Η δολοφονία του Άλεξ Πρέτι μοιάζει να ξεσκέπασε την ανήθικη πλευρά της δράσης της ICE, ακόμη και στον πιο πρόθυμο μέσα στο συντηρητικό ακροατήριο στις ΗΠΑ να συγχωρήσει τις υπερβολές του Ντόναλντ Τραμπ. Γιατί, παρ’ όλο που οι μεγαλοστομίες του Προέδρου για τη μετανάστευση εν πολλοίς ταυτίζεται με τον εμμενή ρατσισμό της συντηρητικής σφαίρας, εν τούτοις η λευκή επιταγή που ο Τραμπ έχει δώσει στην αυθαιρεσία των ICE συγκρούεται με θεμελιακές αρχές ακόμη και της ιδεολογίας των συντηρητικών.
Οι συντηρητικοί μπροστά στο πρόσωπο του τέρατος;
Μέσα από την αυθαιρεσία της ΙCE πολλοί συντηρητικοί αρχίζουν να βλέπουν μία ανησυχητική εικόνα. Όχι μόνον την απαρχή ενός εσωτερικού εμφυλίου, αλλά και μια δυνητική απειλή απέναντι στη βασική αρχή που διέπει την ιδεολογία τους, ήδη από την εποχή του «Γουόλντεν» του Θορό ή την κατάκτηση της Δύσης. Μία αρχή που αφορά την καθαυτή σχέση του ατόμου με το κράτος και την ελευθερία του, εννοούμενης ως αυτονομία της καθημερινής του και οικονομικής ζωής από τον έλεγχό των κρατικών αρχών. Και κυρίως το «αναφαίρετο» και «ηθικά» και συνταγματικά «προστατευμένο δικαίωμά» του για την οπλοφορία και την αυτοάμυνα, χωρίς να κινδυνεύει να συλληφθεί ή να έχει κυρώσεις.

Ένα δικαίωμα που για ορισμένους σκληροπυρηνικούς συντηρητικούς, ζηλωτές της πλήρους αυτονομίας απέναντι στο κράτος, σημαίνει να το χρησιμοποιούν ακόμη κι ενάντια στις αρχές! Αρχές που βρίσκονται ακόμη και στη ρίζα του ίδιου του κινήματος MAGA -με τη δολοφονία του Πρέτι, όχι τόσο της Ρενέ Γκουντ- να έχουν ανοίξει πληγές ακόμη και στην ίδια τη συντηρητική παράταξη. Γιατί ενώ για ορισμένους άλλους συντηρητικούς, το γεγονός μόνον ότι ο Πρέτι έφερε όπλο δικαιολογεί τους άνδρες του ICE να τον πυροβολήσουν, για άλλους αυτό αποτελεί μία δυνητική απειλή. Πλέον, η κυβέρνηση Τραμπ θα πρέπει να πείσει όχι μόνον τους πολιτικούς αντιπάλους της, αλλά και τους δικούς της ψηφοφόρους ή υποστηρικτές.
Πλέον μία μεγάλη μερίδα των Αμερικανών -όσο κι εάν ο Τραμπ προσπαθεί να τους πείσει με τις εκστρατείες του για τη Βενεζουέλα, τη Γροιλανδία και τώρα πάλι το Ιράν, ότι θα μεγαλώσει την Αμερική- φοβούνται ότι θα μικρύνει η δική τους ελευθερία. Πρόσφατα, ο 61χρονος σταρ του CBS Στίβεν Κόλμπερτ προειδοποίησε στην εκπομπή του:
Το μήνυμα αυτής της κυβέρνησης είναι σαφές: μόνο αυτοί καθορίζουν την αλήθεια και όταν οι μασκοφόρες δυνάμεις τους φτάνουν στην πόλη σας, το νέο κράτος δικαίου είναι ‘υπακούστε ή θα πεθάνετε’. Αυτό δεν είναι αστυνομικό τμήμα, είναι μια απάτη εκβιασμών που χρηματοδοτείται από τους φόρους μας.
