Μετά τις καταστροφικές για την ευρύτερη αριστερά παράταξη στην Ισπανία εκλογές στην Αραγονία, όπου η άνοδος της ακροδεξιάς πήρε πλέον επίφοβες διαστάσεις, μία επέτειος, αυτή της εκλογικής νίκης του Λαϊκού Μετώπου στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1936, ξαναβάζει αμείλικτα ερωτήματα στην αριστερά της χώρας. Όχι μόνον για το εκλογικό και πολιτικό μέλλον της, αλλά κυρίως επειδή της εναποθέτει αμείλικτες ευθύνες ενώπιον της προοπτικής να παραδοθεί ξανά η χώρα στις αρπάγες του νεοφασισμού.

Γιατί η επέτειος της 16ης Φεβρουαρίου καίτοι εμπεριέχει τη χαρά της αρχικής νίκης, για τις κατοπινές γενιές που γνωρίζουν τη συνέχεια, η νίκη τούτη ήταν θνησιγενής, καθώς το Μέτωπο δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις και να μετουσιώσει την ανατροπή και το λαϊκό κίνημα σε θεσμική μεταρρύθμιση του κράτους, με αποτέλεσμα να υποκύψει στην προπαγάνδα της δεξιάς και το στρατιωτικό πραξικόπημα του Φράνκο. Για τον λόγο τούτο και δεδομένου ότι τον τελευταίο καιρό έχουν δρομολογηθεί στην Ισπανία πολλαπλές προσπάθειες για μία ανασύσταση ενός τέτοιου μετώπου και στην ευρύτερη σφαίρα της αριστεράς, αλλά και σε τοπικό επίπεδο (Βάσκοι), το δίδαγμα της νίκης του Μετώπου μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα τόσο για τη συνεργασία, όσο και για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος. Άλλωστε, οι θεσμικές συνθήκες τότε και σήμερα είναι παρόμοιες, όπως ίδιος παραμένει κι ο κίνδυνος του νεοφασισμού. Ο οποίος ναι μεν δεν έχει τα χαρακτηριστικά της εποχής εκείνης, όμως αντιπροσωπεύει πάντα την ίδια απειλή για τα δημοκρατικά δικαιώματα και τους θεσμούς.
Η ανάγκη συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων το 1936
Το Frente Popular, που δημιουργήθηκε μετά την κατάρρευση της δεξιάς κυβέρνησης και την προκήρυξη εκλογών για τις 16 Φεβρουαρίου δεν ήταν μία απλή ανασύσταση ανασύσταση της εκλογικής συμμαχίας του 1931 μεταξύ δημοκρατικών και σοσιαλιστών. Τούτη τη φορά, η σύμπλευση και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας (PCE), έδινε στην εκλογική τούτη συμμαχία μία διαφορετική δυναμική, καθώς συμβάδιζε με την πλήρη αλλαγή πλεύσης που είχε αρχίσει να ακολουθεί κι η ίδια η Komintern από τα μέσα του 1935 κι έπειτα από την άνοδο του Χίτλερ στη Γερμανία. Το παγκόσμιο «Λαϊκό Μέτωπο ενάντια στον φασισμό», που εγκατέλειπε για πάντα την καταστροφική (πολύ περισσότερο στη Γερμανία και πρωτύτερα στην Ιταλία) πολιτική της «Τρίτης Περιόδου» (1928-34) της πάλης ενάντια στον «σοσιαλφασισμό», αναζητούσε πολιτικά ερείσματα στα σοσιαλιστικά και προοδευτικά κόμματα της Δύσης, σε μία προσπάθεια για να αναχαιτισθεί η ναζιστική και φασιστική λαίλαπα.
Ενώ η πρόταση του PCE για τη δημιουργία ενός Λαϊκού Μετώπου ήταν η εθνική έκφραση των αναγκών της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής, το POUM (Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης, που ιδρύθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1935 με την ενοποίηση του Bloc Obrer i Camperol και της Izquierda Comunista de España), κατήγγειλε τη στροφή του κομμουνιστικού κινήματος προς το Λαϊκό Μέτωπο ως υποταγή του εργατικού κινήματος στη μικροαστική τάξη. Η στρατηγική τούτη συμφωνία για τους Καταλανούς κομμουνιστές αγνοούσε τη φύση του φασισμού ως προϊόντος του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν ήταν δυνατόν να ηττηθούν οι αντεπαναστατικές δυνάμεις υπερασπιζόμενοι το ίδιο το σύστημα που τις είχε γεννήσει.
