ΑΘΗΝΑ
02:17
|
25.06.2026
Μαζί με τον Χάμπερμας μοιάζει να τελειώνει μία ολάκερη εποχή κι ένας συγκεκριμένος τρόπος στοχασμού: των «στρατευμένων παρατηρητών».
Γιούργκεν Χάμπερμας: 1929-2026
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Σε μια εποχή όπου σείονται τα θεμέλια όχι μόνον του ορθού λόγου, της ηθικής και της αναλυτικής εγκυρότητας της ίδιας της γλώσσας, όπου ο σχετικισμός (ηθικός και πολιτικός) και η ανερμάτιστη και χωρίς φραγμούς κάθε είδους δημοσιολογία, οδηγούν την επικοινωνιακή και δημόσια σφαίρα, όχι στην ιδέα της πανανθρώπινης «ολότητας», αλλά στον καταστροφικό ολοκληρωτισμό, έφυγε από τη ζωή το Σάββατο 14 Μαρτίου, σε ηλικία 96 ετών ένας άνθρωπος που είχε αφιερώσει την ψυχή και το έργο του ακριβώς στη γεφύρωση, μέσω της επικοινωνιακής συναίνεσης, της δημοκρατίας και της πίστης στην ηθική διάσταση της πολιτικής, ο Γερμανός φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας. Ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του 20ού αιώνα, ο κατεξοχήν θεωρητικός του δημόσιου χώρου και της επικοινωνιακής δράσης, ο οποίος υπήρξε  αυτόπτης μάρτυρας  και οξυδερκής παρατηρητής των μεγάλων κλυδωνισμών στην ευρωπαϊκή ιστορία και του περασμένου και του τωρινού αιώνα και των παρεκκλίσεων του δημοκρατικού ιδεώδους. 

Μαζί με τον Χάμπερμας μοιάζει να τελειώνει μία ολάκερη εποχή κι ένας συγκεκριμένος τρόπος στοχασμού: εκείνου που θέλει τους φιλοσόφους όχι απλά αποκομμένους στο σπουδαστήριο ή το πανεπιστήμιο να ψυχανεμίζονται για τα προβλήματα του Είναι και του Γίγνεσθαι, τις αφηρημένες ιδέες και τα ηθικά προτάγματα, αλλά κυρίως να είναι «στρατευμένοι παρατηρητές», όπως θα έλεγε ο Ρεϊμόν Αρόν: διανοούμενοι που εμπλέκονται στα κοινά και τα ζωντανά ερωτήματα που απασχολούν τις κοινωνίες στις οποίες ζουν.

Σ’ ολάκερη τη μακρά ζήση και τη φιλοσοφική του σταδιοδρομία, ο Χάμπερμας το έπραξε ολόψυχα, είτε στις πολιτικές του τοποθετήσεις, είτε στις πιο θεωρητικές του διαμάχες (ακόμη και με τον Πάπα Ράτζινγκερ), πάντοτε υπερασπιζόμενος τον ορθό λόγο και τα κανονιστικά θεμέλια σε κάθε πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης και πράξης, την ηθική, τη λαϊκότητα του κράτους και της κοινωνίας, την ειρήνη. Και κυρίως τον εποικοδομητικό κι απελευθερωτικό διάλογο -μιας και η «επικοινωνιακή δράση», ως λόγος και ως πρακτική προσήλωση του υποκειμένου-πολίτη, πάντα βρισκόταν στο επίκεντρο της θεωρητικής του πρότασης.

Το πάθος για την αληθινή δημοκρατία

Ο Χάμπερμας ήταν ένας άνθρωπος παθιασμένος με τη δημοκρατία. Παρ’ όλο που υπερασπιζόταν την έννοια του κράτους, με την έννοια του πολιτικού αναχώματος απέναντι στην αυθαιρεσία και τον ολοκληρωτισμό και του προμάχου των ελευθεριών χάρις στο Σύνταγμα και τους θεσμούς του, συνάμα εμπιστευόταν την ανανεωτική δύναμη της «κοινωνίας των πολιτών», τα κινήματα διαμαρτυρίας, την πολιτική ανυπακοή. Για τον Χάμπερμας (όπως αναδύεται από τις συνεντεύξεις του στο «Αυτονομία και Αλληλεγγύη», εκδ. Ύψιλον, Αθήνα, 1987) ριζοσπαστισμός και μεταρρύθμιση, κράτος και πολιτικά υποκείμενα δεν ήταν αντίθετες έννοιες, αλλά απεναντίας μέσα στον δημιουργικό «δημόσιο χώρο» και την «επικοινωνιακή δράση», αποτελούσαν τις γενεσιουργίες δυνάμεις για τη διαλεκτική ορθολογική σύνθεση, μέσα από τον εποικοδομητικό, λογικό και ισότιμο διάλογο, το Diskurs, των ζωτικών χώρων («βιοκόσμων») της ανθρώπινης αναγνώρισης και συμβίωσης.