Ο αταβιστικός φόβος του Αμερικανού, οι φόροι του -άλλο ένα ταμπού της κοινωνίας αυτής- να χρησιμοποιούνται εναντίον του είναι ένα καμπανάκι, που έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στη συνείδηση του μέσου Αμερικάνου από τις εκκλήσεις πρώην προέδρων, όπως του Ομπάμα και του Κλίντον, για να αντισταθούν στο κύμα αυτό της κατασταλτικής και δολοφονικής αυθαιρεσίας.
Οι δημοσκοπήσεις, στις οποίες το 61% της κοινωνίας φρονεί πλέον πως η δράση του ICE έχει υπερβεί τα εσκαμμένα, αλλά και φωνές από την ίδια την παράταξη του Τραμπ δείχνουν πως υπάρχει και κάποιο όριο, πέρα από το οποίο η κοινωνία -όποια κι εάν είναι το ιδεολογικό της φορτίο- δεν αποδέχεται τη σύγκρουση και αναζητεί έστω κι αυτό που ο Στιούαρτ Χαμσάιρ (στο Justice and Morality) ονομάζει «σαθρό συμβιβασμό» (shabby compromise). Και πραγματικά, ακόμη κι από τις γραμμές του MAGA ξεπηδούν Ρεπουμπλικανοί κοινοβουλευτικοί, που ενώνουν τις φωνές τους με τους Δημοκρατικούς για να ζητήσουν να ερευνηθούν οι φόνοι των Γκουντ και Πρέτι. Ενώ κι ο ίδιος ο Λευκός Οίκος τηρεί πλέον μετρημένη στάση: η εκπρόσωπος Τύπου Κάρολ Λίβιτ φρόντισε να φανεί ότι ο Τραμπ τηρεί αποστάσεις από τις εμπρηστικές δηλώσεις της υπουργού Εσωτερικών Κρίστι Νόεμ (ή «ICE Barbie») και του αναπληρωτή προσωπάρχη Στίβεν Μίλερ, που προσπάθησαν να διασπείρουν ψεύδη για τις συνθήκες της δολοφονίας του Πρέτι και αμφότεροι τον αποκάλεσαν «εσωτερικό τρομοκράτη». Βέβαια, στις ώρες που ακολούθησαν τη δολοφονία του Πρέτι, ο Τραμπ είχε ποστάρει στο Truth του εικόνα από το νόμιμο περίστροφο του δολοφονημένου, τον οποίο αποκαλούσε «οπλοφόρο». Ωσάν η οπλοκατοχή να είναι έγκλημα αφ’ εαυτής της. Μόνο που η συντριπτική πλειονότητα των οπαδών του Τραμπ οπλοφορούν κι ίσως νοιώθουν ήδη οιωνεί στόχοι κάποιας αυτόκλητης κατασταλτικής υπηρεσίας που στο μέλλον θα τους καταδιώξει.
Τώρα, ο Τραμπ κάνει κάτι αντίθετο με τη φύση του: υποχωρεί, υποχωρεί. Προσπαθεί να ηρεμήσει τα νερά στη Μινεσότα, μια πολιτεία με μακρά δημοκρατική παράδοση. Η αντικατάσταση του Γκρέγκορι Μποβίνο, δείχνει επίσης μία βούληση από τη μεριά του Τραμπ να αναδιπλωθεί και να αποστασιοποιηθεί από τη δράση της υπηρεσίας αυτής. Μολονότι ο ίδιος ευνόησε τον υπερδιπλασιασμό της υπηρεσίας σε προσωπικό, στην πλειονότητά του με πλημμελή εκπαίδευση, με μεγάλα κονδύλια (ακόμη και μπόνους 50.000 για τη στρατολόγηση) και της παρείχε ειδικές δικαιοδοσίες, που υπερέβαιναν την ίδια τη συνταγματική τάξη. Και μάλιστα γιγάντωνε την ICE, την ώρα που φυσικά έκοβε κονδύλια και προσωπικό από τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες, την παιδεία, την τέχνη, την υγεία.