Η σημαντική σύμπραξη του POUM
Για το POUM η ήττα του φασισμού περνούσε αποκλειστικά μέσα από τη νίκη του σοσιαλισμού και για τούτο πρώτιστα έπρεπε να συγκροτηθεί ένα ενιαίο εργατικό μέτωπο με συγκεκριμένους στόχους, εντός του οποίου οι διάφορες οργανώσεις θα διατηρούσαν την πολιτική τους ανεξαρτησία. Το μοντέλο για το POUM ήταν η «Εργατική Συμμαχία» (Alianza Obrera), που σχηματίστηκε στα τέλη του 1933 στην Καταλωνία και αργότερα σε πολλά άλλα μέρη. Στην Αστούρια -το μοναδικό μέρος όπου συμμετείχε η αναρχοσυνδικαλιστική CNT- οι Συμμαχίες βρέθηκαν στο επίκεντρο του μεγάλου επαναστατικού κινήματος του Οκτωβρίου του 1934, που μολονότι δεν ευοδώθηκε, τουλάχιστον κατέδειξε πως υπάρχει μία λαϊκή επαναστατική ύλη έτοιμη να πυροδοτηθεί.

Εντούτοις, αυτή η πολιτική της εργατικής ενότητας δεν απέκλειε την ανάγκη, εάν όχι του προσεταιρισμού, τουλάχιστον της προσέλκυσης της «πεφωτισμένης» μεσοαστικής τάξης στο πλευρό των εργατών. Κάτι που τόνιζε ο επικεφαλής του του BOC και αργότερα ηγετικό στέλεχος του POUM Ζουακίμ Μουρίν, προειδοποιώντας ενάντια στο λάθος να θεωρηθεί η μικροαστική τάξη αντίπαλος -ειδικά στην Ισπανία, όπου η αγροτιά είχε μεγάλο κοινωνικό βάρος. Έτσι, η τελική θέση του POUM περιστρεφόταν σε δύο άξονες: να εξασφαλισθεί πως οι εργατικές οργανώσεις θα διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους και να αποδειχθεί στην πράξη στη μικροαστική τάξη ότι οι επιδιώξεις της μπορούσαν να ικανοποιηθούν μόνο από το προλεταριάτο.
Το εκλογικό σύστημα της Δημοκρατίας ευνοούσε τους συνασπισμούς, χωρίς τους οποίους ήταν πολύ δύσκολο για τα μικρότερα κόμματα να εισέλθουν στο κοινοβούλιο. Αυτή η πραγματικότητα καθιστούσε αναπόφευκτο κάποιου είδους εκλογική συμφωνία με τους δημοκρατικούς (ρεπουμπλικάνους), ώστε η δεξιά να «ηττηθεί στις κάλπες».
Γι’ αυτό, το POUM πρότεινε τον σχηματισμό ενός «Εργατικού Μετώπου» με το PSOE (Σοσιαλιστές) και το PCE (Κομμουνιστές), το οποίο θα διαπραγματευόταν μια καθαρά «συγκυριακή» συμφωνία με τα μικροαστικά κόμματα χωρίς να διακυβεύεται η πολιτική του ανεξαρτησία. Ωστόσο, τα υπόλοιπα εργατικά κόμματα δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον για μια τέτοια πρόταση και επέλεξαν να σχηματίσουν συμμαχία απευθείας με τους δημοκρατικούς. Προ αυτής της κατάστασης, το POUM αποφάσισε να υποστηρίξει αυτό που θα γινόταν το Λαϊκό Μέτωπο υπό μια σειρά προϋποθέσεων: να είναι μεταβατικό, να αποσκοπεί στην «ήττα της αντεπανάστασης στις εκλογές», να εγγυάται την κήρυξη αμνηστίας για όλους τους πολιτικούς κρατούμενους και την αποκατάσταση του Καθεστώτος Αυτονομίας της Καταλονίας.
Τελικά, το POUM δεν είχε άλλη επιλογή από το να υπογράψει στις 15 Ιανουαρίου το σύμφωνο που επιτεύχθηκε στη βάση της πολιτικής των δημοκρατικών, καθώς αποδέχθηκε πως ήταν «ένα αναγκαίο κακό για να κλείσει ο δρόμος στον φασισμό», αλλά κι ήταν επίσης ο μόνος τρόπος για ν’ αποκτήσει το κόμμα κοινοβουλευτική εκπροσώπηση -άσχετα εάν τελικά έμεινε με μόνον έναν εκπρόσωπο στα ψηφοδέλτια, τον Μουρίν, ο οποίος και εξελέγη. Το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου είχε ως στόχο να «διορθώσει» την αντεμεταρρύθμιση της δεξιάς κυβέρνησης της «Μαύρης Διετίας» (1933-1935), προβάλλοντας ξανά την αγροτική μεταρρύθμιση, αποκαθιστώντας το Καθεστώς Αυτονομίας της Καταλονίας και χορηγώντας αμνηστία στους διωχθέντες του Οκτωβρίου του 1934. Απέρριψε ρητά τη δυνατότητα εθνικοποίησης των τραπεζών και της γης, όπως είχαν προτείνει τα εργατικά κόμματα.