Αυτό το πάθος για τη δημοκρατία και για την ειρηνική συνεννόηση  οφείλεται στη δική του βιωματική ιστορία. Γεννημένος το 1929, ο Χάμπερμας δεν μπόρεσε να αποφύγει την αναγκαστική επιστράτευση στη Χιτλερική Νεολαία και την , την αποστολή του στη Γραμμή Ζίγκφριντ μαζί με άλλους νεοσσούς βοηθός μετώπου στο τέλος του πολέμου, όταν η γερμανική ήττα είχε ήδη συντελεστεί και ο ναζισμός έπνεε τα λοίσθια. Αυτή υπήρξε η μήτρα για τα βαθιά του δημοκρατικά αισθήματα κι η πεποίθηση πως για την αληθινή ανοικοδόμηση είναι αναγκαίο να υπάρξει μία βαθιά κι ειλικρινής πολιτική, ηθική και πολιτισμική ρήξη, που θα αφήνει για πάντα πίσω το (ένοχο) άμεσο παρελθόν.

Για τούτο, ως βαθιά σκεπτόμενος διανοούμενος που είχε βιώσει το τι εστί ναζισμός και όντας  σε θέση να ξεχωρίζει τις «μετά αλήθειες» -όπως είναι του συρμού να ονομάζονται οι παραποιήσεις της Ιστορίας και των εννοιών της λογικής, είχε αντιταχθεί στην ωμή προσπάθεια να σχετικοποιηθεί η αλήθεια για το πραγματικό περιεχόμενο του ναζισμού, όταν ήδη επί καγκελαρίας Κολ το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου χαρακτηριζόταν «απελευθέρωση» και επιχειρούνταν μέσα από τη λεγόμενη και αναθεωρητική Historikerstreit, της «διαμάχης των ιστορικών» , να συγκριθούν τα εγκλήματα του ναζισμού, το Ολοκαύτωμα (που αφορούσε ένα συστηματικό ξεκλήρισμα σε πολλά έθνη, έξω από τη Γερμανία και πολλών μειονοτήτων), με τον σταλινισμό (που σχετιζόταν με μια πολιτική επιλογή και εκκαθάριση, η οποία ακολουθείτο και από «ελεύθερα» κράτη, βλέπε Ελλάδα).

Την ίδια θέση είχε τηρήσει και όταν ο Μάρτιν Χάιντεγκερ δημοσίευσε το 1953 τις παραδόσεις του από το 1935, υπό τον τίτλο «Εισαγωγή στη Μεταφυσική». Ο φοιτητής τότε Χάμπερμας αντέδρασε με μια στιβαρή και δριμεία κριτική στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung για την προσπάθεια του μεγάλου, αλλά φιλοναζιστή, φιλοσόφου του «Είναι» να πραγματεύεται την ανθρώπινη κατάσταση, μετά το θηριώδες σκάνδαλο του Ολοκαυτώματος και του Ναζισμού,  με μερικές νεφελώδεις παρατηρήσεις σχετικά με την «εσωτερική κατάσταση», και τη «λήθη του Είναι», χωρίς να κάνει την πραγματική νύξη για τη φρίκη που προηγήθηκε. Ο Χάμπερμας θεώρησε ότι η δολοφονία εκατομμυρίων ανθρώπων είχε αναχθεί σε μοίρα της ιστορίας του «Είναι». Μία αντίθεση στην «ανιστορική πρόσληψη» του Χάιντεγκερ στη μεταπολεμική γαλλική σκέψη και τις ΗΠΑ, που διατήρησε έως το τέλος.