Αυτός ο διακαής πλέον «σαθρός συμβιβασμός» ακριβώς την ενδεκάτη ώρα πριν την ανάφλεξη ενός κοινωνικού εμφυλίου πολέμου στις ΗΠΑ, είναι ορατός και στην πρόταση των Δημοκρατικών να συμφωνήσουν ώστε να μην υπάρξει και νέο shutdown με αντάλλαγμα την μεταρρύθμιση του ρόλου του ICE. Ήδη οι Δημοκρατικοί δήλωσαν πως δεν θα ψηφίσουν τα κονδύλια για την Εσωτερική Ασφάλεια και αξιώνουν διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση.
Ο φόβος της κάλπης
Η αλλαγή στάσης από την κυβέρνηση Τραμπ δεν σημαίνει φυσικά ότι θα εγκαταλείψει εξ ολοκλήρου τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική της. Απλώς, καθώς ένοιωσε την απειλή ότι κατακρημνίζεται η πολιτική εικόνα της, έκανε μία κίνηση καθησυχασμού των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων ενόψει των εκλογών του Νοεμβρίου. Η ανησυχία στο στρατόπεδο του Τραμπ είναι διάχυτη: η Ιλένα Γκαρσία, συνιδρύτρια των Latinas for Trump, προέβλεψε στους New York Times: «Πιστεύω πραγματικά ότι [ο Τραμπ] θα χάσει τις ενδιάμεσες εκλογές εξαιτίας του Στίβεν Μίλερ».
Τώρα ο Λευκός Οίκος έχει αποδυθεί σε μία επιχείρηση διάσωσης της εικόνας του για να περιορίσει τον αντίκτυπο της τραγωδίας στη Μινεάπολη ενόψει των δύσκολων, όπως προβλέπονται, midterms. Με αποτέλεσμα κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, φοβούμενα μήπως παρασυρθούν από το σκάνδαλο, έχουν αρχίσει να αλληλοκατηγορούνται δημόσια: η ICE Barbie Κρίστι Νόεμ η οποία δέχεται σφοδρή κριτική για ψευδείς δηλώσεις σχετικά με τον Πρέτι, φέρεται να «ρίχνει τον Στίβεν Μίλερ κάτω από τις ρόδες του λεωφορείου». Ενώ ο Μίλερ, ανταπέδωσε τα πυρά, κατηγορώντας το υπουργείο της Νόεμ για την αρχική ψευδή ανακοίνωση. Ο Μίλερ, εξαιρετικά ριζοσπάστης σε θέματα μετανάστευσης, παραδέχθηκε ότι είναι πιθανό να υπήρξε σφάλμα από την πλευρά των αστυνομικών. Σε ανακοίνωση που μετέδωσαν το CNN και ο ιστότοπος Axios, ο Μίλερ -γνωστός για τις ακραίες θέσεις του- προσπαθεί να απαλλάξει τον Λευκό Οίκο, υποστηρίζοντας ότι «παρείχε σαφείς οδηγίες» στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS), στο οποίο υπάγεται η Border Patrol. Ωστόσο, πηγές του CNN αναφέρουν ότι ο ίδιος ο Μίλερ ήταν αυτός που είχε ζητήσει από τη Νόεμ να τηρήσει σκληρή στάση, ακόμη και με ψέματα.
Η δικαιοσύνη λιγότερο ανεκτική στην ICE;
Η βούληση τούτη για έναν συμβιβασμό που θα κατευνάσει τα πνεύματα είναι εμφανής στην απόφαση ανώτατου ομοσπονδιακού δικαστή, που μάλιστα είχε διορισθεί από τον Τζορτζ Μπους, ο οποίος ναι μεν απέρριψε την αγωγή για να κληθεί να λογοδοτήσει ενώπιον της έδρας ο διοικητής του ICE, αλλά συνάμα κατακεραύνωσε την υπηρεσία, λέγοντας πως “παραβίασε τόσους νόμους το 2026, όσο όλες οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες για δεκαετίες”. “Η ICE δεν είναι ο νόμος αφ΄εαυτής”, διατράνωσε ο δικαστής Πάτρικ Σλιτζ.