Η κρίσιμη στήριξη των αναρχικών
Η εύθραυστη, πλην όμως αναγκαία συμπαράταξη, με τους Ρεπουμπλικάνους, το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE), το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCE) και το μαρξιστικό POUM δεν θα μπορούσε ίσως να επιτύχει το μεγάλο νικηφόρο αποτέλεσμα εάν δεν υπήρχε κι η κρίσιμη εκείνη παράμετρος που έκρινε το αποτέλεσμα. Η αλλαγή στάσης κι από πλευράς της CNT (Εθνική Συνομοσπονδία Εργατών), της πανίσχυρης αναρχοσυνδικαλιστικής ένωσης.
Παραδοσιακά, οι αναρχικοί απείχαν από τις κάλπες, θεωρώντας το κοινοβουλευτικό σύστημα μέρος του αστικού μηχανισμού καταπίεσης. Το 1936 όμως, υπό την απειλή να επαναληφθεί η ακροδεξιά “Μαύρη Διετία” και καθώς ωρίμαζε πια και κυριαρχούσε το αίτημα της αμνηστίας για χιλιάδες πολιτικούς κρατούμενους, η CNT εγκατέλειψε την άτεγκτη πολιτική της αποχής. Χωρίς, βέβαια, να προσχωρήσει επίσημα στο Μέτωπο, επέτρεψε στα μέλη της να ψηφίσουν υπέρ του Ρεπουμπλικανικού Μετώπου. Αυτή η άτυπη συνεργασία αριστερών και αναρχικών δυνάμεων μετέτρεψε μια οριακή εκλογική αναμέτρηση σε θρίαμβο, αποδεικνύοντας ότι στην Ισπανία η κοινωνική βάση -όπως είχε αποδείξει κι η εξέγερση στην Αστούριας- ήταν πολύ πιο ριζοσπαστικοποιημένη από την πολιτική της ηγεσία.
Ομοιότητες με το Γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο
Το ισπανικό και το γαλλικό Λαϊκό Μέτωπο μοιράζονταν ένα κοινό «πρώτο κινούν» της δημιουργίας τους: την αλλαγή γραμμής της Κομιντέρν, μετά την άνοδο του Χίτλερ και την πρόθεση της Σοβιετικής Ένωσης να δημιουργηθεί ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στον καλπάζοντα ναζι-φασισμό, ακόμη και σε συνεργασία με τους «σοσιαλφασίστες» και τους «αστούς δημοκρατικούς». Η επιτυχία στη Γαλλία να συγκροτηθεί το 1935 ένα τέτοιο μέτωπο -το οποίο τον Μάιο του 1936 πήρε και την εξουσία -δημιουργούσε μεγάλες ελπίδες επιτυχίας και για τους Ισπανούς προοδευτικούς κύκλους.

Οι νίκες των δύο Μετώπων πυροδότησαν άμεσα κοινωνικές εξελίξεις και δημιούργησαν μεγάλες προσδοκίες. Στην Ισπανία προτού καν υπογραφούν τα πρώτα διατάγματα της νέας κυβέρνησης, οι καταπιεσμένες μάζες της χώρας ξεχύθηκαν για να διεκδικήσουν εκείνα που στερούνταν τόσα χρόνια. Οι ακτήμονες κατέλαβαν γαίες που κατείχαν οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, άνοιξαν τις φυλακές για να απελευθερωθούν οι πολιτικοί ή άλλοι κρατούμενοι για χρέη κλπ., έβγαλαν το μένος τους ενάντια στον κλήρο, που τόσα χρόνια σε συνεργασία με το κεφάλαιο και τους τσιφλικάδες καταπίεζαν την αγροτική, κυρίως, κοινωνία. Στη Γαλλία, η κοινωνική άνοιξη που σήμανε με την άνοδο στην εξουσία του Λαϊκού Μετώπου, εξασφάλισε στους εργάτες το 40ωρο στην απασχόληση, τις πρώτες πληρωμένες διακοπές κι άλλες κοινωνικές παροχές, παρά τα δημοσιονομικά προβλήματα -των οποίων η ατυχής αντιμετώπιση κι η υποτίμηση του φράγκου στάθηκε κι ο λόγος αποτυχίας και ήττας της κυβέρνησης του Λεόν Μπλουμ (βλέπε σχετικά S. Halimi, Le Sisyphe est fatigué. Les échecs de la gauch au pouvoir, Robert Laffont, 1993).
Βέβαια, παρά τις επιφανειακές ομοιότητες, οι διαφορές ανάμεσα στα δύο Μέτωπα ήταν βαθιές κι αποδείχθηκαν καθοριστικές για τη μετέπειτα εξέλιξη.
Η πρώτη διαφορά αφορά τη φύση του Κράτους: Στη Γαλλία, το Λαϊκό Μέτωπο λειτούργησε εντός ενός σταθερού αστικού δημοκρατικού πλαισίου. Ακόμη κι οι Κομμουνιστές είχαν τη συναίσθηση πως όποια «κοινωνική αταξία» υπήρχε κίνδυνος να οδηγήσει την αστική τάξη να ζητήσει «αποκατάσταση της τάξης» και να καταρρεύσει η κυβέρνηση. Ο φόβος της επιστροφής της ακροδεξιάς κατείχε την ηγεσία του Μετώπου, στον βαθμό που οι Κομμουνιστές του Τορέζ δεν συμμετείχαν στην κυβέρνηση, επιτρέποντας και στους κεντρώους να της δώσουν περίοδο χάριτος. Μάλιστα, πολλοί ερμηνεύουν την απουσία του ΚΚΓ από την κυβέρνηση ως τον κύριο λόγο που η Γαλλία δε στήριξε τους Ρεπουμπλικάνους κατά το πραξικόπημα του Φράνκο.
Στην Ισπανία, αντίθετα, το Κράτος βρισκόταν ήδη υπό κατάρρευση, οι θεσμοί δεν υπάκουαν στη νέα κυβέρνηση. Η δεξιά δεν αποδέχθηκε ποτέ την ήττα της και λυσσαλέα αντέταξε τις δυνάμεις της, δυναμιτίζοντας κάθε μεταρρυθμιστική προσπάθεια στο πεδίο, ενώ κι ο στρατός άρχισε αμέσως να συνωμοτεί για το πραξικόπημα του Ιουλίου.
Έπειτα ήταν κι ο σημαντικός ρόλος που οι Αναρχικοί διαδραμάτιζαν στην Ισπανία: Αυτή είναι άλλωστε κι η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στη συγκρότηση των δύο Μετώπων. Ενώ στη Γαλλία, το εργατικό κίνημα ελεγχόταν από τους Σοσιαλιστές και τους Κομμουνιστές (CGT), στην Ισπανία, η παρουσία της CNT έδινε στο κίνημα έναν χαρακτήρα «κοινωνικής επανάστασης» εδώ και τώρα και όχι απλής κυβερνητικής μεταρρύθμισης.
Οι αναρχικοί δεν ζητούσαν απλώς καλύτερους μισθούς, αλλά την αυτοδιαχείριση της παραγωγής κι η επιρροή τους δεν βοήθησε στο αναγκαίο διάστημα «της μετάβασης» -όπως το είχε ορίσει και στα γραπτά του για την επανάσταση ο Λένιν-κατά το οποίο η νέα κυβέρνηση θα μπορούσε να προσελκύσει και τις αμφίβολες ακόμη μικροαστικές ομάδες του πληθυσμού. Απεναντίας το μένος ενάντια και στον κλήρο, αποξένωσε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού από το σοσιαλιστικό εγχείρημα και το πνεύμα των μεταρρυθμίσεων στην Ισπανία.
Σημαντικό παράγοντα έπαιξε βέβαια κι η οικονομική σύνθεση της χώρας και το μοντέλο παραγωγής. Ενώ η Γαλλία ήταν μια βιομηχανική δύναμη με ισχυρή μεσαία τάξη, η Ισπανία ήταν μια κατά βάση αγροτική χώρα με φεουδαρχικές δομές. Το ζήτημα της ανακατανομής της γης ήταν μία πραγματική «πυριτιδαποθήκη». Η άρνηση και κυρίως η επιθετικότητα των Ισπανών γαιοκτημόνων ήταν πολύ πιο δριμεία από εκείνη των Γάλλων βιομηχάνων.
Από την κάλπη στα οδοφράγματα
Η άνοδος του Λαϊκού Μετώπου στην Ισπανία δεν ήταν απλώς μια κυβερνητική αλλαγή, αλλά η κορύφωση μιας ταξικής αναμέτρησης δεκαετιών. Η πόλωση που υπήρχε στην ισπανική κοινωνία ήταν τέτοια, που όπως έλεγε κι ο μεγάλος ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, υπήρχαν «δύο Ισπανίες». Η άνοδος του Λαϊκού Μετώπου, αντί να σαλπίσει μία νέα εποχή, αντιθέτως όξυνε τις ήδη υπάρχουσες πολώσεις και διαμάχες.
Από τη μία η Ισπανία των εξαθλιωμένων βιομηχανικών εργατών στα μεγάλα αστικά κέντρα ή τα ορυχεία της επαρχίας και οι ακτήμονες στα χωράφια των λατιφούντιων κι από την άλλη οι μεγάλοι βιομήχανοι και γαιοκτήμονες. Οι φανατισμένοι αντικληρικαλιστές και ο καταπιεσμένος από την Εκκλησία λαός, που υπέφερε από έναν θρησκευτικό δογματισμό τύπου Ιεράς Εξέτασης που συμβάδιζε με την οικονομική δυνάστευσή του από τους ισχυρούς. Αλλά κι επίσης ένας ανελέητος, όπως αποδείχθηκε και διατηρείται έως σήμερα, ανταγωνισμός ανάμεσα στο αίτημα των Περιφερειών -Βάσκοι και κυρίως Καταλανοί- για ανεξαρτησία και την υπεράσπιση της εθνικής ενότητας της Ισπανίας. Ανταγωνισμός που, σε συνδυασμό με το αταβιστικό μίσος ανάμεσα στους αναρχικούς και τους κομμουνιστές (καθώς κι ο αναρχισμός είχε ιδιαίτερη επιρροή στην Καταλονία) έμελλε να κρίνει και σε κάποιο βαθμό την μακροημέρευση της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, αλλά και την έκβαση του πολέμου απέναντι στα στίφη του Φράνκο και τις φασιστικές ορδές που η Γερμανία κι η Ιταλία έστειλαν ως ενίσχυσή του.
Η συνεργασία αριστερών και αναρχικών δυνάμεων στην Ισπανία πέτυχε μεν την εκλογική νίκη, αλλά ταυτόχρονα τρόμαξε τις παραδοσιακές ελίτ (Εκκλησία, Στρατός, Ολιγαρχία), οδηγώντας τες στην απόφαση να καταλύσουν τη δημοκρατία με τη βία.
Σήμερα, η 16η Φεβρουαρίου αποκτά νέο ενδιαφέρον. Οι εκλογικές επιτυχίες της ακροδεξιάς στην Εξτρεμαδούρα και κυρίως την Αραγονία, σε συνδυασμό με την υποχώρηση των Σοσιαλιστών, αλλά κυρίως των αριστερών κομμάτων σε τοπικό επίπεδο, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο την αδήριτη ανάγκη μίας νέας συνεργασίας των δυνάμεων της αριστεράς. Είναι πλέον ορατό πως στην Ισπανία η συντηρητική δεξιά δεν μπορεί να κερδίσει την αυτονομία, ούτε βάσει των θέσεών της για την ακεραιότητα της χώρας έχει και πιθανότητες να στηριχθεί και σε όλα τα δεξιά αυτονομιστικά κόμματα (πχ Βάσκους). Συνεπώς το φάσμα του Vox σαν κυβερνητικού εταίρου του ΡΡ έχει αρχίσει να πλανάται πάνω από το ισπανικό πολιτικό στερέωμα. Ιδίως όταν ο ίδιος ο ηγέτης του ΡΡ Αλβέρτο Νούνιεθ Φεϊχόο διαμηνύει πως πλέον δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές για μία τέτοια συνεργασία.

Οι φωνές πληθαίνουν μέσα στην Αριστερά, ακόμη και από τους Καταλανούς για να δημιουργηθεί τώρα, προτού είναι αργά, ένα καινούργιο Λαϊκό Μέτωπο. Φωνές που όμως μένουν σε ένα γενικό πλαίσιο κι απλά ανακαλούν τους φόβους που αντιπροσωπεύει για τα κοινωνικά δικαιώματα, τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις προσωπικές ελευθερίες μία επάνοδος της ακροδεξιάς στην κυβέρνηση. Τα αριστερά κόμματα οφείλουν πλέον, στο σημείο τούτο που βρίσκεται όχι μόνον η Ισπανία, αλλά κι ολάκερη η Ευρώπη κι ο κόσμος, να δείξουν πως είναι δυνατόν να συμπορευθούν σε προγραμματικό επίπεδο και όχι μόνο βασισμένα στην εκλογική συγκυρία. Γιατί ο κίνδυνος να επαναληφθεί το δυστοπικό σενάριο του μεσοπολέμου είναι πάρα πολύ πιθανό.