Η εμπειρία της Σχολής της Φρανκφούρτης και το ξεπέρασμά της

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο σκέψης, ο Χάμπερμας βρήκε τον κατάλληλο βατήρα για την ανάπτυξη της όταν έφτασε στη Φρανκφούρτη το 1956 και ανακάλυψε τα γραπτά των Μαξ Χορκχάιμερ, Τέοντορ Αντόρνο και Χέρμπερτ Μαρκούζε. Οι ιδρυτές της Κριτικής Θεωρίας του επέτρεψαν να συνδεθεί ξανά με μια διακοπείσα παράδοση σκέψης, όπου ο γερμανικός ιδεαλισμός, ο μαρξισμός και η ψυχανάλυση ενώνονται σε μια ριζικά νέα διαμόρφωση, και όπου οι κοινωνικές επιστήμες στέκονται δίπλα στη φιλοσοφία ως ισότιμες.

Όμως, αντί να αποδυθεί όπως οι μεγάλοι εκπρόσωποι της Κριτικής Σχολής σε μια ιδεαλιστικού τύπου κριτική, αυτή της «Αρνητικής διαλεκτικής”, που μετέτρεπε το κιρκεγκωριανό «είτε…είτε» σε ένα «μήτε…μήτε» και που έβλεπε την τεχνική πρόοδο ως σημάδι παρακμής του Διαφωτισμού και του δυτικού πνεύματος, κάνοντας μία αφηρημένη κριτική στον «εργαλειακό λόγο»,  ο Χάμπερμας βλέπει στη διαλεκτική -ιδίως δε στην κοινωνιολογική, διεπιστημονική κι εμπειρική της χρήση- την ανάδυση του Ορθού Λόγου ως πράξη και συναίνεση. Αντλώντας από την αναλυτική παράδοση, κυρίως από την ύστερη θεωρία των λεκτικών παιγνίων και της ηθικής διάστασης της γλώσσας στον Βιτγκενστάιν και τη γλώσσα ως ενέργημα και του Austin («κάνοντας  πράγματα με τις λέξεις») και κυρίως με την χρήση των πράξεων ομιλίας (speech acts) που κάνει ο  Searle, ο Χάμπερμας σχηματοποιεί την αισιόδοξη τούτη εκτίμηση για τις δυνατότητες του λόγου στη δημόσια διάσταση του στην περιώνυμη θεωρία του της «επικοινωνιακής δράσης».

Αντίθετα με τους δασκάλους του Χορκχάιμερ και Αντόρνο, αλλά και τους μεταμοντέρνους στοχαστές, που ακολούθησαν την Κριτική Θεωρία όσον αφορά την κριτική της στην τεχνολογική πρόοδο, για τον Χάμπερμας, ο Διαφωτισμός παρέμεινε «ένα ημιτελές πρόγραμμα» για τη βελτίωση της ανθρωπότητας. Διότι παραμένοντας μόνο στο περίγραμμα της επιστημονικής έρευνας και στην εργαλειακή διάσταση του Λόγου, παρέμεινε προσηλωμένος στο αμφίσημο πρόταγμα που αποβλέπει μόνο στη βελτίωση της ανθρώπινης ζωής μέσω της τεχνικής. Ο Χάμπερμας μας καλεί να ολοκληρώσουμε τούτο το έργο, συμπληρώνοντας τον γνωσιακό Διαφωτισμό με την ηθική και πρακτική του, πολιτική, παράμετρο. Δεν είναι δυνατόν, τονίζει, οι προηγμένες κοινωνίες να έχουν φθάσει σ’ έναν τέτοιο βαθμό ανάπτυξης και να επιστρέφουν στο προηγούμενο, υποανάπτυκτο κι ανήθικο, στάδιο.

Ο Λόγος απαιτεί διαρκή προσπάθεια και συνεννόηση για να μην επιστρέψει στην “μυθολογικού” τύπου ανορθολογικότητα, τον σχετικισμό σε κάθε πεδίο της ανθρώπινης σκέψης και ζωής, στην έρημο που τα μέσα ενημέρωσης δημιουργούν, καταστρέφοντας τους κοινούς ζωτικούς χώρους και οικουμενικές αξίες μέσα από τον πληθωρισμό της (επιμέρους κι όχι καθολικής) εμπειρίας και «γνώμης». Συμφωνώντας με τον Άλασταιρ ΜακΙντάιρ (του Μετά την Αξία), που τόνιζε πως το σύστημα των συλλογικών κι ομογενών και εν γένει σταθερών αξιών μας έχει αντικατασταθεί από ένα σύστημα από «ατομικές αναφορές», που δεν επιδέχονται συζήτησης και τελούν επί τη βάσει της αρχής «ο καταναλωτής είναι βασιλιάς», ο Χάμπερμας τάσσεται ακράδαντα υπέρ της διάδοσης κι επικράτησης  οικουμενικών κανόνων, διανοητικής και ηθικής διάστασης, οι οποίοι θα εμπεδώνονται στην ανθρώπινη συνείδηση εξελικτικά μέσα από την εκπαίδευση -και όχι απλά την τεχνική κατάρτιση του εργάτη.

Ο Χάμπερμας έμεινε για πάντα πιστός στην αναζήτηση των κανονιστικών θεμελίων του Λόγου, που ορθώνονται μέσα από την ενεργητική διάσταση της γλώσσας σε μία εξελικτική διάπλαση της γνωσιακής κι ηθικής αυτοθεμελίωσης του υποκειμένου και του συλλογικού υπόβαθρου για την κοινή ανάπτυξη του διαλόγου. Αυτού του «βιοκόσμου» που αποτελεί ουσιαστικά την «πηγή» για την ανάδυση του έλλογου διαλόγου και της συλλογικής, ηθικά θεμελιωμένης, εμπειρίας. 

Η θεωρία της επικοινωνιακής δράσης ως παράμετρος της δημοκρατίας

Μέσα σε τούτο το στοχαστικό πλαίσιο γεννήθηκε κι η γενικότερη  έννοια της επικοινωνιακής ορθολογικότητας, που συνενώνει την έννοια της κοινωνίας με τη θεωρία των συστημάτων και τη θεωρία της δράσης, τη «διαλεκτική του κοινωνικού ορθολογισμού», ως πεδίου απ’ όπου αναδύεται η δημοκρατία, ως σαφές και περιγεγραμμένο αίτημα, αλλά κι ως ενεργητική καθημερινή κατάφαση. Σε αυτήν περιέχονται τρεις διαστάσεις: αυτή του γνωστικού/γνωρίζοντος υποκειμένου, της αλληλεπίδρασης και του παθητικού υποκειμένου, όπου συνενώνει την υποκειμενικότητά του με την υποκειμενικότητα των άλλων, στο επίπεδο ενός κοινού (επικοινωνιακού και συμβιωτικού) «βιόκοσμου».

Ενώ η διδακτορική του διατριβή το 1954 ήταν αφιερωμένη με σχετικά συμβατικό τρόπο στη φιλοσοφία του Σέλινγκ, η διατριβή επί υφηγεσία του το 1962 είχε ως αντικείμενο μια από τις κεντρικές έννοιες της αστικής κοινωνίας: τη δημόσια σφαίρα. Το βιβλίο του «Αλλαγή της Δομής της Δημοσιότητας» παραμένει μέχρι σήμερα ένα κλασικό έργο. Το θέμα αυτό δεν έπαψε να τον απασχολεί μέχρι τον θάνατό του, καθότι σήμερα όσο ποτέ άλλοτε η εύκολη δημοσιότητα, η έκφραση ανερμάτιστων πεποιθήσεων και αήθους συμπεριφοράς, τόσο στο επίπεδο της κοινωνίας, όσο -ακόμη χειρότερο- στην πολιτική, έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Ενώ τα ψηφιακά μέσα επιτρέπουν σήμερα στον καθένα να γράφει, να δημοσιεύει και να κάνει «like» -υλοποιώντας έτσι ένα τύποις δημοκρατικό ιδεώδες- ταυτόχρονα κατακερματίζουν τον δημόσιο χώρο σε εγωπαθή «δωμάτια αντήχησης» (echo chambers),  που περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τον εαυτό τους, εγκαταλείποντας την απαίτηση για επαλήθευση και εγκυρότητα της προτασιακής αλήθειας χάριν της κατασκευής απόψεων. Και πολύ περισσότερο, όπως θα έλεγε κι ο Luhman «με προγραμματισμό της ιδεολογίας».

Ο Χάμπερμας προτείνει ως θέση για την αποκατάσταση των κανονιστικών θεμελίων μία  βασική εννοιολογική τριάδα: τη δημόσια σφαίρα, τον λόγο και τον ορθολογισμό. Κυριάρχησε, όπως ο ίδιος αναγνώρισε, στο επιστημονικό του έργο και την πολιτική του ζωή. Συγκέντρωσε αυτές τις έννοιες στο μείζον έργο του, Θεωρία της Επικοινωνιακής Δράσης (1981). Ένα βιβλίο που ενώ στην πραγματικότητα περιγράφει πώς πρέπει να είναι η καθημερινή διαδικασία της γλωσσικής συνεννόησης, ουσιαστικά καθορίζει και τα όρια του κοινωνικού εξορθολογισμού, «το ξαναγράψιμο των βασικών θεσμών των πολιτιστικά ετοιμοπαράδοτων δομών ορθολογικότητας», απ’ όπου πηγάζει η δημοκρατία. Κι αυτό είναι που κάθε φορά τα μέσα ενημέρωσης, με μία «υπερδιάχυση» ρευστοποιούν ή οργανώνουν τυπικά και ασφυκτικά. Είναι αυτός ο «εργαλειακός λόγος» που έχει περιορίσει τη βασική λογική διάσταση του λόγου -ιδίως στη δημόσια συζήτηση.

Πώς όμως μπορούμε να ξεφύγουμε από τον συμφεροντολογικό τούτο υπολογισμό μέσα στη δημοκρατική διαδικασία του διαλόγου; Με τις τέσσερις μορφές «επικοινωνιακής δράσης», μας απαντά ο Χάμπερμας. α) την αριστοτελικής προέλευσης «τελεολογική δράση», που επικεντρώνεται σε έναν σκοπό και μετρά τις συνέπειες, β) την «κανονιστική δράση», που υπακούει μιμητικά στις συνήθειες μίας κοινωνίας, γ) στη «δραματουργική δράση», με την οποία ένα υποκείμενο εκφράζει σωματικά εκείνο που αισθάνεται και δ) την «επικοινωνιακή δράση», όπου οι δρώντες επιζητούν μια κοινή «συνεννόηση» (Verständigung) προκειμένου να «συντονίσουν το σχέδιο δράσης τους».

Ξεκινώντας από το αίτημα πως κάθε φορά που ξεκινάμε μια συζήτηση με στόχο να διευκρινίσουμε μαζί ένα πρόβλημα, πρέπει να ακολουθούμε ορισμένες αρχές: ακρίβεια, ορθότητα ως προς το πλαίσιο και τους κανόνες και ειλικρίνεια. Να εκφραζόμαστε με κατανοητό τρόπο, να δρούμε χωρίς δόλο, να προβάλλουμε βάσιμα επιχειρήματα και να αφήνουμε τους άλλους να μιλήσουν, αναδύονται τότε σχεδόν αυθόρμητα μεγάλες έννοιες όπως «λόγος» και «διάλογος». Αλλά ο λόγος (ορθολογισμός) δεν σημαίνει αρχικά τίποτα άλλο από την ικανότητα, όπως θα έλεγε κι ο W.V.O.Quine να «κατανεύουμε» με τεκμηριωμένο τρόπο και ο διάλογος (λόγος/discours/ Diskurs) είναι συνώνυμο με αυτό που ο Χάμπερμας αποκαλούσε -σε μια διάσημη φράση του- ο «εξαναγκασμός χωρίς εξαναγκασμό του καλύτερου επιχειρήματος».

Ο Χάμπερμας είχε επίγνωση -κάτι που οι επικριτές του συχνά ξεχνούν- πως κάθε διάλογος κινείται πάντα μέσα σε έναν ορίζοντα αδιαφανών εμπειριών, οι οποίες δεν μπορούν να συλληφθούν εξ ολοκλήρου από τον λόγο -η αδυναμία της «ριζικής μετάφρασης» που χαρακτηρίζει την επικοινωνία και την σαφή εκφορά των προτάσεων και των συμπερασμάτων της, πάντα όπως θα έλεγε ο Quine. Οι εμπειρίες μπορούν να αναπαρασταθούν μόνο αισθητικά, αν μπορούν να αναπαρασταθούν καθόλου. Η δημόσια σφαίρα είναι τότε το πλαίσιο, ανοιχτό σε όλους κατ’ αρχήν, όπου επιχειρήματα και εμπειρίες, λόγος και συναισθήματα συγκρούονται μεταξύ τους .

Όμως ο Χάμπερμας δεν διατυπώνει ακόμη μία θεωρία της επικοινωνιακής διάστασης του λόγου, την οποία ο εργαλειακός λόγος τείνει να καταπνίξει. Επιδιώκει να την κάνει να επικρατήσει. Διότι αν στη συζήτηση οι συμμετέχοντες μπορούν να επιδιώκουν κοινούς στόχους «χωρίς επιφυλάξεις», είναι επειδή οι αποφάνσεις που θεωρούνται έγκυρες χρησιμεύουν ως βάση για κάθε μετέπειτα αλληλεπίδραση, ενώ στον υπολογισμό το ιδιαίτερο συμφέρον δεν εξαφανίζεται. Για να επικρατήσει ακριβώς τούτη η δημόσια διάσταση του λόγου, ο Χαμπερμας επιστρατεύει δύο νέες έννοιες: εκείνη του «βιόκοσμου» (monde vécu/Lebenswelt) -δηλ. την ικανότητα των υποκειμένων για αποκέντρωση από τον εαυτό τους κι όπου μέσα του, ως πηγή νοήματος, κανόνων και κοινών παραδόσεων- μπορεί να επέλθει η «συνεννόηση» -και εκείνη των «συστημάτων»- οι μη γλωσσικές απαιτήσεις, φερ’ ειπείν το χρήμα ή η εξουσία, που διαφοροποιούνται και αυτονομούνται από τον βιόκοσμο και τείνουν αποικιοποιούν και να  καταστρέφουν τις κοινωνικές σχέσεις, μετατρέποντας για παράδειγμα σε εμπόρευμα ή αντικείμενο μιας ανώνυμης γραφειοκρατίας.

Ο Χάμπερμας υποστηρίζει ότι «τόπος» του λόγου δεν είναι πλέον η ατομική συνείδηση, αλλά ο ίδιος ο διάλογος. Μέσα στην ίδια την πράξη του διαλέγεσθαι εμφανίζονται οι προϋποθέσεις του διαλόγου και τα κριτήρια του δικαίου. Έτσι, το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται πλέον σε αυτό που ο καθένας επιθυμεί να επιβάλει ως αναντίρρητο καθολικό νόμο, αλλά σε αυτό που όλοι μπορούν ομόφωνα να αναγνωρίσουν ως καθολικό κανόνα, μέσω του  διαλόγου.

Ο Χάμπερμας ονομάζει «αρχή U» αυτή την αρχή της καθολίκευσης η οποία, διαλεκτικά, μέσα από μια συχνά συγκρουσιακή συζήτηση, οδηγεί στη συναίνεση και επιτρέπει έτσι τη νομιμοποίηση της πολιτικής απόφασης. Ως απελευθερωτικό στοιχείο, δηλ. του λόγου,  η «επικοινωνιακή δράση»,  επιτρέπει τον συντονισμό της κοινωνικής δράσης χωρίς υποχώρηση στη βία, προωθώντας έτσι τη νομιμότητα της διαβουλευτικής δημοκρατίας στην εποχή των πολύπλοκων κοινωνιών.

Η μετριοπαθής στάση των τελευταίων χρόνων

Ο Χάμπερμας καίτοι μαρξιστής, λόγω της θεωρητικής κατάρτισής του έκλινε περισσότερο σε μία αντίληψη του οικουμενισμού που έρεπε -όπως κι άλλοι μετριοπαθείς προοδευτικοί στοχαστές όπως ο Rawls-, προς έναν πολιτειοκρατικό (ρεπουμπλικανισμό -όχι φυσικά αυτό που εννοούμε με τα αμερικανικά πρότυπα) ανθρωπιστικό διαφωτισμό, όπου η δι-υποκειμενικότητα κι η τήρηση μίας ηθικής στον διάλογο, επιτρέπει την έλλογη συζήτηση και τα ορθολογικά συμπεράσματα, εγκαθιστώντας μία διαβουλευτική δημοκρατία. Σε τούτο το πλαίσιο μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα επιχειρήματά του σε δύο διαφορετικούς θεωρητικούς διαλόγους που είχε κι είχαν προκαλέσει μεγάλη ένταση.

Στον πρώτο, που πραγματοποιήθηκε στην Καθολική Ακαδημία της Βαυαρίας, στις 19 Ιανουαρίου 2004, ο καρδινάλιος Γιόζεφ Ράτζινγκερ -τότε Έπαρχος της Επιτροπής για τη Διδασκαλία της Πίστης και μετέπειτα Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’- τον συνάντησε  για μια δημόσια συζήτηση, η οποία αργότερα συγκεντρώθηκε στον τόμο Η διαλεκτική της εκκοσμίκευσης. Για τον λόγο και τη θρησκεία.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρισκόταν ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η σύγχρονη δημοκρατία να απαρνηθεί πλήρως τη θρησκεία ή έχει ανάγκη την ηθική της; Μολονότι ο Χάμπερμας ξεκινούσε από το δημοκρατικό συνταγματικό κράτος και την αρχή της ορθολογικής αιτιολόγησης των κανόνων κι  ο Ράτζινγκερ από τη χριστιανική αποκάλυψη, στην οποία ο λόγος θεωρείται ως θεϊκό φως και η πίστη ως οδηγός του, συνέκλιναν σε ένα σημείο: η πίστη δεν είναι απλώς ένα ιδιωτικό καταφύγιο, αλλά μπορεί να γεννήσει ηθικά κίνητρα και την αίσθηση του ορίου. Διέφεραν, ωστόσο, στις αφετηρίες τους.

Αμφότεροι όμως απέρριπταν τον απόλυτο ηθικό σχετικισμό, καθώς και τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό. Υπογράμμιζαν επίσης την ανάγκη για μια «αμοιβαία κάθαρση»: η πίστη πρέπει να δέχεται την ορθολογική κριτική για να αποφεύγει τις ιδεολογικές παρεκκλίσεις, ενώ ο λόγος πρέπει να αναγνωρίζει ότι δεν ανάγονται τα πάντα στην τεχνική ή την εργαλειακή λογική. Η θρησκεία μπορεί, επομένως, να έχει δημόσιο ρόλο, αρκεί να μπορεί να μεταφράσει το περιεχόμενό της σε μια γλώσσα κατανοητή από όλους τους πολίτες.

Από αυτή την προοπτική γεννιέται η ιδέα μιας ‘μετα-κοσμικής’ κοινωνίας: μια πραγματικότητα που δεν επιστρέφει σε μια θρησκόληπτη Ευρώπη, αλλά αναγνωρίζει ότι η θρησκεία συνεχίζει να προσφέρει σύμβολα, αφηγήσεις και ηθικά κίνητρα που η κοσμική ορθολογικότητα από μόνη της δυσκολεύεται να παράγει. Είναι εμφανές, ότι ο Χάμπερμας εφαρμόζοντας την τακτική της «διαλεκτικής συναίνεσης», επιχείρησε να στρώσει με τον μελλοντικό Πάπα Βενέδικτο εκείνο το πεδίο διαλόγου και σύνθεσης, χωρίς φανατισμούς και περιχαρακώσεις, με κριτήριο «την ειλικρίνεια, την ακρίβεια και την ορθότητα ως προς το πλαίσιο και τους κανόνες του διαλόγου», όπως επιτάσσει η θεωρία του «επικοινωνιακού δραν» .

Αλλά εκείνος ο δημόσιος διάλογος που προκάλεσε μεγάλη αναταραχή ήταν εκείνος με τον επίσης μαθητή του Αντόρνο κοινωνιολόγο Βόλφγκανγκ Στρεκ  (Wolfgang Streeck) κι αφορούσε την ένταση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη δημοκρατία.

Δημοσιεύοντας ένα βιβλίο με εμβληματικό τίτλο: «Κερδισμένος χρόνος. Η αναβληθείσα κρίση του δημοκρατικού καπιταλισμού» και αναζητώντας τις ρίζες της χρηματοπιστωτικής κρίσης, ο Στρεκ  την ερμηνεύει ως μια φάση στη μακρόχρονη μετάλλαξη του μεταπολεμικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού που ξεκίνησε τη δεκαετία του ‘70. Αυτή η μετάλλαξη, τονίζει, μετέβαλε τα κράτη, από ‘φορολογικά’ σε υπερχρεωμένα και, τελικά, σε κράτη που βασίζονται στην δημοσιονομική εξυγίανση. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση ευνοεί τα συμφέροντα λίγων ‘τουρμπο-καπιταλιστών’, που υπονομεύει τα  θεμέλια της δημοκρατίας, της κοινωνικής κινητικότητας και της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών κι υποστηρίζει πως το μόνο ανάχωμα σ’ αυτό είναι να  επιστρέψουμε στις εθνικές κυριαρχίες. Σύμφωνα με τον ίδιο, το καπιταλιστικό σύστημα «κέρδισε χρόνο» μέσω του κεϊνσιανού κοινωνικού κράτους (welfare state), αλλά με την πετρελαϊκή κρίση, το σύστημα χρησιμοποίησε το δημόσιο χρέος ως έναν μεγάλο αποσβεστήρα των κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων. Σήμερα, για να κερδίσει χρόνο, το σύστημα μετατρέπει την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μια μηχανή στην υπηρεσία του χρηματοπιστωτικού τομέα, επιβάλλοντας λιτότητα στους πολλούς και αυξάνοντας τα κέρδη των λίγων. Δηλ. τακτικές για να καταργηθεί στην ουσία η δημοκρατία και τα εργατικά και πολιτικά δικαιώματα.

Απαντώντας ο Χάμπερμας υπεραμύνθηκε της Ε.Ε. ως το μόνο δημοκρατικό προπύργιο ικανό να συμφιλιώσει ή, έστω, να συγκεράσει τα συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ των ανθρώπων και της αγοράς. Ενώ αναγνωρίζει πως υπάρχουν μονοπώλια και νεποτιστικές λογικές αντίθετες προς τα ιδεώδη της ελεύθερης αγοράς, παίρνει αποστάσεις από τις νεομαρξιστικές θέσεις του Στρεκ -αποκηρύσσοντας εν μέρει τις ίδιες του τις ρίζες. Ο Χάμπερμας δεν πιστεύει πως υπάρχει «συνωμοσιολογικό σχέδιο» της εξουσίας για να μειώσει τα δημοκρατικά αιτήματα, καθώς το σύστημα συχνά λαμβάνει συγκυριακές αποφάσεις. Ο ίδιος τονίζει πως δεν μπορεί να υπάρξει μία πρόβλεψη για τις κρίσεις, καθώς υπάρχουν πολλές άγνωστες μεταβλητές και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν παρελθόντα μοντέλα για να διορθωθούν οι στρεβλώσεις του παρόντος. Και πιστεύει πως η δημοκρατία μπορεί να σωθεί μόνο χάρη στην πλήρη ολοκλήρωση της Ε.Ε., η οποία περνά μέσα από την πολιτική, δημοσιονομική και πολιτισμική ενοποίηση, από μία σχέση βασισμένη στην «Προοπτική-εμείς» (Wir-Perspektive).

Βέβαια, εάν σκεφτούμε ότι ο διάλογος Χάμπερμας/Στρεκ ξεκίνησε τη δεκαετία του ’90 και έφτασε μέχρι το 2013, συνειδητοποιούμε ότι σήμερα (Μάρτιος 2026) βρισκόμαστε ακριβώς στο ίδιο σημείο εκκίνησής του!

Πέρα απ’ όλα αυτά κι ίσως και εξαιτίας αυτών, γίνεται κατανοητό πως ο παράγοντας της ορθολογικής και ‘κανονιστικά ρυθμισμένης’ αντιπαράθεσης αποτελούσε το ζωτικό στοιχείο της χαμπερμασιανής σκέψης. Άλλωστε ο ίδιος είχε ένα ευρύ, διεπιστημονικό, υπόβαθρο :του επιστήμονα, του φιλοσόφου, του κοινωνιολόγου, του διανοούμενου. Ως πανεπιστημιακός, έγραφε βιβλία που άνοιγαν νέες προοπτικές,  ως διανοούμενος, παρέμβαινε στις πολιτικές συζητήσεις και προκαλούσε με τις τολμηρές, αλλά σαφείς, θέσεις του. Είχε τη συναίσθηση πως έπρεπε να έχει μία οξεία αντίληψη για την επικαιρότητα κι ευθαρσώς να λέει τη γνώμη του, ακόμη κι εάν προκαλούσε αντιδράσεις και πολεμική. Γνώριζε όπως έλεγε ότι «ο διανοούμενος πρέπει να μπορεί να αγανακτεί» .

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Τα Πάρθια Βέλη της Τούλσι Γκάμπαρντ καταρρίπτουν την προπαγάνδα για τα ουκρανικά βιολογικά εργαστήρια

Μια κραυγαλέα διάψευση της κυρίαρχης πολιτικής αφήγησης των ΗΠΑ (και της Ουκρανίας), αλλά κυρίως μια πολιτική δικαίωση για όσους επέμεναν να ζητούν διαφάνεια.
ΣΥΝΑΦΗ

Σε ύφεση η φωτιά στο παλιό ξενοδοχείο ΠΑΛΛΑΣ στο Λουτράκι

Αναζητούν τον 17χρονο Κωνσταντίνο Δ. που εξαφανίστηκε στη Νίκαια

Νεκρά εκατοντάδες χιλιάδες πτηνά στη Γαλλία λόγω καύσωνα

Τερματίζεται η απεργία πείνας του Αριστοτέλη Χαντζή και της Suzon Doppagnea για τα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα