Χριστιανοί ηγέτες, Πατριάρχες και άλλοι επικεφαλής Εκκλησιών, στην Ιερουσαλήμ εξέδωσαν μια κοινή επίδραση εναντίον του «Χριστιανικού Σιωνισμού» και της πολιτικής επίδρασής του στην Παλαιστίνη. Σε κοινό ανακοινωθέν έθιξαν τη ζημιά, τη σύγχυση και την επικίνδυνη βλάβη για το ποίμνιο που προκαλείται από την εν λόγω επικίνδυνη ιδεολογία. Οι προκαθήμενοι, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών, Αρμενίων και Κοπτών, προειδοποίησαν για «πολιτικούς παράγοντες στο Ισραήλ και πέραν αυτού», οι οποίοι προωθούν μια πολιτική ατζέντα, η οποία υπονομεύει τη χριστιανική παρουσία στους Αγίους Τόπους και γενικά στη Δυτική Ασία μέσω πρακτικών, όπως οι δημεύσεις γης, οι εποικισμοί και οι καταπατήσεις εκκλησιαστικών περιουσιών. Ο Χριστιανικός Σιωνισμός είναι η ιδεολογία που θεωρεί ότι η εγκατάσταση και επικράτηση των Εβραίων στους Αγίους Τόπους αποτελεί μέρος του σχεδίου του χριστιανικού Θεού για τη σωτηρία, καθώς προαναγγέλλει τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού σύμφωνα με προφητικούς λόγους. Είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένος σε προτεσταντικές Εκκλησίες, όπως η Ευαγγελική στις ΗΠΑ, οι οποίες είναι επιδραστικές μέσω χρηματοδότησης στο Ισραήλ και υποστήριξης πολιτικών απομάκρυνσης των Παλαιστινίων. Ο Χριστιανικός Σιωνισμός υποστηρίζει την «αποκατάσταση» (restoratio) των Εβραίων στην Παλαιστίνη ως εκπλήρωση επαγγελιών του Θεού.
Η σιωνιστική εκδοχή του «Ευαγγελίου της Ευημερίας»
Χαρακτηριστικό του Χριστιανικού Σιωνισμού είναι το λεγόμενο «Ευαγγέλιο της Ευημερίας», με παλαιοδιαθηκικά, αλλά όχι καινοδιαθηκικά ερείσματα, που πρεσβεύει ότι ο υλικός πλούτος αποτελεί τεκμαρτό σημείο της ευλογίας του Θεού και παρουσιάζει την υλική δύναμη του Ισραήλ ως απόδειξη της πνευματικής του ορθότητας. Η χρηματοδότηση προς το Ισραήλ από τις εν λόγω χριστιανικές Εκκλησίες μεταφράζεται σε αύξηση των εποικισμών, σε περιθωριοποίηση των Παλαιστινίων και σε υπονόμευση του ρόλου των ιστορικών Εκκλησιών στους Αγίους Τόπους. Το «Ευαγγέλιο της Ευημερίας» θίγεται στο κείμενο με την αναφορά στην ιδεολογία ότι βοήθεια προς το Ισραήλ φέρνει προσωπική και οικονομική ανταμοιβή και η οποία θεωρείται ως αψήφηση της χριστιανικής ηγεσίας στην Ιερουσαλήμ.

