Την ώρα που μαζικές διαδηλώσεις έχουν κηρυχθεί για τις 24 Ιανουαρίου σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις διώξεις διαδηλωτών που η ιταλική νεοφασιστική κυβέρνηση κλιμακώνει αναφορικά με τις κινητοποιήσεις της 3ης Οκτωβρίου ενάντια στην ισραηλινή θηριωδία στη Γάζα, η ιταλική Αριστερά συνεχίζει να απογοητεύει τον κόσμο της. Όχι απλώς γιατί δεν ορθώνει αντίσταση σε κάθε πρωτοβουλία με κατασταλτικά διατάγματα που καταπατούν κεκτημένα δικαιώματα (όπως η απεργία, η διαδήλωση, η κατάληψη χώρων για διαμαρτυρία) ή στρέφονται κατά κοινωνικών ομάδων (νέοι, μετανάστες, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσουν αστυνομικούς που πυροβολούν, κι όλα τούτα με πρόσχημα την τήρηση της τάξης, αλλά κυρίως γιατί συχνά συμπράττει κιόλας με την κυβέρνηση της Τζόρτζιας Μελόνι.
Όπως πρόσφατα έκανε η δεξιά πτέρυγά του Δημοκρατικού Κόμματος (Pd), ανοίγοντας ακόμη ένα μεγαλύτερο χάσμα και μέσα στο κόμμα και την κοινωνία, καθώς προώθησε για ψήφιση ένα νομοσχέδιο, υποτίθεται, «κατά του αντισημιτισμού». Μία πρόταση, που κάνει να ωχριά κι εκείνη της ίδιας της Λέγκας του φιλοσιωνιστή Ματέο Σαλβίνι -ο οποίος έχει βραβευθεί κι από την ακροδεξιά κυβέρνηση του Ισραήλ για τις «υπηρεσίες του». Ενώ παράλληλα, το υπουργείο Παιδείας με εγκύκλιό του ξεκινά το φακέλωμα Παλαιστινίων μαθητών στα ιταλικά σχολεία!
Η «αριστερά» στην Ιταλία, τουλάχιστον αυτή που εκφράζει το ετερόκλητο Δημοκρατικό Κόμμα (Pd), αποδεικνύει έχει μία καρδιά που χτυπά ολοκάθαρα σε δεξιό ρυθμό και πλέον δεν μπορεί να εκφράσει τον καθένα που ακόμη ελπίζει ότι μπορεί να βρει ένα αποκούμπι στην αγανάκτηση για τη νέα τάξη πραγμάτων -σ’ ευρωπαϊκή και παγκόσμια σφαίρα- και την νέα ταξικότητα και καταπίεση στην καθημερινή ζωή του. Το Pd, άλλωστε ήταν εκείνο που στήριξε, ακόμη κι εάν επικεφαλής του ήταν ο Ματέο Ρένσι, τον εργατοκτόνο νόμο του «Jobs Act» και στη συνέχεια τον μεγαλύτερο θεσμικό εκτροχιασμό στα νεότερα χρόνια (δοτή κυβέρνηση Ντράγκι) και στήριξε όσο περισσότερο από κανέναν άλλο τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ισραηλινές ωμότητες στη Γάζα, έπειτα από την ιταμή επίθεση της Χαμάς .
Το «αριστερό» νομοσχέδιο βασιλικότερο του βασιλέως
Ούτε λίγο, ούτε πολύ, σύμφωνα με το κείμενο του νομοσχεδίου «για την πρόληψη και την καταπολέμηση του αντισημιτισμού» που κατέθεσε το σημαίνον στέλεχος της δεξιάς αντιπολίτευσης στο σοσιαλφιλελεύθερο πλέον Pd Γκρατσιάνο Ντελρίο -και μάλιστα χωρίς να το συζητήσει προηγουμένως με το κόμμα- όποιος αμφισβητεί ριζικά τη συμπεριφορά του Κράτους του Ισραήλ χαρακτηρίζεται αυτόχρημα αντισημίτης.

Αυτήν την απίστευτη υπόθεση του νομοσχεδίου, που κατέθεσαν «μεταρρυθμιστές» γερουσιαστές, υπογράφουν όλη η γνωστή Πέμπτη Φάλαγγα του Pd (Σιμόνα Μαλπέτσι και Πιερ Φερντινάντο Καζίνι πρώτοι πρώτοι). Η πρόταση, που κινδυνεύει να φέρει το κόμμα στα πρόθυρα της διάλυσης, προστέθηκε -και φυσικά προσδίδει επιπλέον δυναμική- στις νομοθετικές προτάσεις που ήδη συζητούνται στο Σώμα και έχουν καταθέσει οι «συνήθεις ύποπτοι» της Λέγκας (Μαουρίτσιο Γκάσπαρι και Ιβάν Σκαλφαρότο). Το ανήκουστο είναι πως και η πρόταση των «μεταρρυθμιστών» του Pd υιοθετεί κατά γράμμα κι άκριτα τον ορισμό του αντισημιτισμού, όπως αυτός αναπτύχθηκε πριν από πολλά χρόνια από την σιωνιστική οργάνωση IHRA (Διεθνής Συμμαχία Μνήμης του Ολοκαυτώματος) κι ο οποίος χαρακτηρίζει ορίζει ως αντισημιτική οποιαδήποτε ριζοσπαστική κριτική του κράτους του Ισραήλ και του Σιωνισμού ως ιδρυτικής ιδεολογίας του, ταυτίζοντας αντι-ιστορικά τον εβραϊσμό με το σημερινό κράτος του Ισραήλ.
Το νομοσχέδιο -που ο ίδιος ο Ντελρίο πριν το καταθέσει, ενώ αγνόησε το κόμμα, το παρουσίασε ωστόσο στις εβραϊκές οργανώσεις και τον πρέσβη του Ισραήλ– για να χαράξει τις νομικές και γνωμοδοτικές αρχές του, αγνοεί επιδεικτικά επίσης τη Διακήρυξη της Ιερουσαλήμ για τον Αντισημιτισμό. Το κείμενο που συνέταξε το 2021, μια ομάδα ιστορικών ειδικών στον αντισημιτισμό και το Ολοκαύτωμα. Και το οποίο πέρα από την προσπάθεια να δοθεί ένας τεκμηριωμένος σε λογικές κι εμπειρικές αρχές κι όχι σε ιδεοληψίες και διαθέσεις ορισμός του αντισημιτισμού, καταγγέλλει εξίσου την προφανή πρόθεση των υποστηρικτών του ορισμού της IHRA να διευρύνουν την έννοια του αντισημιτισμού ώστε να συμπεριλάβει, καταχρηστικά, οποιαδήποτε αντι-ισραηλινή στάση.
Ειδικότερα, για την IHRA, αντισημιτικό είναι ότι υποστηρίζει ότι «η ύπαρξη του Κράτους του Ισραήλ είναι μία έκφραση του ρατσισμού» -μολονότι στο επίπεδο των διακρίσεων, της στρατοκρατίας και του διαρκούς ελέγχου κατά παράβαση των ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων, προσιδιάζει απόλυτο σε ένα καθεστώς απαρχάιντ. Ή αντισημιτικό είναι να διαπιστώνει κανείς πως «στην περίπτωση του Ισραήλ εφαρμόζονται δύο μέτρα και σταθμά, αξιώνοντας συμπεριφορές απέναντί του που δεν απαιτούνται από κανένα άλλο δημοκρατικό κράτος».
Και μάλιστα, σε αντίθεση με τις προτάσεις της Λέγκας και του Γκάσπαρι για τιμωρία όσων προβαίνουν σε τέτοιους παραλληλισμούς ή δηλώσεις, το προσχέδιο του Ντελρίο πηγαίνει κι ακόμη παραπέρα, στον πλήρη έλεγχο της γνώμης και τον μαυλισμό των συνειδήσεων. Γιατί στο Άρθρο 2 υποχρεώνει την κυβέρνηση -και μάλιστα αυτήν τη φιλικότατα διακείμενη στο σημερινό σιωνιστικό καθεστώς του Ισραήλ κυβέρνηση της ακροδεξιάς Τζόρτζα Μελόνι, δεδομένου ότι η προθεσμία που θέτει για την ψήφιση είναι έξι μήνες- να εκδώσει ένα ή περισσότερα νομοθετικά διατάγματα με οδηγίες προς την Αρχή Ρυθμιστικής Αρχής Επικοινωνιών (AGCOM) «σχετικά με την πρόληψη, την καταγγελία, την αφαίρεση και την επιβολή κυρώσεων σε αντισημιτικό περιεχόμενο που διαδίδεται σε διαδικτυακές πλατφόρμες για ψηφιακές υπηρεσίες στα ιταλικά».
Και δεν είναι μόνον αυτό. Τα άρθρα 3 και 4 της πρότασης προχωρούν ακόμη παραπέρα: απαιτούν από κάθε πανεπιστήμιο να διορίσει ένα εποπτικό όργανο για να επιβλέπει τυχόν εσωτερικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας, που θεωρούνται παράνομες, βάσει του ορισμού του αντισημιτισμού από την IHRA. Ακολουθώντας δηλ. το παράδειγμα του Ντόναλντ Τραμπ, καλεί για προγραφές στελεχών και φοιτητών στα Πανεπιστήμια και στη σύνταξη ακαδημαϊκών προγραμμάτων με σαφές ιδεολογικό πρόσημο, που παραχαράσσει την ιστορική αλήθεια και την κριτική δυνατότητα.

Η δεξιά παραληρεί από τη χαρά της και κλιμακώνει την ψήφιση
Φυσικά, η δεξιά εκμεταλλεύεται κι εργαλειοποιεί πλήρως την ευκαιρία και πλέον πιέζει τα κοινοβουλευτικά Σώματα να επιταχύνουν την κύρωση του νομοσχεδίου. Όπως τονίζει η επισπεύδουσα πλευρά, η Λέγκα, ελπίζει πως το νομοσχέδιο «θα φτάσει στην ολομέλεια τους πρώτους μήνες του νέου έτους με ένα κείμενο που μπορεί να εγκριθεί σε όλα τα επίπεδα», καθώς, τα νομοσχέδια που κατατέθηκαν έχουν πολλά κοινά σημεία. «Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε να μας σταματούν τα βέτο όσων επιζητούν τις ψήφους των βανδάλων που υποστηρίζουν την proPal» -το φιλοπαλαιστινιακό ρεύμα. Η δε πρόεδρος των Εβραϊκών Οργανώσεων της Ιταλίας, UCEI Νοέμι Ντι Σένι, τόνισε πως «το όποιο μποϊκοτάζ της κοινοβουλευτικής διαδικασίας ισοδυναμεί με την εξυπηρέτηση όσων συνεχίζουν να καλλιεργούν το αντισημιτικό μίσος». Το μόνο που μπόρεσε να ορθώσει στην εσωτερική τούτη ‘προβοκάτσια το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν να ζητήσει ώστε η Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων της Γερουσίας να επανέλθει στο θέμα μετά τα Θεοφάνια, ώσπου να γεφυρωθεί κάπως το εσωτερικό χάσμα που δημιουργήθηκε λόγω της μονομερούς πρωτοβουλίας. Αν κι ο ίδιος ο εισηγητής του διαμηνύει πως η κίνησή του δεν αποτελεί αμφισβήτηση κι ούτε στρέφεται ενάντια στην ηγεσία της Έλλης Σλάιν.
Το νομοσχέδιο του Ντελρίο, όχι μόνο λόγω των όσων περιλαμβάνονται μέσα στο προσχέδιο και της γενικής υπόθεσης στη σύνταξή του, είναι μία πραγματικά ανησυχητική εξέλιξη -ειδικά αν λάβουμε υπόψη ότι συντάχθηκε από «κεντροαριστερούς» βουλευτές.
Η κοινωνία κι οι διανοούμενοι αντιδρούν
Οι αντιδράσεις της κοινωνίας, αλλά και πολλών Εβραίων διανοουμένων της Ιταλίας, ήταν άμεσες, μόλις μαθεύτηκε η κατάθεση του προσχεδίου Ντελρίο στη Γερουσία. Διανοούμενοι, δημοσιογράφοι, ιστορικοί που ειδικεύονται στα θέματα του Ολοκαυτώματος και του αντισημιτισμού, κάποιοι (Γκαντ Λέρνερ, Άννα Φόα, Κάρλο Γκίνσμπουργκ) μέλη της εβραϊκής κοινότητας , συγγραφείς όπως ο Ρομπέρτο Σαβιάνο, έσπευσαν να συντάξουν και να υπογράψουν μία ανοικτή επιστολή ενάντια σε αυτήν την μισαλλόδοξη πρωτοβουλία.
Όπως τονίζουν στο κείμενό τους:
Αυτές οι νομοθετικές πρωτοβουλίες, αφενός, υποβαθμίζουν (banalizzano) τον αντισημιτισμό· αφετέρου, όπως φάνηκε στην πρόσφατη επίθεση της κυβέρνησης Τραμπ εναντίον μεγάλων αμερικανικών πανεπιστημίων, χρησιμοποιούν την καταπολέμηση του αντισημιτισμού ως πολιτικό εργαλείο για να περιορίσουν την ελευθερία του δημόσιου διαλόγου, της έρευνας και της θεμιτής κριτικής του Ισραήλ, το οποίο εδώ και χρόνια ακολουθεί βίαιες, αυταρχικές, ακόμη και γενοκτονικές πολιτικές εναντίον των Παλαιστινίων.
Και συνεχίζουν:
Πιστεύουμε ότι είναι αντιπαραγωγικό για την αποτελεσματική καταπολέμηση του αντισημιτισμού να θεσπίζονται ειδικοί νόμοι, που τον διαχωρίζουν ουσιαστικά από την καταπολέμηση όλων των μορφών ρατσισμού. Η καθιέρωση ενός υποτιθέμενου προνομίου εξαίρεσης από την πολιτική και ηθική κριτική ‘υπέρ των Εβραίων’ (και μόνο των Εβραίων) -το οποίο στην πραγματικότητα προστατεύει μόνο όσους υποστηρίζουν άνευ όρων το Ισραήλ- μπορεί μόνο να τροφοδοτήσει νέα εχθρότητα και περαιτέρω αντισημιτισμό. Ο τελευταίος σίγουρα υπάρχει, αλλά πρέπει πάντα να αντιτασσόμαστε παράλληλα με την ισλαμοφοβία, τον ρατσισμό και όλες τις μορφές διακρίσεων.
Υπογράφουν οι:
- Anna Foa, Πανεπιστήμιο Sapienza της Ρώμης
- Roberto Della Seta, δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος
- Helena Janeczek, συγγραφέας
- Carlo Ginzburg, Scuola Normale Superiore και UCLA
- Lisa Ginzburg, συγγραφέας
- Gad Lerner, δημοσιογράφος και συγγραφέας
- Giovanni Levi, Πανεπιστήμιο Ca’ Foscari της Βενετίας
- Stefano Levi Della Torre, συγγραφέας
- Simon Levis Sullam, Πανεπιστήμιο Ca’ Foscari της Βενετίας
- Bruno Montesano, Πανεπιστήμιο του Τορίνο
- Valentina Pisanty (Πανεπιστήμιο του Μπέργκαμο)
- Roberto Saviano, συγγραφέας
Σε μία εποχή όπου η ακροδεξιά επελαύνει, η στάση της αριστεράς δίπλα σε ιδεολογικούς εχθρούς να υποστηρίζει και δικαιολογεί αρχές (όπως ο πόλεμος, οι γενοκτονίες, η υποβάθμιση της εργασίας, η καταστροφή του περιβάλλοντος στο όνομα της «ανάπτυξης») που κάποτε η πάλη εναντίον τους ήταν σημαία της, αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό και γεννά περισσότερα τέρατα από εκείνα που θα έπρεπε να καταπολεμά. Ο αντισημιτισμός είναι ένα σοβαρό και πάντοτε πολύ επίκαιρο πρόβλημα και δυστυχώς -μέσα στην παράκρουση ή τον ενθουσιασμό πολλών αγωνιστών- ίχνη του μπορούν να παρατηρηθούν ακόμη και σε τμήματα του κινήματος proPal. Περιθωριακά μεν, αλλά που αυτά επικαλούνται (Βάλτερ Βερίνι) κι οι συνυπογράφοντες του νομοσχεδίου Ντελρίο για να δικαιολογηθούν και που για τούτο ακριβώς θα πρέπει να καταπολεμηθούν κι από το ίδιο το κίνημα μάλιστα.
Γιατί ο αντισημιτισμός εξακολουθεί να υπάρχει και σε αντίθεση με τις δεξιές κυβερνήσεις, εναπόκειται στο αριστερό κίνημα να τον καταπολεμήσει. Όσο κι εάν υπάρχουν περιστασιακοί συμβιβασμοί ανάμεσα στους ακροδεξιούς με τους σιωνιστές, στο μέτρο που ο αντι-ισλαμισμός είναι η μορφή που ο φυλετισμός έχει πάρει σήμερα τη θέση του αντισημιτισμού κι οι δύο αντικρίζουν στον φτωχό μουσουλμάνο εκείνη την απειλή για την «ύπαρξη» και την «κουλτούρα», που παλιότερα σε άλλες εποχές διέκριναν στον παρία και περιθωριοποιημένο Εβραίο.
Ο σημερινός αντι-ισλαμισμός είναι μία ακριβής κι 1 προς 1 αντιστροφή εκείνου που παρατηρούσε εύστοχα για τον αντισημιτισμό άλλοτε ο Ζαν Πολ Σαρτρ: ο αντισημίτης πιστεύει πως ο Εβραίος, ο Άλλος, είναι το μόνο εμπόδιο στην ανάδυση ενός Καλού, που είναι κατ’ ουσίαν εγγεγραμμένο μέσα στον τρόπο ζωής του, τις αντιλήψεις και το Είναι καθαυτό του Γάλλου (βλέπε Ευρωπαίου, Ισραηλινού, Αμερικανού κλπ) χριστιανικής (βλέπε εβραϊκής) καταγωγής. Το κίνημα δεν έχει την πολυτέλεια να απωλέσει και την πάλη για τον αντισημιτισμό, δείχνοντας ακριβώς ποιά είναι η πραγματική μορφή του και να αντιταχθεί σε τούτη την ακροδεξιά ερμηνεία του, που πραγματικό στόχο έχει την καταπίεση της κριτικής, της ελεύθερης έκφρασης και της αγωνιστικότητας, την κατάργηση της λογικής και την αποχαλίνωση της συναισθηματικής κι άκριτης ορμητικότητας.
Διώξεις και φακελώματα Παλαιστινίων μαθητών
Αν η πρόταση του Ντελρίο γινόταν νόμος, πολλοί έγκυροι δημοσιογράφοι και διανοούμενοι, εφημερίδες, φοιτητές και αγωνιστικές κινήσεις, πορείες κλπ θα ποινικοποιούνταν, θα τιμωρούνταν, θα καταπιέζονταν. Ήδη διώξεις έχουν ξεκινήσει για ανθρώπους είχαν συμμετάσχει στις καταλήψεις σταθμών και λιμανιών στην Κατάνια, μέσα στις κινητοποιήσεις της γενικής απεργίας στις 22 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου, για να εμποδίσουν τη φόρτωση πολεμικού υλικού που κατευθυνόταν στο Ισραήλ για να βομβαρδίζει τη Γάζα και πριν λίγες ημέρες στη Μάσα ενάντια σε 37 αγωνιστές, που πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις ενάντια στον εξοπλισμό του Ισραήλ και τις ωμότητες.
Απεναντίας, εθνικιστικές και ρατσιστικές απόψεις και πολιτικές -γιατί ο μουσουλμάνος πρόσφυγας, ο καταπιεσμένος Παλαιστίνιος, εκείνος που ανατριχιάζει βλέποντας να ισοπεδώνονται πόλεις, να λιμοκτονούν κάτω από την κατοχική μπότα παιδιά και να εκτοπίζονται πληθυσμοί, θα χαρακτηρίζονται επαίσχυντοι αντισημίτες κι εχθροί– θα νομιμοποιούνταν, ενώ θα αποθεωνόταν όποια εθνικιστική, ρατσιστική και ανελεύθερη στροφή του Κράτους του Ισραήλ και θα ηρωποιούνταν οι δυσανάλογες σε ισχύ και μέγεθος επιχειρήσεις των ενόπλων δυνάμεων και των δυνάμεων ασφαλείας του, όχι μόνον στη Γάζα και τη Δυτική Όχθη, αλλά και σε όποια άλλη χώρα (Λίβανος, Συρία κλπ) θεωρεί ότι υπάρχει μουσουλμανική απειλή.
Την ίδια στιγμή αντιδράσεις προκαλεί κι η πρόταση του υπουργείου Παιδείας να καταγράψουν τα σχολεία και να δώσουν πληροφορίες για τους Παλαιστίνιους μαθητές που φιλοξενούν στις τάξεις τους. Μία προσχηματικά γραφειοκρατική ρουτίνα, που όμως βρίσκεται στη ρίζα της πολιτικής και κοινωνικής δίωξης μίας συγκεκριμένης ομάδας, του αποκλεισμού της και της καλλιέργειας του κρατικού φυλετικού ρατσισμού και της απανθρωποποίησης ενός λαού. Την ώρα που η Παλαιστίνη γίνεται θύμα του απηνούς διωγμού από το Ισραήλ, η νεοφασιστική κυβέρνηση με υποδόριο τρόπο, χωρίς φανφάρες, αλλά με δόλια και φαινομενικά τυπικά μέτρα, επιδιώκει να δηλητηριάσει την κοινωνία και την αλληλεγγύη που πρέπει να βρίσκεται στη βάση της, την ισότητα που οφείλει να πρυτανεύει στα σχολεία, φακελώνοντας τους Παλαιστίνιους μαθητές.
Η σύγχυση της σημασίας κι η ταύτιση των πραγματικών αντισημιτικών με τις αντι-ισραηλινές εκφορές και νοήματα, που θεωρητικοποιεί μονοσήμαντα αυτό το νομοσχέδιο, όπως και τα άλλα παρόμοια με τα οποία έχει συνδεθεί, επιβεβαιώνει μια σύγχυση δύο αντιθετικών και στη φύση και το αντικείμενό τους εννοιών: της έννοιας του «Εβραίου» με αυτή του «Ισραηλινού». Αυτή που κάποτε γινόταν σε αντίθετη φορά και ιστορικά γεννούσε πάντα τον αντισημιτισμό στην κοινή γνώμη και τη δημόσια συζήτηση. Για τούτο, η ίδια η ιταλική αριστερά κι εν γένει η ιταλική κοινωνία θα πρέπει να βάλει στο συρτάρι της Ιστορίας το συντομότερο δυνατό το νομοσχέδιο Ντελρίο.
