Το ότι το Netflix προχώρησε στην παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ αφιερωμένου στη ζωή και το έργο της Τζούντιτ Πόλγκαρ, με τίτλο Η Βασίλισσα του σκακιού, δεν προξενεί καμία εντύπωση στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ: η Πόλγκαρ είναι μια από τις σημαντικότερες φιγούρες της σκακιστικής ιστορίας, η οποία δεν θα μπορούσε να γραφεί για τις δεκαετίες του 1990 και 2000 χωρίς αυτήν.
Για να προκαλέσει ωστόσο το ενδιαφέρον και της εκτός Ιερουσαλήμ κοινότητας το ντοκιμαντέρ εκμεταλλεύτηκε την καλή συγκυρία της πανδημίας. Ο συνδυασμός της αύξησης του ονλάιν σκακιού τότε με την επιτυχία της μυθοπλαστικής σειράς Το Γκαμπί της Βασίλισσας προκάλεσε έναν σπινθήρα που εκτόξευσε τη δημοτικότητα του βασιλικού παιχνιδιού.
Την ίδια στιγμή, μια νέα γενιά σκακιστριών άρχισε να δραστηριοποιείται έντονα στη δημόσια σφαίρα, είτε μέσα από παρουσιάσεις event είτε ως streamer, προσελκύοντας έτσι περισσότερες γυναίκες στο παιχνίδι και κάνοντας τη γυναικεία παρουσία πιο ορατή. Αυτό, συνυπολογίζοντας κανείς και το Γκαμπί της Βασίλισσας, όπου ο κεντρικός ρόλος είναι γυναικείος, άνοιξε κάπως το έμφυλο ζήτημα εκ νέου (Το Γκαμπί συνέβαλε σε αυτό και αρνητικά, με το γνωστό επεισόδιο Γκαπριντασβίλι).

Μια πρώτη σημαντική επίδραση της νέας ορατότητας των θηλυκοτήτων στο σκάκι αποτέλεσε η λήψη μέτρων από την Παγκόσμια Ομοσπονδία, όχι μόνο για την ενίσχυση των γυναικείων επάθλων, αλλά και της κάλυψης των γυναικείων διοργανώσεων, που έφυγαν πια από το περιθώριο και διεκδικούν το δικό τους ευρύ κοινό.
Ήταν έτσι κάτι σαν ιστορική αναγκαιότητα να φτάναμε σε ένα ευρύ, μαζικό ντοκιμαντέρ που θα ασχολούταν με τη σημαντικότερη γυναίκα που έχει περάσει ποτέ από το άθλημα: την Ουγγαρέζα Τζούντιτ Πόλγκαρ.
Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες. Γιατί η Πόλγκαρ πέτυχε και έφτασε στο νο8 της παγκόσμιας κατάταξης αποφεύγοντας όλο το πλαίσιο ενίσχυσης και προώθησης του γυναικείου σκακιού, δηλαδή αποφεύγοντας τα γυναικεία τουρνουά (εξαιρέσεις αποτελούν τα πρώτα μεγάλα τουρνουά της, όπως η Ολυμπιάδα της Θεσσαλονίκης το 1988, όταν και μαζί με τις αδερφές της κέρδισαν το χρυσό μετάλλιο. Η Πόλγκαρ τότε ήταν 12 χρονών).

Το επίδικο λοιπόν είναι να δείξει κανείς πώς η Πόλγκαρ, παρότι ξεκινούσε με το «στίγμα» της γυναίκας σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο κατάφερε να εδραιώσει την παρουσία της και να κερδίσει τον γενικό σεβασμό και την αποδοχή μέσα από τα απτά αποτελέσματά της.
Η ταινία, αν και πολλές φορές δείχνει να κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, στη γενική της αφηγηματική γραμμή δείχνει να δυσκολεύεται να αφήσει στην άκρη τον ετεροκαθορισμό. Τρεις ανδρικές φιγούρες κυριαρχούν στους αρμούς της αφήγησης: ο πατέρας, ο σύζυγος και… ο Γκάρι Κασπάροβ.
Ο πατέρας της Τζούντιτ, φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει. Ως γνωστόν οι τρεις αδερφές Πόλγκαρ αποτελούν το αποτέλεσμα ενός πειράματος του παιδαγωγού Λάζλο, που αποφάσισε να αποδείξει ότι η ιδιοφυΐα δεν είναι τίποτα παραπάνω από δουλειά, βάζοντας τις κόρες του να μελετούν εξαντλητικά σκάκι. Το γεγονός φυσικά δεν μπορεί να μην ξαφνιάζει, αλλά δεν είναι και τόσο αξιομνημόνευτο όσο φαίνεται σε πρώτη ματιά. Με τα μάτια του σήμερα, ο Πόλγκαρ έβαλε τις κόρες του σε συνθήκες πρωταθλητισμού – νομίζω ότι ο μέσος ινδός σκακιστής σήμερα κάπως έτσι μεγαλώνει. Το γεγονός ότι την εποχή του δεν ήταν ο κανόνας είναι ίσως το μείζον και λιγότερο η αχλύ του ίδιου του πειράματος.
Πότε η Πόλγκαρ παραγκωνίζει τον πατέρα της; Μια φορά όταν αποφασίζει να συνεχίσει στα αντρικά τουρνουά και μία -και εδώ η αφήγηση επιμένει λίγο παραπάνω θαρρώ- όταν ανακαλύπτει ότι η ζωή δεν είναι μόνο σκάκι, όταν δηλαδή παντρεύεται. Η ανακάλυψη των χαρών της ζωής παρουσιάζεται με ιδιαίτερη έμφαση, θαρρείς σαν ιντερμέτζο στην αφήγηση των σκακιστικών κατορθωμάτων.

Κι εκεί που λες ότι όντως ο σύζυγος θα έχει τον, δικαιολογημένα, περιθωριακό ρόλο ενός φόντου, τα πράγματα είναι διαφορετικά: ο σύζυγος εμφανίζεται σαν αυτός που συνέβαλε καθοριστικά στη δυναμική άνοδο του επιπέδου της Πόλγκαρ στα τέλη του 20ού αιώνα, που την έφεραν στην αυγή του 21ου στο νο 8 του κόσμου. Πώς; Μα πείθοντάς την να κάνει περισσότερες ισοπαλίες. Δηλαδή, ο σώφρων άντρας πείθει τη γυναίκα να κουλαντρίσει την ασκόπως εκβάλλουσα πάντα σε μάχη ενέργεια χάριν του σκοπού. Ο σύζυγος διδάσκει δηλαδή στη σύζυγο την στάθμιση των πραγμάτων. Η σκηνή αυτή διαρκεί λίγο, αλλά είναι ενδεικτική της οπτικής της αφήγησης.
Κι αν πατέρας και σύζυγος καταλαμβάνουν τον χώρο ως σημαντικοί δευτεραγωνιστές, ο Κασπάροβ μοιάζει να ηγεμονεύει το ντοκιμαντέρ. Από την αρχή ως το τέλος μοιάζει σαν ο μοναδικός λόγος ύπαρξης και η μοναδική δικαίωση για την καριέρα της Πόλγκαρ να είναι η παρτίδα που κέρδισε τον Κασπάροβ, έπειτα από μια δεκαετία αποτυχημένων προσπαθειών.
Η ταινία φαινομενικά δεν χαρίζεται στον μεγάλο σκακιστή. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περιβόητη υπόθεση με την παράνομη κίνησή του στην πρώτη τους αναμέτρηση, τότε που η Πόλγκαρ θα έπαιρνε την ισοπαλία αν ο Κασπάροβ δεν άλλαζε την κίνηση του ίππου που είχε μόλις αφήσει στο τετράγωνο (πράγμα που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με τους κανόνες του σκακιού). Το ντοκιμαντέρ παρατηρεί την αποκάλυψη της απάτης από το βίντεο μιας ξεχασμένης κάμερας, παρατηρεί την εναλλαγή των συναισθημάτων της 15χρονης Πόλγκαρ από την ντροπή στην έκπληξη και από εκεί στον θυμό, παρατηρεί την φωνάζει-ο-κλέφτης αντίδραση του Κασπάροβ. Και μετά η ζωή συνεχίζεται.
Ισόχρονη είναι η κάλυψη των κοινών διακοπών/προπόνησης που έκανε η Πόλγκαρ με τον Κασπάροβ στην Κροατία στις αρχές του 2000. Στην αφηγηματική ροή ήταν αυτό το γεγονός που έκανε την Πόλγκαρ να απο-θεοποιήσει τον Κασπάροβ, να τον δει σαν έναν άνθρωπο ανάμεσα σε άλλους και εντέλει να τον κερδίσει.
Τίποτα από όλα αυτά απομονωμένο δεν είναι ανακριβές φυσικά (δεν μπορώ φυσικά να ελέγξω το αν όντως η Πόλγκαρ άρχισε να παίζει πιο ελεγχόμενα, επιτρέποντας περισσότερες ισοπαλίες, λόγω της συμβουλής του συζύγου της). Όμως και όλα αυτά μαζί δεν μπορούν εντέλει να αναπαραστήσουν το φαινόμενο Πόλγκαρ.
Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. Έστω ότι η Πόλγκαρ δεν κατάφερνε ποτέ να κερδίσει σε μια παρτίδα τον Γκάρι Κασπάροβ. Θα μείωνε αυτό σε κάτι το μέγεθός της; Φαντάζομαι πως κανείς δεν θα το έλεγε αυτό. Γιατί λοιπόν να μην εστιάσει κανείς στα πάμπολλα τουρνουά της ελίτ που κέρδισε η Πόλγκαρ; Γιατί επίσης να μη σταθεί και στη μετά την απόσυρσή της από το αγωνιστικό σκάκι συνεισφορά της στο παιχνίδι, ως συγγραφέας, σχολιάστρια, προπονήτρια;
Επίσης, αν και επισημαίνεται, δεν παρουσιάζεται αρκετά το σοκ της αντρικής σκακιστικής κοινότητας από την εμφάνιση, την ισχυροποίηση και την αποδοχή εντέλει της Πόλγκαρ από τη σκακιστική ελίτ. Αντί της εμμονής με τον Κασπάροβ, μια έμφαση σε όλες αυτές τις παραμέτρους θα είχε θεωρώ μεγαλύτερο «παιδαγωγικό» αποτέλεσμα.
Και κάπως έτσι, το σημαντικότερο «παιδαγωγικό» συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορεί να αποφευχθεί η ανδροκεντρική ματιά ούτε σε ένα αφιέρωμα για την καλύτερη σκακίστρια όλων των εποχών.