Η υποβάθμιση της εκπαίδευσης των Παλαιστινίων
Στην κοινή ανακοίνωση οι Πατριάρχες και άλλοι χριστιανοί ηγέτες κάνουν λόγο για τα δικαιώματα των ιστορικών Εκκλησιών με συνεχές ρίζωμα στην εντοπιότητα, τα οποία απειλούνται από άτομα και οργανώσεις που προωθούν αλλότριες ατζέντες, επεμβαίνοντας στην εσωτερική ζωή των παραδοσιακών Εκκλησιών και αψηφώντας την ευθύνη και την αυθεντία των ιστορικών ποιμεναρχών του τόπου. Αναφέρονται απειλές στην κοινή χριστιανική κληρονομιά, αλλά και ζητήματα αδικαιολόγητης φορολόγησης. Η ανακοίνωση καλεί σε προστασία των χριστιανικών κοινοτήτων και των τόπων λατρείας ειδικά στη Δυτική Όχθη, όπου συμβαίνουν επιθέσεις από εποίκους, οι οποίοι στοχοποιούν τις εκκλησίες, τον λαό και τις περιουσίες τους. Ένα ενδεικτικό πρόβλημα είναι οι περιορισμοί σε καθηγητές στη Δυτική Όχθη να προσεγγίζουν τα σχολεία τους, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται το χριστιανικό κατηχητικό έργο. Τα στρατιωτικά σημεία ελέγχου θίγονται ως μέσα υπονόμευσης της αποτελεσματικότητας του χριστιανικού έργου, αλλά και της εκπαίδευσης των Παλαιστινίων. Τα χριστιανικά σχολεία απαντούν με διαμαρτυρίες και ανακοίνωση απεργίας στους περιορισμούς που υποβαθμίζουν την εκπαίδευση των Παλαιστινίων.
Ο ανταγωνισμός Ρωμαιοκαθολικών και Ευαγγελικών
Η ανακοίνωση υπήρξε γενική στις αναφορές της, πλην φέρεται να υπονοεί, μεταξύ άλλων, συνδέσμους, όπου δραστηριοποιούνται αξιωματικοί του IDF και έχουν ως σκοπό τους την ενσωμάτωση Χριστιανών στην ισραηλινή κοινωνία. Το ανακοινωθέν θεωρείται ως μέρος του παγκόσμιου ανταγωνισμού ανάμεσα στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τους Ευαγγελικούς, ο οποίος επίσης λαμβάνει χώρα στη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Τονίζει τη σημασία της εντοπιότητας και της συνεχούς ιστορικής παρουσίας στους Αγίους Τόπους σε υπόρρητη αντίθεση με το αφήγημα του χριστιανικού σιωνισμού περί διασποράς και επανασύναξης των Εβραίων στην ιστορική κοιτίδα. Κατά παρόμοιο τρόπο, και στη Λατινική Αμερική η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία υποστηρίζει τους οργανικούς δεσμούς των εντόπιων κοινοτήτων ακόμη και με την πρόσφατη καταξίωση και πρόσληψη της Θεολογίας της Απελευθέρωσης από τους Πάπα Φραγκίσκο και Λέοντα με μία παράλληλη κριτική προς τον απεδαφικοποιημένο χαρακτήρα των Ευαγγελικών εκκλησιών που στηρίζονται περισσότερο στην τηλεοπτική και ψηφιακή μετάδοση του κηρύγματος από χαρισματικούς τηλεπάστορες, καθώς και στη μαζική προσέλευση πιστών σε μεγα-εκκλησίες (mega-churches). Στο ανακοινωθέν τονίζεται η ιστορικότητα των αποστολικών Εκκλησιών που διατήρησαν την ιερή αποστολή τους για αιώνες.
Ο διάλογος περί Χριστιανικού Σιωνισμού
Ωστόσο, αυτό που απασχολεί κυρίως τη Ρωμαιοκαθολική και τις άλλες Εκκλησίες είναι η δημογραφική μείωση του ποιμνίου τους που αποτελείται από Χριστιανούς Άραβες. Ο πρέσβης των ΗΠΑ στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι, πρώην λειτουργός στην Εκκλησία των Βαπτιστών και θιασώτης ο ίδιος του χριστιανικού σιωνισμού, απάντησε ότι ενώ οι παραδοσιακές Εκκλησίες είναι σεβαστές, δεν μπορούν να αξιώνουν αποκλειστικότητα ως προς τη διεθνή αντιπροσώπευση των Χριστιανών, υποστηρίζοντας έτσι εμμέσως τις νεότερες προτεσταντικές ομολογίες, όπως την Ευαγγελική Εκκλησία. Ο πρέσβης τόνισε επίσης την ιουδαϊκή θεμελίωση του Χριστιανισμού και τον Ιουδαιοχριστιανικό χαρακτήρα του δυτικού πολιτισμού. Στις αρχές Δεκεμβρίου είχε πραγματοποιηθεί η μεγαλύτερη συγκέντρωση φιλοϊσραηλινών θρησκευτικών ηγετών σε συνεργασία με το Υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ.
Υπήρξε πληθώρα αντιδράσεων στη διακήρυξη, οφειλόμενη, μεταξύ άλλων, στο ότι ο χριστιανικός σιωνισμός μπορεί να εννοηθεί με πληθώρα διαφορετικών μορφών. Σε μια πιο αδύναμη εκδοχή του, με τρόπους που επικαλούνται πολλοί φιλελεύθεροι υποστηρικτές του, σημαίνει απλώς την επιστροφή των Εβραίων στους Αγίους Τόπους ή και στη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ. Ενώ σε μια πιο σκληρή εκδοχή του, σημαίνει μια αξίωση για αποκλειστικότητα επί της Παλαιστίνης, στο πλαίσιο ενός νεωτερικού εθνοκρατικού αφηγήματος που προτάσσει μια αυστηρή εθνοφυλετική ομοιογένεια. Εξάλλου, ιστορικώς αξίζει να σημειωθεί ότι ορισμένες εκδοχές του μπορεί να ήταν ακόμη και αντισημιτικές με την έννοια ότι προέβλεπαν ότι οι Εβραίοι επιστρέφοντες στους Αγίους Τόπους θα προσηλυτιστούν στον χριστιανισμό πριν τη Δευτέρα Παρουσία, χάνοντας την ιδιαίτερη ταυτότητά τους. Επίσης, μπορεί στο παρελθόν να είχε ενίοτε και το κίνητρο του εκτοπισμού των Εβραίων από την Ευρώπη. Βεβαίως, συνήθως διαπνεόταν από φιλικά συναισθήματα προς την εβραϊκή διασπορά, αν και, ενίοτε, με διάθεση είτε εξοστρακισμού της, είτε αφανίσεως της διαφοράς της.

Σε μια πρώτη φάση θα μιλούσαμε περισσότερο για μια θεολογία «αποκατάστασης» (restoratio) των Εβραίων στους Αγίους Τόπους ή «επανασυνάξεως» των Εβραίων ως πρελουδίου για τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Μόνο από τα μέσα του 20ού αιώνα κυρίως μιλάμε ευρέως για «χριστιανικό σιωνισμό» συνδεόμενο με το κράτος του Ισραήλ, ενώ κατά τους προηγούμενους αιώνες θα ήταν ακριβέστερο να μιλήσουμε για μια εσχατολογική θεολογία αποκαταστάσεως και επανασυνάξεως. Η θεολογία αυτή ανιχνεύεται ήδη στον 17ο αιώνα στους Πουριτανούς της Αγγλίας, ενώ από τη δεκαετία του 1840 θα υποστηριχθεί κυρίως από τους Ευαγγελικούς, οι οποίοι πάντως τη συνέδεαν αρχικώς με τον προσηλυτισμό των Εβραίων στον Χριστιανισμό. Από το τέλος του 19ου αιώνα η θεολογία αυτή συνδέεται με την εξωτερική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας για την Οθωμανική αυτοκρατορία και σταδιακά με το κίνημα του σιωνισμού. Σήμερα θεωρούνται προβληματικές κυρίως όσες θεωρήσεις του κινήματος αυτού αξιώνουν αποκλειστικότητα ή συντελούν στην υποβάθμιση των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων, ενώ αναζητείται μια γνήσια χριστιανική θεολογία συμπερίληψης όλων των εθνών και φυλών.