Ακόμη πιο ηχηρός ήταν ο κόλαφος για την κυβέρνηση Τραμπ και το μεταναστευτικό μένος της κυβέρνησης Τραμπ η απόφαση Εφετείου που έκρινε παράνομα τα μέτρα της Κρίστι Νόεμ, υπουργού Εσωτερικών, να άρει αυθαίρετα τις όποιες νομικές προστασίες που αφορούν μετανάστες από τη Βενεζουέλα. Την ίδια ώρα άλλη αγωγή που έχει κατατεθεί στη Βοστώνη αμφισβητεί τα μέσα και τον τρόπο που η μεταναστευτική υπηρεσία εισβάλλει με δικά της εντάλματα σε σπίτια και συλλαμβάνει ανθρώπους. Με μεγάλο ενδιαφέρον αναμένεται επίσης να διαπιστωθεί η αντιμετώπιση της μήνυσης εναντίον της κυβέρνησης Τραμπ, που έχει κατατεθεί σε δικαστήριο της Βοστώνης για τις «πειρατικές» επιθέσεις εναντίον σκαφών ανοικτά της Βενεζουέλας, που στοίχισαν τη ζωή σε 120 ανθρώπους.
Αλλά και η απόφαση ομοσπονδιακού δικαστή να ματαιώσει την απέλαση του 5χρονου Λίαμ Κονέχο Ράμος, του οποίου ο πατέρας, παράτυπος μετανάστης από τον Ισημερινό, κατηγορείται ότι προσπάθησε να αποφύγει τη σύλληψή του από τους ICE, μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην ίδια κατηγορία της αντιστροφής του κλίματος (έστω και προσωρινά), όσον αφορά την σκληρότητα με την οποία αντιμετωπίζονται πλέον οι συλλήψεις κι οι απελάσεις στις ΗΠΑ.

Εν τω μεταξύ, αγρυπνίες αλληλεγγύης για τον Πρέτι και τους γείτονές του στη Μινεάπολη έχουν οργανωθεί σε πόλεις όπως το Σικάγο και η Νέα Υόρκη. Ο 57χρονος κωμικός του ABC, Τζίμι Κίμελ, έδειξε αυτές τις εικόνες αλληλεγγύης στην εκπομπή του και απευθύνθηκε στο κοινό του, στα πρόθυρα των δακρύων: «Προς τον λαό της Μινεσότα, θέλω να ξέρετε το εξής: Δεν είστε ένα νησί. Δεν είστε κάποιο είδος ‘ριζοσπαστικής ζώνης’ με την οποία ο πρόεδρος μπορεί να παίζει πολεμικά παιχνίδια. Η υπόλοιπη χώρα παρακολουθεί, είμαστε τρομοκρατημένοι και είμαστε στο πλευρό σας. Δεν είστε μόνοι σε αυτό το σκοτεινό δωμάτιο».
Οι Αμερικανοί συντηρητικοί ρίχνουν νερό στο κρασί τους;
Οι μοντέρνες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από «ηθικά μεικτές» αντιλήψεις. Το καλό συνυπάρχει με το κακό, ο συντηρητισμός με τον ριζοσπαστισμό και μεταβάλλονται ανάλογα με την παρέκκλιση που μπορεί να υπάρξει προς τη μία ή την άλλη πλευρά. Η ηθική «φαντασία» γονιμοποιεί νέες συγκρούσεις, όποτε δημιουργείται μία νέα εικόνα κι αντίληψη για το καλό, ιδίως όποτε συμπίπτει με μία κοινωνική αναταραχή, η οποία είναι διαχειρίσιμη και καθοδηγούμενη -όπως αυτή που γιγαντώθηκε με την οικονομική κρίση και την οποία εκμεταλλεύθηκε ο Τραμπ για να αρμολογήσει το δικό του φαντασιακό στις περιθωριοποιούμενες, κυρίως αγροτικές, μάζες των ΗΠΑ. Οι διάφοροι φονταμενταλισμοί, με τους οποίους ο Τραμπ έπαιξε, θεωρούν τον εαυτό τους ως μία πειθαρχημένη (με την ευρεία έννοια του πρόθυμου πλήθους, όπως αποδείχθηκε στην εισβολή στο Καπιτώλιο) απόρριψη της κοσμικής, φιλελεύθερης και χαμηλών ηθών (permissive) ηθικής. Περνούν ως άρνηση κάθε απόκλισης στην άποψη περι ηθικής, αλλά και στην άποψη αυτή καθαυτή στην ηθική–όπως αυτοί την αντιλαμβάνονται.
Στο μεταναστευτικό, ο Τραμπ μέσα από τις παράλληλες αφηγήσεις του περί αποικισμού των ΗΠΑ, περί «εγκληματικότητας» και υπονοοούμενης «αντικατάστασης», έκανε μία ανατροπή της negritude που στο μακρινό παρελθόν επικαλείτο ο Φανόν για να ορίσει πως το επαναστατικό υποκείμενο δεν είναι η «τάξη», αλλά η «ράτσα». Τούτη τη φορά, η απειλούμενη ράτσα είναι οι Αμερικανοί, των οποίων οι αξίες καταδιώκονται κι αλλοιώνονται από την πολιτιστική και συμπεριφορική, ιδεολογική, πανσπερμία των νεοφερμένων ή παράτυπων εργατών από άλλες χώρες. Ο Αμερικανός του Τραμπ -κι εδώ είναι το οξύμωρο, μπορεί να μην είναι λευκός, αλλά και Λατίνος ή Αφροαμερικανός ή Ασιάτης κλπ- προσποιείται τον «κυριαρχούμενο» και επαναστατεί. Υποστηρίζει πως εκείνος είναι ο υποτελής στη χώρα του, ο καταπιεσμένος. Αυτός που αλλοτριώνεται από την «ετερότητα» της κουλτούρας που οι μη λευκοί, οι ξένοι, οι Lgtb κλπ του επιβάλλουν, ώστε να χάνει τη ζωτικότητα της δικής του κουλτούρας, η οποία καταλήγει να γίνεται παρασιτική. Μόνο που η «επανάσταση» Τραμπ, τώρα τους δείχνει πως η φενάκη της παλιννόστησης των δικών τους αξιών μπορεί να αποβεί μοιραία και για εκείνους. Η αυθαιρεσία των ICE στράφηκε, λόγω χρώματος κυρίως, και ενάντια σε εκείνους που πίστευαν πως έχουν γίνει Αμερικανοί κι απειλούνται από τους νεήλυδες στη χώρα τους. Ή ακόμη περισσότερο -όπως έδειξαν οι φόνοι των Γκουντ και Πρέτι, ή οι αδικαιολόγητες συλλήψεις γηγενών- το εθιμικό δικαίωμά τους να οπλοφορούν ή να αρνηθούν να εξαρτώνται από το κράτος, αμφισβητείται και κατάφωρα παραβιάζεται. Πλέον στο νέο «καθεστώς εξαίρεσης» όλοι γίνονται δυνητικοί «εχθροί».

Μπροστά στις φρικαλεότητες της ICE πολλοί Αμερικανοί συντηρητικοί αναγκάζονται να μεταβάλουν τις αντιλήψεις, που πάσχισε να τους εμπνεύσει ο Τραμπ με μία à la Καρλ Σμιτ «Πολιτική Θεολογία». Σε τούτην την έννοια, που είχε απεργαστεί ο νομικός υποστηρικτής του Ναζισμού, εμπεριέχεται η έννοια του «αποκλεισμού», ως ύψιστη δυνατότητα του πολιτικού να ασκεί τις αποφάσεις του και την εξουσία. Η ευκολία να αποκλείεται όποιος εκφέρει γνώμη διαφορετική ή ακόμη να του αποστερείς τη δυνατότητα συνδιαλλαγής και συναπόφασης, ενώ στην αρχή μοιάζει γοητευτική σε πολλούς, που θεωρούν ότι οι ηθικές και πατριωτικές αξίες τους απειλούνται, σύντομα όμως γίνεται ορατό πως αυτός ο αποκλεισμός μπορεί να στραφεί κι εναντίον τους.
