ΑΘΗΝΑ
12:46
|
23.06.2026
Το πιο πρόσφατο επεισόδιο του μίσους για τις σκακιστικές αναμετρήσεις που λήγουν χωρίς νικητή.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Οποιοσδήποτε και οποιαδήποτε έχει ασχοληθεί έστω και επιδερμικά με την ιστορία της Αριστεράς ξέρει ότι ένα από τα θεμελιακά υπαρξιακά της ερωτήματα αφορούν το δίλημμα «επανάσταση ή μεταρρύθμιση». Είναι δυνατόν να αλλάξει ο κοινωνικός κόσμος χωρίς μια εκ βάθρων επαναθεμελίωση των οικονομικών ή πολιτικών δομών του ή μήπως είναι πιο εύκολο και εντέλει πιο αποτελεσματικό να επιδοθούμε σε χειρουργικές κινήσεις μετριασμού του πόνου και της εκμετάλλευσης που προκαλεί ο καπιταλισμός; Φυσικά, η συζήτηση δεν έχει καταλήξει κάπου – για όποιον και όποια την παρακολουθεί νηφάλια από έξω.

Το αντίστοιχο, τηρουμένων των αναλογιών, του καπιταλισμού στο σκάκι είναι η ισοπαλία. Όπλο για να «στήνονται» τουρνουά (όπως κατηγορούσε ο Φίσερ τους Σοβιετικούς), πηγή απογοήτευσης για τους θεατές που αντί να βλέπουν μια μάχη βλέπουν ήσυχες και χωρίς επιθετικό νόημα κινήσεις και, εν τέλει, μια βαθιά υπαρξιακή απειλή: μήπως στο τέλος η ισοπαλία θα καταπιεί κάθε δημιουργικότητα, οδηγώντας το παιχνίδι στο τέλος του;

Πάνω σ’ αυτά τα μοτίβα, το «μίσος για την ισοπαλία», όπως το αποκαλώ, διατρέχει όλη την ιστορία του σκακιού (και το σκάκι φυσικά συνεχίζει να παίζεται ακόμα). Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα μπορούσαμε εύκολα πιστεύω να ανασυνθέσουμε όλες τις εξελίξεις στη μορφή του παιχνιδιού ως μια προσπάθεια εξάλειψης της ισοπαλίας: από το σκάκι 960 (που αναθεωρεί την αρχική θέση, περιορίζοντας το αναλυτικό φορτίο που μπορεί να φέρει κανείς έτοιμο στη σκακιέρα) μέχρι τον περιορισμό του χρόνου σκέψης (που ευνοεί το λάθος, άρα και την εξάλειψη της ισότητας).

Πέρα από αυτό, πολλές ήταν και οι συνειδητές απόπειρες μείωσης των ισοπαλιών. Οι κανόνες που απαγορεύουν τις προτάσεις ισοπαλίας πριν τη συμπλήρωση ενός αριθμού κινήσεων, το προμοτάρισμα της νίκης με περισσότερους πόντους (έτσι ώστε η ισοπαλία να μην είναι το μοίρασμα ενός βαθμού, αλλά κάτι τι λιγότερο) είναι οι πιο κοινές.

Όλα αυτά ωστόσο μπορούν να θεωρηθούν απλές μεταρρυθμίσεις, που δεν αγγίζουν τον πυρήνα της ισοπαλίας. Μια πρόσφατη εξέλιξη πάει πολύ βαθύτερα, αντιμετωπίζοντας τον εχθρό εσωτερικά πλέον. Πώς; Αλλάζοντας το τι είναι η ίδια η ισοπαλία.

Ο Μπόμπι Φίσερ που λάτρευε να… μισούσε τις ισοπαλίες των Σοβιετικών

Αλλά ας το πάρουμε από την αρχή. Αν υπάρχει μια σκακιστική επικράτεια όπου η ισοπαλία κυριαρχεί, αυτή είναι το σκάκι δι’ αλληλογραφίας. Είναι πρόσφατο το παράδειγμα του τελευταίου παγκόσμιου πρωταθλήματος όπου όλες οι παρτίδες στις οποίες έζησαν και οι δύο αντίπαλοι έληξαν ισόπαλες.

Αυτά έβλεπε ο Σλοβένος φυσικός και λάτρης του σκακιού (όχι όμως και της ισοπαλίας) Βέντσεσλαβ Ρούταρ και σκέφτηκε να θεραπεύσει την πληγή με το όπλο που τη δημιούργησε: το ίδιο το σκάκι δι’ αλληλογραφίας. Μετά από πρότασή του, την οποία και χρηματοδοτεί ο ίδιος προσφέροντας 2.000 ευρώ ως έπαθλα, διοργανώνει ένα τουρνουά σκακιού δι’ αλληλογραφίας όπου οι κανόνες είναι κάπως αλλιώς, σύμφωνοι με ένα σύστημα που φέρει το όνομά του.

Το τουρνουά που ξεκίνησε στις 15 Νοεμβρίου στον διακομιστή της ICCF καινοτομείστο ότι δεν αντιμετωπίζει όλες τις ισοπαλίες με τον ίδιο τρόπο. Φυσικά, επειδή είναι πειραματικό το στάδιο, αυτά που προτείνει ισχύουν για την επίλυση των θεμάτων της ισοβαθμίας, αλλά με πρόθεση τη γενίκευσή τους. Το λεγόμενο «σύστημα Rutar» διαφοροποιεί την αξιολόγηση των ισοπαλιών ανάλογα με τη θέση στο τέλος της παρτίδας. Αν η παρτίδα λήξει με υλικό πλεονέκτημα για έναν παίκτη, αυτός παίρνει 3 βαθμούς, ενώ ο αντίπαλος 1 (στην περίπτωση, π.χ., που υπάρχει ένα επιπλέον πιόνι). Αν είναι απόλυτα ισόρροπη (αν έχουν μείνει, π.χ., μόνο οι δυο βασιλιάδες, οι παίκτες παίρνουν από δύο πόντους.  Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση ισοπαλίας πριν την 30ή κίνηση. Και για να κρατηθεί και η πριμοδότηση της νίκης, αυτή βαθμολογείται με 5 βαθμούς, ενώ η ήττα με μηδέν (τουλάχιστον κάτι μένει σταθερό).

Το λογότυπο της ICCF. Το σκάκι δι’ αλληλογραφίας καινοτομεί, αλλά μάλλον προς τη λάθος κατεύθυνση

Πριν περάσουμε στο διά ταύτα, να τονίσουμε εδώ ότι το τουρνουά τελεί υπό την αιγίδα της Γερμανικής Ομοσπονδίας Σκακιού Αλληλογραφίας (BdF) και χαρακτηρίζεται κατηγορίας 13 -επίπεδο υψηλότερο από πολλούς τελικούς Παγκοσμίου Πρωταθλήματος. Συμμετέχουν σ’ αυτό δέκα γκραν μετρ αλληλογραφίας και τρεις διεθνείς μετρ, ενώ η είδηση φιλοξενήθηκε και στη δημοφιλή ιντερνετική Chessbase (από όπου φυσικά και εγώ την ανίχνευσα). Τα λέω αυτά για να συνειδητοποιήσουμε ότι ασχέτως του αν καθιερωθεί (πιστεύω πως όχι) η προσπάθεια, συνιστά ορόσημο στον αγώνα κατά της ισοπαλίας. Πάντως ο Ρούταρ έχει κάνει και στο παρελθόν φιλότιμες προσπάθειες.

Με τον κίνδυνο να προτρέξω, καθότι δεν έχουμε ακόμα εικόνα των παρτίδων -και θα αργήσουμε πολύ να την αποκτήσουμε δεδομένων των αργών ρυθμών μιας δι’ αλληλογραφίας παρτίδας- φρονώ ότι το εγχείρημα είναι απλώς εκτός τόπου και χρόνου. Ας σκεφτούμε απλώς πώς μαθαίνουμε σκάκι σε ένα παιδί ή ενήλικα που κάνουν τις πρώτες κινήσεις τους στη σκακιέρα. Τους λέμε να μην επαφίενται στην απλώς ποσοτική μέτρηση του υλικού, θεωρώντας, π.χ., ότι ένας αξιωματικός ή ένας ίππος είναι πάντα χειρότερος από έναν πύργο, προτάσσοντάς τους ως επαρκές παράδειγμα τη «θυσία διαφοράς» (όπου δηλαδή ο επιτιθέμενος ή ο αμυνόμενος θυσιάζει έναν πύργο για ελαφρύ κομμάτι). Η αρχή στην οποία εδράζεται αυτή η παραίνεση είναι ότι η δυναμική ενός κομματιού αποδεικνύεται πολλές φορές ισχυρότερη από την ονομαστική του αξία. Σ’ αυτό το πνεύμα είναι που οι ισχυρότεροι παίκτες σε κάποιο φιλικό παιχνίδι μπορούν να παραχωρήσουν στον αδύναμο αντίπαλό τους πλεονέκτημα ενός πύργου: μέχρι αυτός ο πύργος να αποκτήσει τη δύναμή του, που προϋποθέτει το παιχνίδι να έχει προχωρήσει ώστε να ανοίξουν οι γραμμές δράσης του κομματιού, έχει ήδη γίνει ματ.

Οι αρχές του Ρούταρ παραβλέπουν εντελώς αυτή την αρχή. Μετρώντας τα κομμάτια σαν να είναι κουκιά, βγάζουμε από τη θέση όλες τις δυναμικές προεκτάσεις της. Αυτή εξάλλου η δυναμική είναι που δεν επιτρέπει σε κάποιον, καίτοι έχει περισσότερο υλικό, να κερδίσει και την παρτίδα.

Δύο βασικές μορφές ισοπαλίας επηρεάζονται βάναυσα από αυτούς τους κανόνες: οι θεωρητικές ισοπαλίες και το πατ. Θεωρητική ισοπαλία είναι μια θέση -σε φινάλε συνήθως- που η ανάλυση έχει δείξει ότι δεν μπορεί να κερδηθεί παρόλη την υλική ανισορροπία. Μια κλασική τέτοια περίπτωση είναι τα φινάλε πύργων με δύο επιπλέον πιόνια για τη μία παράταξη, τα οποία βρίσκονται στις στήλες ζ και θ. Σύμφωνα με τη θεωρία λοιπόν, για να κερδίσει κάποιος αυτή τη θέση θα πρέπει ο αντίπαλος να κάνει κάποιο λάθος. Διαφορετικά η θέση είναι νεκρή, όσο και να κυνηγήσει την πρόοδο ο έχων την υλική υπεροχή. Η ισοπαλία εδώ επιβραβεύει τη σωστή άμυνα, ενώ ο Ρούταρ την τιμωρεί. Δεν αρκεί να βρίσκεις τις αντικειμενικά καλύτερες κινήσεις, θα πρέπει να υποστείς τις συνέπειες του υλικού. Παρόμοια, μια θέση με βασιλιά εναντίον δύο ίππων δεν μπορεί να λήξει με νίκη παρά μόνο με τραγικό λάθος του μειονεκτούντος. Εδώ αυτός πάλι θα τιμωρηθεί.

Με βάση τις νέες εξελίξεις, καλούμαστε να αφαιρέσουμε βάθος από την εκμάθηση του σκακιού, οι κανόνες του οποίου σε αυτό το ζήτημα δεν είναι απλώς ζήτημα βαθμολογίας αλλά και ουσίας. Η αλλαγή του κανόνα παράλληλα αλλάζει όλη τη θεωρία του φινάλε και μάλιστα όχι με δημιουργικό τρόπο. Η θεωρητική ισοπαλία εκπαιδεύει τον νου στη δυναμική της θέσης πολλές φορές καλύτερα από ό,τι μια επιθετική ανάλυση.

Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα στο πατ. Θυμίζουμε ότι πατ είναι η αδιέξοδη κατάσταση στην οποία περιέρχεται η παρτίδα όταν είναι η σειρά κάποιου παίκτη να παίξει και δεν υπάρχει καμία νόμιμη κίνηση να εκτελεστεί χωρίς ταυτόχρονα να απειληθεί ο βασιλιάς (όταν ο βασιλιάς βρίσκεται υπό απειλή και δεν υπάρχουν νόμιμες κινήσεις έχουμε ως γνωστόν ματ). Το πατ πάντα ήταν εχθρός όσων μισούν την ισοπαλία, καθώς θεωρούσαν άδικο να τιμωρείται κάποιος που σαφώς υπερτερεί λόγω μιας… τεχνικής δυσκολίας. Η μαγεία του πατ ωστόσο έγκειται ακριβώς σε αυτό: ότι σε κάθε στάδιο της παρτίδας υπάρχουν κρυφές δυνατότητες της θέσης που μπορούν να ανατρέψουν την οφθαλμοφανή υπεροχή. Η επίτευξη του πατ απαιτεί πολλές φορές θριαμβική ευφάνταστη άμυνα. Αυτή η προσπάθεια έρχεται τώρα να θεωρηθεί ανεπαρκής και κολάσιμη. Ισχύει και εδώ φυσικά η ανατροπή όλης της σκακιστικής θεωρίας, με κραυγαλέα περίπτωση τη στοιχειώδη έννοια της οποζισιόν και το απλό φινάλε βασιλιάς και πιόνι εναντίον βασιλιά.

Ο Χούμπνερ και ο Σμίσλοβ στo καζίνο, Αυστρία 1983. Έχοντας ένα ισόπαλο ματς διεκδικητών οι δύο σκακιστές αφήνουν την τύχη να αποφασίσει τον νικητή. Μάλλον πιο σοφό από τη μέτρηση εναπομεινάντων κομματιών σε ισόπαλες θέσεις

ΟΚ, το σύστημα Ρούταρ θα εφαρμοστεί σε αυτό το στάδιο μόνο για την επίλυση των ισοβαθμιών. Αλλά και εδώ προκύπτει άδικο. Μια ισοπαλία με συμφωνία πριν την 30ή κίνηση (κάτι που θέλουμε να αποφεύγεται, υποτίθεται) βαθμολογείται με 2-2, ενώ το να πετύχεις πατ σε υποδεέστερη θέση τιμωρείται με 1-3. Αναρωτιέται κανείς έτσι πώς θα αναγκαστεί κάποιος να παίξει, αν έχει υπολογίσει ότι του αρκεί μια κανονική ισοπαλία για τη νίκη του τουρνουά. Με έναν δαιμονικό τρόπο ξαναέρχεται η προσυμφωνημένη να καθορίσει αποτελέσματα, πλασαρίσματα και έπαθλα.

Όπως γενικά συμβαίνει όταν συναινούντες ενήλικοι κάθονται σε ένα τραπέζι για να λύσουν τις διαφορές τους, δεν μπορείς ποτέ να αποτρέψεις την ειρηνική λήξη της διαμάχης. Κάτι τέτοιο είναι, ας το πάρουμε επιτέλους απόφαση, στη φύση του παιχνιδιού. Τον γκραν μετρ και σ’ ένα μπουκάλι να τον κλείσεις, θα σου κάνει ισοπαλία με τον φελλό.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Συγγνώμη από τη βρετανική Dettol στο κοινό της Κίνας για τη διαφήμιση που θα απολύμανε τους «τοξικούς Κινέζους»

Οι Πατριάρχες Ιεροσολύμων επισκέπτονται τους τραυματισμένους πιστούς της Γάζας

Μουντιάλ 2026: Αργεντινή, Γαλλία και Νορβηγία «πέταξαν» για τους «32»

Βurnout: Η αθέατη πλευρά της εργασιακής εκμετάλλευσης στην εκπαίδευση

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα