H ιταλική νεοφασιστική δεξιά δεν προσπαθεί μόνον να μαυλίσει ψηφοφόρους, προβάλλοντας τα γνωστά «ιδανικά» της για την πατρίδα, την οικογένεια, τη θρησκεία και κηρύσσοντας τον συντηρητισμό, την τάξη και την πειθαρχία ως μόνες αρετές απέναντι στον έκλυτο δικαιωματισμό και τη φιλελευθεροποίηση, που καταστρέφει αυτή καθαυτή την έννοια της «εξουσίας» (εννοούμενη ως authority) σε όλες τις πτυχές της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής, που ευθύνονται για τη σημερινή παρακμή της Ευρώπης και του κόσμου ολάκερου.
Η νεοφασιστική δεξιά προχωρά ακόμη περισσότερο. Πασχίζει να οικειοποιηθεί, παραχαράσσοντας επιδέξια το μήνυμά τους, ακόμη και προσωπικότητες-φάρους της Αριστεράς, εκμεταλλευόμενη θεωρητικές θέσεις τους, όπως είχε συμβεί με την προσπάθεια για εκφασισμό του Αντόνιο Γκράμσι και τις ιδέες του για τον κομμουνιστικό πατριωτισμό και τώρα με τον Πιερ Πάολο Παζολίνι, μάλιστα ακριβώς στην επέτειο των 50 χρόνων από τη δολοφονία του, που ξαφνικά τον βαφτίζει «συντηρητικό» για την κριτική του στην καταναλωτική κοινωνία, για τη νοσταλγία του απέναντι στην απώλεια της άδολης παραδοσιακής κουλτούρας, εξαιτίας της αδηφάγας «προόδου», τις αμφιβολίες του για την ανθρωπολογική μεταβολή, στην οποία οι μεγαλουπόλεις και η τεχνική συμπαρασύρουν τους ανθρώπους και τις μοντέρνες κοινωνίες.
Τούτη το νέο εγχείρημα να φαλκιδευτεί το νόημα ακόμη ενός «αιρετικού» διανοούμενου (γιατί και ο Γκράμσι σε σχέση με τον Λενινισμό-Σταλινισμό, αιρετικός θεωρούνταν για πολλές δεκαετίες) σημειώθηκε τον περασμένο Νοέμβριο, στην αίθουσα αυνεδριάσεων της Γερουσίας, όπου πραγματοποιήθηκε το συνέδριο με τον προκλητικό τίτλο «Ο συντηρητικός Παζολίνι» (Pasolini conservatore). Μία πρωτοβουλία του ακροδεξιού Ιδρύματος Εθνικής Συμμαχίας και της εφημερίδα «Secolo d’Italia», που πατρονάρισε ο πρόεδρος της Γερουσίας, ο διαβόητος απολογητής του Μουσολίνι Ινιάτσιο Λα Ρούσα.
Η εκδήλωση και ο τίτλος της εκδήλωσης προκάλεσε αμέσως αντιδράσεις στον Τύπο και στους αριστερούς κύκλους της Ιταλίας, αλλά τροφοδότησε επίσης και την περιέργειά τους: πώς μπορεί ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο αιρετικός τούτος μαρξιστής ποιητής, διανοούμενος και σκηνοθέτης, ο συγγραφέας των δηκτικών «Κουρσάρικων Γραπτών» να θεωρηθεί συντηρητικός; Ποια θεωρητικά πατήματα μπορεί να εκμεταλλευθεί η πρωτοβουλία τούτη, η οποία συγκέντρωσε πολλούς δεξιούς διανοούμενους και πολιτικούς, με το τελικό συμπέρασμα της ημερίδας να ανατίθεται στον ίδιον τον Λα Ρούσα, πρώην μαχητικό στέλεχος της ακροδεξιάς νεολαίας, που ο ίδιος ο Παζολίνι κατακεραύνωνε και που μάλιστα είχε χειροδικήσει κι εναντίον ενός τέτοιου «μαύρου» ενεργούμενου, που τον προκαλούσε δημοσίως;
Οι παρεμβάσεις των δεξιών ομιλητών εστιάσθηκαν για τα επιχειρήματά τους στην πολυπλοκότητα της σκέψης του Παζολίνι και τις ανορθόδοξες θέσεις τους, σε σχέση με την κομματική γραμμή του ΚΚΙ ή τις ριζοσπαστικές κι επαναστατικές αυθορμησίες του κινήματος της Αυτονομίας. Υπογράμμισαν ιδιαίτερα την κριτική του για τη νεωτερικότητα, την καταναλωτική κοινωνία και την πολιτιστική τυποποίηση. Μία προβληματική, που σε κάποιον βαθμό ενώνει και την κριτική που πολλές συντηρητικές θεωρίες, περί πνευματικότητας που χάνεται από τον καπιταλισμό, τον πατριωτισμό που κινδυνεύει και την παραδοσιακή κουλτούρα, τα αγροτικά έθιμα και την ισοπέδωση των αξιών και της θρησκείας, εκτοξεύουν ενάντια στην ραγδαία εκτεχνίκευση, την ομογενοποίηση των ηθών και των καταναλωτικών συνηθειών και διακηρύττουν μία επιστροφή στα παραδοσιακά θέσμια.
Μάλιστα, με προκλητικό τρόπο ο Λα Ρούσα, του οποίου το κόμμα κάνει τα πάντα ενάντια στον γάμο και την τεκνοθεσία για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, επικαλέστηκε την ομοφυλοφιλία του Παζολίνι και την αποπομπή του από το ΚΚΙ για την «ερωτική ροπή» του αυτή, που θα έλεγε και ο Καβάφης: «το ’49 ο Παζολίνι διαγράφηκε από το ΚΚΙ για ηθική προσβολή. Το Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα (MSI του πρώην φασίστα υπουργού στο Σαλό Τζόρτζο Αλμιράντε και μέντορα της πρωθυπουργού Τζόρτζας Μελόνι και του Λα Ρούσα) δεν απέκλεισε ποτέ ομοφυλόφιλο για ηθική προσβολή». Και ο πρόεδρος της Γερουσίας πρόσθεσε στο συμπέρασμα της εκδήλωσης πως «υπάρχουν τόσες πολλές αναφορές στον Παζολίνι που η αριστερά δεν μπορεί να πει ότι ανήκουν στην ιστορία της, αλλά ούτε, εμείς πολύ λιγότερο, μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία του Παζολίνι ανήκει στη δεξιά. Πιστεύω ωστόσο με σθένος, ότι μπορούμε να πούμε ότι ο Παζολίνι ήταν ένας ανορθόδοξος άνθρωπος, αλλά τόσο σημαντικός, που σήμερα αξίζει να υπάρξει μια διεξοδική μελέτη και πως η μνήμη του δεν μπορεί να ανήκει μόνο σε μία παράταξη κι η μελέτη των λόγων του μόνον σε κάποιους, αλλά θα είναι καλό να την εμπιστεύονται σε όλους χωρίς αποκλεισμούς και με την επίγνωση ότι απ’ όποια πλευρά και να τον βλέπει κανείς, ο Παζολίνι είναι ένας μεγάλος Ιταλός διανοούμενος». Σιγά σιγά, η ακροδεξιά θα επιχειρήσει να βγάλει τον Παζολίνι…μέχρι και φασίστα!!!

Κι εδώ βρίσκεται ακριβώς το τυράκι στη φάκα… Ο Παζολίνι ήταν ένας διανοούμενος αποσυνάγωγος και αποδιωγμένος και περιθωριοποιημένος από τους «δικούς» του ανθρώπους γιατί εξέφραζε απόψεις «λογικές» και «μετρημένες». Άλλωστε ο Παζολίνι δεν είχε στα γεγονότα της 1ης Μαρτίου 1968 στη Βάλε Τζούλια, το ποίημά του «Το ΙΚΚ στους νέους», πάρει τη θέση των αστυνομικών, των χωριατόπαιδων που βγάζουν το ψωμί τους και έχουν και μία μάνα να τους περιμένει στο σπίτι, απέναντι στα πλουσιόπαιδα και τους μικροαστούς που παίζουν τους επαναστάτες; Ή θα μπορούσαν κάλλιστα να πατήσουν και στα αναθέματα που ο ίδιος ο Παζολίνι, ας κοιτάξει κανείς δοκίμιά του όπως το «Ανάπτυξη και Πρόοδος» (Κουρσάρικα Γραπτά, Εξάντας, σελ. 135) εκστόμιζε κατά της Αριστεράς που είχε ασπασθεί αυτήν την «ανάπτυξη» της «οικονομικής και τεχνολογικής επέκτασης του αστισμού»; Άλλωστε και ο πρωτόλειος φασισμός και ναζισμός ενάντια στον μικροαστό δεν στρέφονταν κι εξυμνούσαν την πρωτεϊκή δύναμη της μάζας και δη της αγροτικής με τη φυσική σωματική ρώμη και πνεύμα; Ή ακόμη θα μπορούσανε να επικαλεστούν και τις επιθέσεις που αριστεροί συμπαθούντες (όπως ο διευθυντής της «La Stampa» Καζαλένιο, όπως θυμίζει ο Παζολίνι στο «Απόσπασμα», idem σελ.187) είχαν εκτοξεύσει στον ίδιο ως «προδότη», που παίζει με τις ιδέες και τα γεγονότα από «σνομπισμό, αναζήτηση της επιτυχίας και φόβο μήπως απομακρυνθεί από την τελευταία μόδα» και για «νοσταλγία για το παρελθόν, ακόμη κι εάν είναι βαμμένο ‘μαύρο’», μιας και είχε μεγαλώσει στα χρόνια του φασισμού. Ή μπορούσαν κάλλιστα να βασισθούν στη γνωστή διαφωνία του, μέσω του Τύπου, με τον αμετακίνητο κομμουνιστή Ίταλο Καλβίνο ή για τις κριτικές του για τον κομφορμισμό των προοδευτικών και την ψεύτικη ανοχή τους για την εξουσία.
Μόνο που οι δεξιοί, όψιμοι ζηλωτές των αποσπασμένων από το συγκείμενο και διαστρεβλωμένων απόψεων του Παζολίνι, συγκαλύπτουν το κύριο μέρος του έργου του. Το δοκίμιο «Ο Φασίστας» στα Κουρσάρικα Γραπτά (σελ.179-183) και τη νεοφασιστική τρομοκρατία, τις επικρίσεις του για το Βατικανό ή την μικροπρέπεια της δεξιάς και των νεοφασιστών στους αγώνες για το δημοψήφισμα για τις αμβλώσεις, για τον φεμινισμό («Η εκκλησία, το πέος, ο κόλπος») τα γραπτά του για την ομοφυλοφιλία και τον ομοερωτισμό στις φυλακές και κυρίως την έρευνά του για τις μυστικές υπηρεσίες και την ‘αντεπανάσταση’, τη μασονία και την ‘τάξη πραγμάτων’ (το περίφημο «ξέρω τα ονόματα, ξέρω την εξουσία»-Io so i nomi. Io so il potere), με τις αποκαλύψεις και το Petrolio (για την υπόθεση Ματέι και το πετρελαϊκό μονοπώλιο), που για πολλούς του στοίχισε τη ζωή -μιας κι είναι εμφανής πλέον η σκηνοθετημένη δολοφονία του.
Το συνέδριο τούτο αγνοεί και μάλιστα συσκοτίζει το γεγονός ότι ο Παζολίνι ναι μεν κατήγγειλε τον καταναλωτισμό και την απώλεια της λαϊκής κουλτούρας, αλλά η ελεεινολογία του αυτή δεν εκπορεύεται από «συντηρητισμό», αλλά γεννήθηκε από ένα ριζοσπαστικό μαρξιστικό όραμα, που καταδίκαζε τις συνθήκες και τα μοντέλα παραγωγής που αλλοτριώνουν τον άνθρωπο, πραγματοποιούν τα οράματα και τα προϊόντα και καταστρέφουν (δες το ανεπανάληπτο δοκίμιο για τις πυγολαμπίδες που εξαφανίζονται από τις πόλεις) το περιβάλλον του και την ποιότητα ζωής και την υγεία του.
Επίσης, το ενδιαφέρον του για το ιερό και τις αγροτικές ρίζες δεν ήταν μία αντιδραστική νοσταλγία, αλλά μια τάση υπέρ της ετερότητας, της ανεκτικότητας (έννοια που επανέρχεται στα γραπτά του), του πλουραλισμού και της διαφορετικότητας, ενάντια στην ομογενοποίηση της μάζας και την απολιτικοποίηση του καταναλωτισμού, μέσα στον καπιταλισμό.
Η αριστερά του Παζολίνι, όπως και για τον νεαρό Μαρξ, πρέπει να θεωρείται ένα εργαστήριο και παρατηρητήριο για τα σώματα, για τις διαφορετικές γλώσσες που αναπτύσσονται, για τη ζωή που γίνεται βορά τον καταναλωτισμό. Κατάλαβε πριν από πολλούς ότι η ταξική πάλη δεν δίνεται μόνο στο εργοστάσιο, στον συνδικαλισμό και τις διαδηλώσεις, για τη βελτίωση των συνθηκών της εργασίας και τους μισθούς, αλλά και στο ανθρωπολογικό πεδίο (κι ο ίδιος ο Μαρξ με τη Gattunswesen είχε περιγράψει), αλλά εδώ με τον αρνητικό μετασχηματισμό που επιβάλλει το μοντέλο παραγωγής κι η νεωτερικότητα μέσω της φενάκης και της υπόρρητης σαγήνης της εμπορευματικής κοινωνίας και των μέσων που χρησιμοποιεί. Η κριτική του στον καταναλωτισμό δεν είναι ποτέ οπισθοδρομική: είναι η πιο ριζοσπαστική επέκταση της μαρξιστικής κριτικής της εξουσίας που διαμορφώνει τις επιθυμίες και τις μορφές ζωής.
Εάν ο Παζολίνι μπορεί να χαρακτηρισθεί «συντηρητικός» θα ήταν μόνο με την έννοια ότι δεν αποδεχόταν τον μύθο της γραμμικής ανάπτυξης ως «πρόοδο». Μα ο ίδιος ήταν πεπεισμένος επαναστάτης και το αποδείκνυε με προκλητικό τρόπο, στα ποιήματά του, στα κινηματογραφικά του έργα, στα δοκίμιά του κι ήταν πιστός στην επιθυμία του να ανατρέψει τις σχέσεις εξουσίας. Ο Παζολίνι ήταν φανερά εναντίον της αντιδραστικής αστικής τάξης και ήταν αντιφασίστας, που πολέμησε κιόλας σαν παρτιζάνος.
Το συνέδριο «Ο Συντηρητικός Παζολίνι» ήταν ακόμη ένα πολυσυζητημένο πολιτικο-πολιτιστικό γεγονός, που εντάσσεται στο πλαίσιο της αποϊδεολογικοποίησης της αριστερής σκέψης, το άδειασμα της θεωρητικής και λογοτεχνικής γραμματείας από υποψίες ταξικής συνείδησης και πάλης, την αποκάθαρση του μεταδιδόμενου βιώματος από τις πολιτικο-κοινωνικές συμπαραδηλώσεις της, την εξουδετέρωσή του και την ομογενοποίησή του σε ένα απολίτικο corpus. Δεν υπάρχει πολιτικό μήνυμα κι εάν υπάρχει είναι συντηρητικό, πατριωτικό. Όπως έγραφε για την ιδεολογία και ο Πουλαντζάς, ερμηνεύοντας την «Ηγεμονία» του Γκράμσι -που σήμερα τη χρησιμότητά της και τον τρόπο παραγωγής της έχει οικειοποιηθεί απόλυτα η δεξιά, κυρίως η ακροδεξιά- στον βαθμό που αυτή εκφράζει τη «βιωμένη» σχέση των ανθρώπων προς τις συνθήκες ύπαρξής τους, πριν τη φαντασιακή επένδυσή τους κι όταν το βίωμα τούτο σε σχέση με την πραγματικότητα είναι αρνητικό, συντελείται τότε η απορρόφηση της ιδεολογίας μέσα στην πραγματικότητα, την «αποϊδεολογοποίησης», που είναι συνακόλουθη με την απολτικοποίηση στις σημερινές κοινωνίες (Για τον Γκράμσι, Πολύτροπο, 1984, σελ. 60-61). Αυτή η διαμεσολάβηση της ιδεολογίας, όπως επιχειρείται από τη δεξιά παράταξη στην προσπάθειά της να διαστρεβλώσει και να σφετερισθεί ακόμη και την αριστερή διανόηση, αίρει την πραγματική διαίρεση των ανθρώπων σε όντα ιδιωτικά κι όντα δημόσια και τις όποιες σχέσεις τους με το Κράτος και την κοινωνία των πολιτών και τους πείθει πως οι συνολικές πολιτικές σχέσεις τους είναι μόνον αυτές μέσα στο κράτος που προστατεύει αυτούς, την παράδοση και τα ήθη, μεταβάλλοντας την πολιτική σχέση που έχει ο άνθρωπος με αυτό σε καθαρά οικονομικο-κοινωνική σχέση, που ταυτίζεται με τη σχέση που συγκροτεί η κυρίαρχη τάξη.

Τούτη την προσπάθεια για «ιδιοποίηση» από την πλευρά της μεταφασιστικής δεξιάς του Παζολίνι, όπως είχε επιχειρηθεί και με τον «πατριώτη» και «αντισταλινικό» Γκράμσι έχουν καταγγείλει και για τον «Συντηρητικό Παζολίνι» αρκετές εφημερίδες και διανοούμενοι. Βέβαια, υπάρχει κι εκείνη η μερίδα του Τύπου που τονίζει ότι ο Παζολίνι βρισκόταν σε διάλογο με όλους και πως η ίδια του η παράταξη τον είχε χαρακτηρίσει συντηρητικό κι ότι ο τίτλος του συνεδρίου δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως προπαγανδιστική επιχείρηση, αλλά ως ερέθισμα για συζήτηση.
Η εφημερίδα «Il Foglio» χαρακτήρισε την εκδήλωση ως «μία πρόκληση, μία μεταθανάτια βεντέτα» ενάντια στον Παζολίνι, αμφισβητώντας αυτή καθαυτή την ετικέτα «συντηρητικός» που του αποδίδουν. Η «Globalist» έχει μιλήσει για ένα «προκατειλημμένο» συνέδριο που αγνοεί την αυθεντική σκέψη του συγγραφέα, η οποία την παραμικρή σχέση δεν έχει με αυτόν και φαίνεται να είναι μια μάλλον άχρηστη «πρόκληση», που γίνεται από άτομα που δεν γνωρίζουν για τον Παζολίνι παρά μόνο ότι αποσπασματικό κυκλοφορεί στο διαδίκτυο χωρίς να έχει συλλάβει τα συμφραζόμενα ή/και ψευδή, χωρίς να γνωρίζει έστω και στο ελάχιστο για το έργο και τη σκέψη του διανοούμενου.
Γεγονότα σαν κι αυτό είναι «βίαια» και επικίνδυνα επειδή κινδυνεύουν να μετατρέψουν τον Παζολίνι σε ένα «αμφισβητούμενο σύμβολο», που χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει ένα πολιτικό κόμμα. Αλλά η δύναμή του έγκειται ακριβώς στο ότι ο Παζολίνι δεν μπορεί να ενταχθεί κάπου, η ισχύς του είναι η ελευθερία του να ενοχλεί τους πάντες: δεξιούς, αριστερούς, αστούς και επαναστάτες με τις αναλύσεις του, που στρέφονται προς όλες τις κατευθύνσεις. Όμως η ημερίδα στην ιταλική Γερουσία έδειξε, για άλλη μια φορά, πόσο ο Παζολίνι παραμένει μια ζωντανή και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, που η φωνή του ακόμη φανερώνει εκείνους τους κινδύνους, που η ομογενοποίηση και η μαζικοποίηση της κοινωνίας, επιφυλάσσει για το μέλλον του ανθρώπου. Είναι μία φωνή που η δεξιά ακόμη φοβάται, γιατί, ακριβώς σε μία περίοδο απογοήτευσης της νέας γενιάς κυρίως από τη σημερινή αριστερά, μπορεί της δείξει έναν άλλο δρόμο, εναλλακτικό, να ξυπνήσει κοιμισμένες ή απολίτικες συνειδήσεις, να αφυπνίσει την ανάγκη αυτή για διαφοροποίηση, για ανεκτικότητα και αυτενέργεια, που η νέα συντηρητική τάξη πραγμάτων θέλει να επιβάλλει.
Μια επιχείρηση πολύ επικίνδυνη, δεδομένης και της ανυπαρξίας της ιταλικής αριστεράς, η οποία ενδεχομένως να χάσει και μία από τις «ναυαρχίδες του Τύπου» της, την ιστορική «La Repubblica» η οποία θα περάσει στην ιδιοκτησία του εφοπλιστικού ομίλου Κυριακού (του ΑΝΤ1, ναι), ο οποίος ήδη εκπονεί σχέδιο για αλλαγή της γραμμής και του προσωπικού της!

Η κληρονομιά του Παζολίνι, από μόνη της είναι ένα πεδίο σύγκρουσης και προβληματισμού, που εξωθεί διαρκώς το υποκείμενο να επανεξετάσει με ουσιαστικό κι όχι με σχέση συρμού τη σχέση μεταξύ πολιτισμού, πολιτικής, οικολογίας, ταυτότητας και κοινωνίας. Ο Παζολίνι μπορεί να διχάζει, αλλά ταυτόχρονα -εάν κάποιος βγει από το στενά κομματικό κι ενοραματισθεί το πραγματικά επαναστατικό πλαίσιο- φωτίζει τις συνειδήσεις. Ακόμη και 50 χρόνια μετά παραμένει ο ειλικρινής επαναστάτης, που κανένας δεν μπορεί να τον οικειοποιηθεί, πολύ περισσότερο να τον διαστρεβλώσει ιδεολογικά.
