφορίες που υπάρχουν από εκείνη τη σχέση -καθώς λίγο έχει διερευνηθεί- η ανταλλαγή μεταξύ συντρόφων από τις δύο χώρες ήταν πολύ έντονη: τον Σεπτέμβριο του 1972, για παράδειγμα, το Fronte della Gioventù (Μέτωπο Νεολαίας) οργάνωσε ένα μάθημα πολιτικής ενημέρωσης στο Μοντεσιλβάνο (Πεσκάρα), όπου ήσαν παρόντες οι Έλληνες ‘σύντροφοί’. Τα δημοσιεύματα ανέφεραν επίσης τη συμμετοχή του δικηγόρου Τζούλιο Μακερατίνι στην χαρούμενη αποστολή, στην οποία ο Πλεύρης επίσης αναφέρθηκε σε εκείνη τη συνέντευξη με τη Φαλάτσι. Ωστόσο, ο Μακερατίνι το αρνήθηκε σε μια επιστολή, εξηγώντας ότι είχε πάει στην ελληνική χερσόνησο μόνο δύο φορές σε όλη του τη ζωή: «Την πρώτη φορά που πήγα στην Αθήνα την άνοιξη του 1968 με μια ομάδα 50 νέων για ένα καθαρά τουριστικό ταξίδι… Η δεύτερη φορά ήταν τον Σεπτέμβριο του 1974, στο μήνα του μέλιτος μου στην Κέρκυρα». (Paese sera, 12 Μαΐου 1975).
Το ελληνικό «ασφαλές καταφύγιο» των Ιταλών νεοφασιστών
Έστω και μικρή χώρα, η Ελλάδα της Χούντας αποτελούσε ένα στήριγμα και κυρίως ένα ασφαλές καταφύγιο για τους Ιταλούς νεοφασίστες που καταδιώκονταν για τις εγκληματικές ενέργειές τους στη χώρα τους. «Εξέχοντα» ονόματα του χώρου, όπως οι Έλιο Μασαγκράντε, Κλεμέντε Γκρατσιάνο, Κλάουντιο Μπεζούτι και Κλάουντιο Μπιτζάρι (ο άνθρωπος που θρυλείται ότι τοποθέτησε τον χαρτοφύλακα με τα εκρηκτικά στην Banca dell’Agricoltura στην Piazza Fontana του Μιλάνου. Μάλιστα είχαν κι ένα ορμητήριο στην οδό Κόδρου 3 στην Πλάκα, όπου υπήρχε ένα ιταλικό εστιατόριο που ονομαζόταν Verona.
Ιταλικός Τύπος και δικτατορία (αλλά και Ιταλοί νεοφασίστες)
Η δουλειά των Ιταλών δημοσιογράφων (ιδιαίτερα εκείνων που έγραφαν σε αριστερά και προοδευτικά φύλλα) δεν τύγχανε της έγκρισης των Συνταγματαρχών. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που στις 25 Απριλίου η ελληνική λογοκρισία παρενέβη και διέκοψε την τηλεφωνική συνομιλία στην οποία ο Άλντο Ντε Γιάκο υπαγόρευε το άρθρο του στην L’ Unità. Την επόμενη μέρα, οι ανταποκριτές της Paese Sera Λουτσάνα Καστελίνα και από τον Άλντο Νόμπιλε απελάθηκαν από τη χώρα. Ένα μέτρο που απασχόλησε και το ιταλικό Κοινοβούλιο καθώς έγινε σχετική επερώτηση προς τον Υπουργό Εξωτερικών από βουλευτές (Πρακτικά Δ΄ νομοθετικής περιόδου-συζητήσεις-συνεδρίαση της 26ης Απριλίου, σελ. 338-12.) και (Παρεμβάσεις των Λουτσάτο, Ντε Πασκάλις, Σάντρι Δ΄ νομοθετική περίοδος-συζητήσεις-σύνοδος της 26ης Απριλίου 1967, σελ. 337-96.). Στη συνέχεια το άρθρο του Ντε Γιάκο που δημοσιεύθηκε στις 27 Απριλίου στην «L’ Unità» ήταν γεμάτο με ελλείποντα αποσπάσματα, τα οποία αντικαταστάθηκαν από τη λέξη «λογοκρισία».
Σε αυτό το άρθρο, οι αναγνώστες ενημερώθηκαν για τα μέτρα που έλαβαν οι συνταγματάρχες στην Αθήνα:
Απαγορεύονται οι υπαίθριες συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων· απαγορεύονται όλες οι εσωτερικές συγκεντρώσεις εκτός από τις κινηματογραφικές ή θεατρικές παραστάσεις· απαγορεύονται όλες οι μορφές «αντεθνικής» προπαγάνδας, συμπεριλαμβανομένης της ανακοίνωσης και δημοσίευσης ειδήσεων «ικανών να διαταράξουν τη δημόσια τάξη»· απαγορεύεται η κατοχή ή η οπλοφορία όπλων, συμπεριλαμβανομένων των κυνηγετικών τυφεκίων· […] απαγορεύεται η κατοχή, η εγκατάσταση ή η λειτουργία ραδιοφώνων ή οποιουδήποτε άλλου μέσου μετάδοσης· απαγορεύεται η συσσώρευση ή η απόκρυψη τροφίμων ή η αύξηση των τιμών των τροφίμων· […] Η παραβίαση αυτών των διαταγών σημαίνει παραπομπή σε στρατοδικεία και καταδίκη βάσει των νόμων έκτακτης ανάγκης. […] ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ. Αλλά πρέπει να μιλήσουμε για το καρότο αλλά και για το μαστίγιο: ο Υπουργός Γεωργίας υποσχέθηκε ξαφνικά αύξηση της ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑΣ κατά 70%.
Ο Άλντο Ντε Γιάκο, αφού αντιμετώπισε πολλές φορές τη λογοκρισία, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο του για την εποχή εκείνη, αίφνης «εξαφανίστηκε» το απόγευμα του Σαββάτου 6 Μαΐου. Για μερικές ημέρες, οι ελληνικές αρχές, ενώ παραδέχονταν ότι ο Ιταλός δημοσιογράφος είχε συλληφθεί, εμπόδισαν τον πρόξενο να τον επισκεφτεί στη φυλακή. Στο ιταλικό Κοινοβούλιο κομμουνιστής βουλευτής υπέβαλε ερώτηση, ζητώντας πληροφορίες επί του θέματος, τονίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης στην Ελλάδα, όπου είχαν ανασταλεί τα δικαιώματα και η εγγύησή τους σε Έλληνες και ξένους πολίτες . (Πρακτικά της Βουλής των Αντιπροσώπων, πρωινή συνεδρίαση της Τρίτης 9 Μαΐου 1967, σελ. 34257-34258.)
Αλλά κι ο τρόπος που το τηλεοπτικό δίκτυο της RAI κάλυπτε τις εξελίξεις και την κατάσταση στην Ελλάδα, όπως και το εν γένει έργο των Ιταλών δημοσιογράφων δεν προκαλούσε μόνο αντιδράσεις στην ελληνική χουντική κυβέρνηση, αλλά παράλληλα δεν ικανοποιούσε ούτε τους Ιταλούς πολιτικούς που ανήκαν σε ένα συγκεκριμένο (ακροδεξιό) φάσμα. Λίγες μέρες μετά το πραξικόπημα, στο Κοινοβούλιο στη Ρώμη μια ομάδα εκπροσώπων του νεοφασιστικού MSI αξίωσε από τον Υπουργό Εξωτερικών να «τους γνωρίσει ποιες ακριβείς, επίσημες και υπεύθυνες πληροφορίες υπάρχουν σχετικά με τα πρόσφατα γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Ελλάδα και για τα οποία τα διάφορα μέσα ενημέρωσης, ακόμη και οι υπηρεσίες της RAI-TV, έχουν αφεθεί σε ελεύθερες και συχνά αντιφατικές εκδοχές και ερμηνείες» (Παρεμβάσεις Michelini, De Marsanich, Roberti, Romualdi, Tripodi, Almirante, De Marzio, IV νομοθετική περίοδος-συζητήσεις-συνεδρίαση της 26ης Απριλίου, σελ. 33809.). Μη ικανοποιημένοι με τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν σε απάντηση από τον Υφυπουργό Εξωτερικών Τζαγκάρι, σε επόμενη συνεδρίαση οι ίδιοι επανέλαβαν τις μομφές ενάντια στουςτηλεοπτικούς δημοσιογράφους (IV Νομοθετική Συνέλευση-συζητήσεις- πρωινή συνεδρίαση της 28ης Απριλίου 1967, σελ. 339-13).
Μάλιστα οι συνταγματάρχες των Αθηνών ανοιχτά πλέον εξέφρασαν παράπονα για το πώς οι Ιταλοί δημοσιογράφοι κάλυπταν τα γεγονότα στην Ελλάδα, όπως μετέδιδε ο Ίγκορ Μαν από την ελληνική πρωτεύουσα στις 6 Μαΐου: «Μόλις χθες το βράδυ, ο αρμόδιος για την ενημέρωση υπουργός επιτέθηκε σφοδρά σε Ιταλούς ανταποκριτές, ιδιαίτερα τους τηλεοπτικούς, κατηγορώντας τους ότι διαδίδουν ψευδείς και μεροληπτικές ειδήσεις με μοναδικό σκοπό να σαμποτάρουν τον ελληνικό τουρισμό. Σκοπός τους -κατά τα λεγόμενά του- να κάνουν την Ιταλία να τσεπώσει τα δολάρια που οι ξένοι ταξιδιώτες θα ξόδευαν διαφορετικά στην Ελλάδα. Κυριολεκτικά, εντάσσοντάς τους στην ‘αντιτουριστική συνωμοσία της Κομμουνιστικής Διεθνούς’, ο Παπαδόπουλος υποσχέθηκε ότι θα πειθαναγκάσει τους Ιταλούς δημοσιογράφους να σταματήσουν να διαδίδουν τόσο απρόσεκτα τέτοια χυδαία ψέματα».
Μόλις δύο ημέρες νωρίτερα, στο νεοφασιστικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Il Borghese», ο Λουτσάνο Τσίρι είχε εκφράσει μια έντονα αρνητική γνώμη για τις ενέργειες των ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών δημοσιογράφων που, κατά τη γνώμη του, μισούν τον ελληνικό στρατό (Cirri 1967, 53). Ταυτόχρονα, είχε εκφράσει μια κάτι παραπάνω από θετική γνώμη για το πραξικόπημα, υποστηρίζοντας τα επιχειρήματα των Συνταγματαρχών και τα κίνητρά τους για το πραξικόπημα.
Λίγες ημέρες αργότερα, το ίδιο περιοδικό αφιέρωνε μία συνέντευξη στον Παττακό, ο οποίος παραπονιόταν για «την αγένεια και τα άδικα σχόλια της ιταλικής τηλεόρασης και του Τύπου» (Buscaroli 1967, 173). Στην ίδια συνέντευξη ο Παττακός περιγραφόταν ως «ειλικρινής και συμπαθητικός στρατιώτης με λαμπρή καριέρα» και περιέγραφε ως αποχρώντες λόγους για το πραξικόπημα της Χούντας την πολιτική αστάθεια και την απειλή του κομμουνισμού (Buscaroli 1967, 173)
Εξαγωγή της χουντικής «Επανάστασης» στην Ιταλία
Πέρα όμως από την παρουσία «μάχιμων» εξτρεμιστών από την Ιταλία στην Ελλάδα, η εδώ Χούντα προσπάθησε να «μεταλαμπαδεύσει το πνεύμα της επανάστασης» στην ιταλική Χερσόνησο και μέσω της φυσικής προπαγάνδας. Δημιουργήθηκε μία, δήθεν όπως αποδείχθηκε πλειστάκις, φοιτητική οργάνωση, που συνδεόταν με τους Συνταγματάρχες, ο Esesi (Εθνικός Σύνδεσμος Ελλήνων Φοιτητών Ιταλίας-Εθνική Ένωση Ελλήνων Φοιτητών στην Ιταλία), που χάρις στη συνδρομή του στρατιωτικού καθεστώτος γινόταν ολοένα και πιο ισχυρή και ήταν έντονη σε ορισμένες πόλεις.
Στις 10 Ιουνίου 1967, η οργάνωση αυτή πραγματοποίησε το πρώτο της συνέδριο στη Ρώμη με εκπροσώπους από 12 ιταλικά πανεπιστήμια (Νάπολη, Μπάρι, Μπολόνια, Φεράρα, Φλωρεντία, Μόντενα, Παλέρμο, Περούτζια, Ουρμπίνο, Πάρμα και Ρώμη). Η οργάνωση συνεργάστηκε στενά με τις ελληνικές αρχές, παρακολουθώντας τους διαφωνούντες φοιτητές και δημιουργώντας σχέσεις με ακροδεξιές ιταλικές ομάδες και το MSΙ του Αλμιράντε.
Με την πάροδο του χρόνου, στην οργάνωση προστίθεντο κι άλλες ακροδεξιές ομάδες, που συγκροτούσαν ένα ριπίδι από απλούς υποστηρικτές της χούντας έως άλλες πιο εξτρεμιστικές, όπως οι νεοναζί, που θεωρούσαν τους συνταγματάρχες πολύ μετριοπαθείς, όπως θυμούνται τα ίδια τα μέλη του Esesi (Esesi 1989). Μάλιστα, πολλοί από αυτούς τους «σκληρούς» που επέκριναν τις «ήπιες» πολιτικές των συνταγματαρχών, θεωρώντας τες ενέργειες ς αναποτελεσματικές και χωρίς αντίκτυπο, υπήρχαν και μέσα στην Ελλάδα, ακόμη και στο ίδιο το καθεστώς. Μάλιστα,στο «Il Borghese» η Τζάνα Πρέντα σε μακροσκελές άρθρο της, αναφέρει τις δηλώσεις του Κώστα Πλεύρη:
Επικρίνουμε τους Συνταγματάρχες. Πώς μπορεί να είναι σοβαρή μια επανάσταση, όταν οι αρχιτέκτονες της οποίας καυχώνται ότι δεν έχουν χύσει ούτε μια σταγόνα αίμα; Και πώς μπορεί κανείς να μιλάει για επανάσταση όταν η οικογένεια Παπανδρέου και τόσοι άλλοι άνθρωποι, κομμουνιστές και αντεθνικοί, είχαν τη δυνατότητα να μην πληρώσουν κανένα τίμημα για τις αμαρτίες τους; […] Το γεγονός είναι ότι εκείνη τη νύχτα της 21ης Απριλίου, τουλάχιστον πέντε χιλιάδες άνθρωποι θα έπρεπε να είχαν εξοντωθεί. […] Οι Συνταγματάρχες πρόδωσαν την επανάσταση (Preda 1969, 970-971). Δηλώσεις που ακόμη και σήμερα ο ίδιος άνθρωπος υποστηρίζει, θέλοντας να γίνει κάποτε επικεφαλής εκτελεστικού αποσπάσματος…
Από τις πρώτες στιγμές, ένα τμήμα πολιτικών και Ιταλών τάχθηκε σαφώς υπέρ του πραξικοπήματος, σε μία ‘κολονελίτιδα’ που μεταδιδόταν ραγδαία στις τάξεις τους, ακόμη και αν το στρατόπεδο αυτό καθαυτό ήταν διχασμένο. Από τη μία υπήρχαν εκείνοι που φώναζαν συνθήματα όπως «Άγκυρα, Αθήνα, αύριο έρχεται η Ρώμη» (Ankara, Atene domani Roma viene, Ferraresi 1995, 240) ή «Αρκετά με τα πορνεία, θέλουμε τους συνταγματάρχες!» (Basta con i bordelli vogliamo i colonnelli, Telese 2009) και υποστήριζαν σε εφημερίδες και περιοδικά τα πλεονεκτήματα της ελληνικής λύσης, ενός έθνους που θεωρούσαν πραγματικό προπύργιο ενάντια στην «κομμουνιστική απειλή».
Από την άλλη βρίσκονταν εφημερίδες που προέτρεπαν κατά της ανάληψης «πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο τις σχέσεις με την κυβέρνηση στην Αθήνα», επειδή αυτή η χώρα ήταν «με ή χωρίς τους Συνταγματάρχες, η μόνη φιλική ακτή στη μεγάλη αλυσίδα χωρών που εκτείνεται από τη θάλασσα της Τεργέστης μέχρι τη Συρία και από τη Συρία μέχρι τις εκβολές του Νείλου και του Γιβραλτάρ» (D’Andrea 1967, αναφέρεται στο Γραφείο Τύπου της Βασιλικής Ελληνικής Πρεσβείας στην Ιταλία 1968, 3).
Νεαροί μοναρχικοί του UMI διαμαρτυρήθηκαν κατά της παρουσίας του Θεοδωράκη στη Ρώμη, στο όνομα του αντικομμουνισμού, υπογράφοντας ένα φυλλάδιο μαζί με την Τρίχρωμη Πανεπιστημιακή Ομάδα ( gruppo universitario tricolore) και το ιταλο-ελληνικό αντικομμουνιστικό κίνημα. Όλες αυτές οι θέσεις κυμαίνονταν από το ακραιφνές ακροδεξιό, νεοφασιστικό και νεοναζιστικό ύφος , έως μια πιο μετριοπαθή δεξιά τοποθέτηση, που απλά «υποβάθμιζε» τον δικτατορικό χαρακτήρα του ελληνικού καθεστώτος, υπογραμμίζοντας ακριβώς την «έλλειψη στυγνότητάς του». Όπως το βιβλίο «Πού πάει η Ελλάδα;» του Μάριο Τσέρβι (1968), όπου υπογραμμίζεται ο ήπιος χαρακτήρας του ελληνικού καθεστώτος και στο οποίο εκδήλωνε την πεποίθηση πως οι συνταγματάρχες επιθυμούν, αργά ή γρήγορα να αποκαταστήσουν τη δημοκρατία. Μόνο που η αποκατάσταση τούτη αργότερα έγινε με τόσο οδυνηρό, τόσο για το Πολυτεχνείο, αλλά κυρίως για την Κύπρο, τρόπο…

Για τον κόσμο του ιταλικού νεοφασισμού, η Ελλάδα των Συνταγματαρχών ήταν μια δεξαμενή ταυτότητας και μια οραματική προβολή προς μια επικείμενη αυταρχική στροφή. Ήταν επίσης, πιο συγκεκριμένα, ένα βάναυσο και ενθαρρυντικό κίνητρο ερέθισμα για τις βίαιες συμμορίες που διέπρατταν επιθέσεις από την Κατάνια μέχρι το Μιλάνο, σπέρνοντας τον πανικό. Αυτό το φαινόμενο είναι πολύ λίγο γνωστό, αν και τεκμηριώνεται σε πολυάριθμες αστυνομικές αναφορές. Εκείνα τα χρόνια, ο γραμματέας του MSI, Τζόρτζιο Αλμιράντε, που σήμερα επαινείται από την Ιταλίδα πρωθυπουργό, υποδαύλιζε διαρκώς τις εντάσεις: «Οι νέοι μας», δήλωνε στη Φλωρεντία το 1972, «πρέπει να προετοιμαστούν για μια μετωπική σύγκρουση με τους κομμουνιστές και θέλω να τονίσω ότι όταν λέω μετωπική σύγκρουση, εννοώ και σωματική σύγκρουση».
