Η υπόθεση εκτυλίχθηκε με το σασπένς ενός κανονικού δράματος. Με δύο νίκες κατευθείαν πριν τον τελευταίο γύρο του φετινού όπεν Aeroflot, o 12χρονος Αργεντινός Φαουστίνο Όρο είχε τη δυνατότητα, κερδίζοντας στον τελευταίο γύρο, να γίνει ο νεότερος γκραν μετρ στην ιστορία του σκακιού. Όπως ξέρετε όλοι και όλες, αυτό δεν έγινε. O γεννημένος στις 14 Οκτωβρίου 2013 διεθνής μετρ είχε τις ευκαιρίες, είδε στην πορεία τους όρους να αλλάζουν, απαιτώντας από αυτόν συμμετοχή και σε όπεν τουρνουά, πέταξε κοντά στον Ήλιο και εν τέλει κάηκε.
Η ματαίωση της νεότητας συνήθως δεν είναι ένα θέμα ιδιαίτερα δημοφιλές. Έχουμε συνηθίσει, αντίθετα, να καταγράφουμε τους διαρκούς θριάμβους της. Τα ρεκόρ μοιάζει να υπάρχουν μόνο και μόνο για να καταρρίπτονται από όλο και νεαρότερα άτομα. Η εικόνα του παιδιού θαύματος Ρεσέβσκι να παίζει σιμουλτανέ με γενειοφόρους και σεβάσμιους ενήλικες έχει στοιχειώσει το σκακιστικό φαντασιακό. Κάθε ιστορία μεγάλων σκακιστριών και σκακιστών δε είναι διανθισμένη με την εξιστόρηση της πρώτης ηλικίας που έρχονται κατά πρόσωπο με τη σκακιέρα και ανακαλύπτουν ως διά μαγείας τον έρωτα με την Κάισσα.

Τον 19ο αιώνα το σκηνικό θα είναι κάποιο σαλόνι όπου ένας ευκατάστατος τζέντλεμαν ή ένας αριστοκράτης αντιμετωπίζει κάποιον συγγενή ή φίλο. Ακροπατώντας έρχεται ο νεαρός υιός και παρατηρεί. Μετά από μερικές τέτοιες διαδοχικές θεάσεις ο νεαρός θα μάθει τις κινήσεις των κομματιών. Λίγες ακόμα θεάσεις θα τον εξοπλίσουν με την ικανότητα να διατυπώνει σχόλια και υποδείξεις προς τους έκθαμβους ακόμα ενήλικες. Τέτοιες ήταν οι ιστορίες του Πολ Μόρφυ και του Χοσέ Ραούλ Καπαμπλάνκα, αν και αγαπημένη μου είναι αυτή του Σπύρου Σκέμπρη, που έμαθε το σκάκι όταν -σύμφωνα με την απολαυστική αφήγηση του ίδιου- η μητέρα του του πήρε το λάθος παιχνίδι από ψιλικατζίδικο της Κέρκυρας στις αρχές της δεκαετίας του 1960.
Ο 20ός αιώνας θα φέρει δύο σημαντικές καινοτομίες. Η πρώτη είναι η καθιέρωση των τίτλων (γκραν μετρ, διεθνής μετρ κ.λπ.). Η δεύτερη είναι το σύστημα αξιολόγησης. Με τις δύο αυτές καινοτομίες η δυναμικότητα του κάθε σκακιστή είναι άμεσα συγκρίσιμη με ενός άλλου. Έτσι, ανά πάσα στιγμή είναι ποσοτικοποιήσιμη και η πρόοδος, κάνοντας τη σύγκριση αναπόφευκτη. Ποιος έγινε νωρίτερα διεθνής μετρ, ποιος γκραν, ποια ξεπέρασε νεαρότερη το 2500 ΕΛΟ, ποιος το 2700.
Έτσι αρχίζουμε να κυνηγάμε με πάθος τη μικρότερη ηλικία. To 1950 o Νταβίντ Μπρόνσταϊν έσπαγε το ρεκόρ της εποχής για τον νεαρότερο γκραν μετρ: ήταν 26 ετών. Δύο χρόνια αργότερα ο Τίγκραν Πετροσιάν έσπασε το ρεκόρ στα 23, ενώ το 1955 ο Μπόρις Σπάσκι, στα 18, θα γινόταν ο τελευταίος ενήλικος κάτοχος του ρεκόρ. Ο Μπόμπι Φίσερ θα έκανε ένα τρελό ρέιζ, κατακτώντας το ρεκόρ 6 μήνες και μία μέρα μετά τα 15α γενέθλιά του. Ήταν 1958. Θα έπρεπε να περιμένουμε 33 χρόνια μέχρι η φοβερή Τζούντιτ Πόλγκαρ να το καταρρίψει σε ηλικία 15 χρονών, 4 μηνών και 28 ημερών. Ο επίσης Ούγγρος Πέτερ Λέκο θα σπάσει το 1994 το ρεκόρ της Πόλγκαρ για έξι μέρες. Ακολούθησαν τα παιδιά θαύματα της εποχής τους: ο Γάλλος Ετιέν Μπακρό το 1997 και ο Ουκρανός Ρουσλάν Πονομαριόβ πάλι την ίδια χρονιά. Ο Πονομαριόβ υπήρξε ο τελευταίος άνθρωπος πάνω από 14 ετών που κράτησε το ρεκόρ. Το 1999 ο Κινέζος Μπου Τζιανζί έγινε γκραν μετρ στα 13 έτη, δέκα μήνες και 13 μέρες. Ο νέος αιώνας έφερε ένα 12χρονο στο προσκήνιο: το 2002 ο Ουκρανός τότε και φανατικά Ρώσος σήμερα Σεργκέι Καριάκιν, περσόνα νον γκράτα για τους Δυτικούς λόγω της φιλοπουτινικής του στάσης, έγινε γκραν μετρ όταν ήταν 12 ετών και 7 μηνών. Το ρεκόρ του κράτησε έως το 2021, όταν ο Αμπιμανάγιου Μίσρα το έσπασε σε ηλικία 12 ετών, 4 μηνών και 25 ημερών.
Όπως γράφει ο Ντένης Μονοκρούσσος: «Το επόμενο άτομο που μου έρχεται στο μυαλό ως υποψήφιος να σπάσει το ρεκόρ είναι ο Ρώσος Ρόμαν Σογκντζίεφ, ο οποίος έσπασε το ρεκόρ του Όρο ως ο νεότερος ΙΜ στην ιστορία. Αυτή τη στιγμή είναι 11 ετών, 1 μηνός και 3 ημερών, οπότε έχει λίγο περισσότερο από 14,5 μήνες για να πετύχει τις νόρμες του για GM και άλλους 84 βαθμούς αξιολόγησης. Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν είναι και αδύνατο».

Μέχρι τότε μπορούμε να αρτύνουμε την αναμονή μας για το επόμενο ρεκόρ σκεπτόμενοι τη λατρεία της νεότητας. Βλέποντας τη λίστα με τους νεαρότερους γκραν μετρ μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η ταχεία πτώση του μέσου όρου ηλικίας δεν συνδέεται και από την αντίστοιχη προσδοκία για την άνοδο ως το απόλυτο σκαλί της σκακιστικής καριέρας: τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Ο Φίσερ ήταν ο τελευταίος κάτοχος του ρεκόρ που έφτασε στην κορυφή του σκακιστικού Έβερεστ. Ενδεικτικό είναι ότι έως τότε όλοι οι κάτοχοι έγιναν και παγκόσμιοι πρωταθλητές, πλην του Μπρόνσταϊν, ο οποίος ωστόσο έπαιξε σε τελικό παγκοσμίου πρωταθλήματος, φτάνοντας μια ανάσα μακριά από το να κερδίσει τον Μιχαΐλ Μποτβίνικ. Μετά τον Φίσερ μόνο ο Λέκο και ο Καριάκιν έφτασαν σε τελικό παγκόσμιου πρωταθλήματος, πλην κανένας τους δεν κατάφερε να το κερδίσει.
Μια εξήγηση για όλα αυτά είναι ότι ο σύγχρονος αθλητισμός περιλαμβάνει πλήθος νέων αθλητών και αθλητριών. Αντίστοιχα, η μαζικοποίηση του επαγγελματικού σκακιού και η εντατικοποίηση της προπόνησης κάνουν την αφρόκρεμα των νέων παικτών να πετυχαίνουν τον στόχο της γκρανμετροποίησης σχετικά νωρίς. Από εκεί ως την κορυφή ο δρόμος είναι δύσβατος και συχνά έχει να κάνει, πέρα από την ικανότητα, και με τους ίδιους τους εσωτερικούς μηχανισμούς των κλειστών τουρνουά. Η ικανότητα απαιτεί τη συνοδεία και της εύνοιας αυτών των μηχανισμών. Και ας μην ξεχνάμε φυσικά και την πολιτική. Αν φερ’ ειπείν ο Σεργκέι Καριάκιν δεν ήταν αποκλεισμένος από τα τουρνουά, μετά τις κυρώσεις που υπέστη η Ρωσία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ίσως να μιλάγαμε για μια διαφορετική εικόνα του σύγχρονου σκακιού. Mε υποθέσεις ωστόσο δεν γράφεται ιστορία.

Αρκετά όμως με τους νέους. Τα ρεκόρ που φαίνονται πιο σημαντικά σε εμάς τους μπούμερ είναι μάλλον αυτά που αφορούν το άλλο άκρο του φάσματος, τους γηραιότερους. Ο Γιούρι Άβερμπαχ υπήρξε ο πρώτος -και τελευταίος ως τώρα- γκραν μετρ που ξεπέρασε τα 100 χρόνια ζωής. Ο επίσης σοβιετικός Άντορ Λίλιενταλ είχε σχεδόν αγγίξει τα 100, αλλά πέθανε μόλις εκατό μέρες πριν τα συμπληρώσει. Ο αυστριακός Αντρέας Ντρυκστάιν έφτασε μόλις τα 97, σ’ αυτήν την κούρσα όπου η χελώνα συνήθως κερδίζει τον Αχιλλέα.
Για να είμαστε όμως σε απόλυτη αναλογία με τα ρεκόρ της νεότητας, θα πρέπει να αναφέρουμε κλείνοντας τον Ιταλό Ενρίκο Πάολι, που έχει μείνει στην ιστορία όχι τόσο σαν παίκτης αλλά σαν οργανωτής: ήταν το 1958 όταν και έστησε το διεθνές τουρνουά Ρέτζιο Εμίλια. Το τουρνουά απογειώθηκε ως σούπερ τουρνουά της ελίτ τη δεκαετία του 1990. Και ήταν τότε, στα 1996 όταν και απονεμήθηκε στον Πάολι τιμητικά ο τίτλος του γκραν μετρ. Τιμητικά ή μη ήταν 88 ετών: ο γηραιότερος άνθρωπος που κατέκτησε τον τίτλο. Γι’ αυτό μην απογοητεύεστε, φίλοι και φίλες: όπως έλεγε και ο Λουί Αλτουσέρ, «το μέλλον διαρκεί πολύ» – και αφήστε τα παιδάκια να λένε.
