ΑΘΗΝΑ
12:39
|
12.06.2026
Είναι το ζήτημα της νεανικής εγκληματικότητας σύμφυτο με την πολιτιστική μετάλλαξη που μεταπολεμικά παρήγαγε η ραγδαία είσοδος της τεχνολογίας στις δυτικές κοινωνίες;
Από την ταινία La Scuola Cattolica για τη Σφαγή του Τσιρτσέο
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Το φρικιαστικό περιστατικό που ήλθε στη δημοσιότητα από την Κρήτη, με τον ομαδικό βιασμό μίας ανήλικης από παρέα νεαρών σε νοικιασμένη βίλα του νησιού, τη βιντεοσκόπησή της κλπ, επαναφέρει με συγκλονιστικό τρόπο το ζήτημα της νεανικής εγκληματικότητας, αλλά υπενθυμίζει με αναμφισβήτητο τρόπο πως το φαινόμενο σε μεγάλο βαθμό οφείλεται στη μεταβολή των αξιών και τον μαυλισμό των συμπεριφορών που το καπιταλιστικό μοντέλο παραγωγής και πολιτιστικής και κοινωνικής αναπαραγωγής του προβάλλει.

Μπορεί τούτη η εκτίμηση να φαίνεται εκ πρώτης όψεως απλοϊκή, όμως η ωμή πραγματικότητα και η εμπειρική παρατήρηση του πόσο η αιδημοσύνη και ο σεβασμός, αλλά και οι άγραφοι και οικογενειακοί κανόνες, που παραδοσιακά συγκρατούσαν κάποια πάθη και συμπεριφορές, αδυνατίζουν και εξαφανίζονται πλέον, όσο περισσότερο αυξάνει η υπεροχή του κέρδους και του ατομικισμού/ ναρκισσισμού που σχετίζονται με το κύρος και την εξουσία που αυτό πορίζει.

Το επιχείρημα που επικυρώνει την υπόθεση τούτη δεν προέρχεται από εμάς κι επίσης έρχεται από πολύ μακριά. Το περιστατικό θυμίζει ένα παρόμοιο επεισόδιο, που είχε συγκλονίσει το μακρινό 1975 την κοινή γνώμη στην Ιταλία, η διαβόητη «Σφαγή στο Τσιρτσέο» και είχε οδηγήσει σε μία διάσημη διαμάχη ανάμεσα σε δύο από τους πιο διαλεκτούς συγγραφείς και διανοούμενούς της χώρας: τον Πιερ Πάολο Παζολίνι και τον Ίταλο Καλβίνο. Μία διαμάχη που επικεντρώθηκε στο πόσο το ζήτημα της νεανικής εγκληματικότητας κατά βάση είναι σύμφυτο με την πολιτιστική (και ηθική) μετάλλαξη, την οποία μεταπολεμικά παρήγαγε η ραγδαία είσοδος της τεχνολογίας και των μέσων επικοινωνίας σε όλες τις μεγάλες δυτικές κοινωνίες, με την εξάπλωση και την καθολίκευση της επιρροής τους πάνω στις μέχρι τότε παραδοσιακές κοινωνίες.

Η «Σφαγή του Τσιρτσέο» (29-30 Σεπτεμβρίου 1975), που έδωσε την αφορμή για να διασταυρώσουν τα ξίφη τους (για ακόμη μία φορά, δεδομένου ότι είχαν αναμετρηθεί και παλιότερα πάνω στο ζήτημα της γλώσσας, της παράδοσης και της προόδου) αυτοί οι δύο μεγάλοι πυλώνες της ιταλικής διανόησης, ήταν ένα ειδεχθές έγκλημα, που είχε συνταράξει την κοινή γνώμη της εποχής.

Τρεις νεαροί, που ανήκαν σε «καλές» οικογένειες της Ρώμης (οι Άντζελο Ίτσο, Τζοβάνι Γκουΐντο και Αντρέα Γκίρα), παρέσυραν δύο ανήλικα κορίτσια από εργατικές συνοικίες, τις οποίες επί 35 ώρες κακοποίησαν σεξουαλικά και βασάνισαν σε μία βίλα στο Τσιρτσέο και κατόπιν τις εγκατέλειψαν στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου, πιστεύοντας ότι και οι δύο ήταν νεκρές. Ωστόσο μόνο η μία είχε ξεψυχήσει, η Ροζάρια Λόπετζ, ενώ η Ντονατέλα Κοσασάντι σώθηκε προσποιούμενη τη νεκρή. Διασώθηκε από έναν περαστικό νυχτοφύλακα που άκουσε τους γόους και τις φωνές της. Όπως είναι φυσικό, η κοινή γνώμη της Ιταλίας συγκλονίσθηκε και υπό το φως των επακόλουθων αποκαλύψεων (τα πλουσιόπαιδα ανήκαν επίσης σε νεοφασιστικές οργανώσεις) και με δεδομένη την τότε έκρυθμη πολιτική κατάσταση της εποχής, η ιταλική κοινωνία διχάστηκε βαθιά.

Η άποψη του Καλβίνο

Μέσα στο πλαίσιο της γενικότερης διαμάχης που ξέσπασε, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε κοινωνιολογικό και φιλοσοφικό επίπεδο για το αποκρουστικό και κυρίως σαδιστικό περιστατικό, ο Ίταλο Καλβίνο δημοσίευσε ένα άρθρο στην «Corriere della Sera» της 8ης Οκτωβρίου 1975 με τίτλο: Έγκλημα στην Ευρώπη. Σε αυτό το κομμάτι του, ο διάσημος συγγραφέας υπογράμμιζε πως η πιο αποκρουστική πτυχή του εγκλήματος αυτού είναι «ο δημόσιος χαρακτήρας του»:

Οι υπεύθυνοι της σφαγής στο Τσιρτσέο είναι πολλοί και συμπεριφέρονται σαν αυτό που έκαναν να ήταν απόλυτα φυσιολογικό, σαν να είχαν πίσω τους ένα περιβάλλον και μια νοοτροπία που τους κατανοεί και τους θαυμάζει. Όσο λίγο κι αν μπορούμε να καταλάβουμε, πρέπει να κοιτάξουμε τα πράγματα κατάματα και να εξετάσουμε την ύπαρξη μιας κοινωνίας τεράτων που συνυπάρχει τέλεια με τις δομές της σημερινής μας κοινωνίας, έγραφε.

Και συνέχιζε, περιγράφοντας μία κατάσταση, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηρίζει και το σήμερα σε πολλές από τις άσκοπες τούτες πράξεις βίας που διαπιστώνουμε, ιδίως όσον αφορά την «ανεκτικότητα» που οι σημερινές κοινωνίες συνηθίζουν να δείχνουν -εκμαυλισμένες και από τις εικόνες στα μέσα επικοινωνίας-σε ορισμένες μορφές βίας: «στη σημερινή Ρώμη, εκείνο που τρομάζει είναι ότι αυτές οι τερατώδεις ασκήσεις συμβαίνουν σε ένα κλίμα απόλυτης ανεκτικότητας, χωρίς πλέον ούτε τη σκιά μιας πρόκλησης απέναντι σε κατασταλτικούς περιορισμούς· παρουσιάζονται με τη χυδαία προκλητικότητα του ‘νταηλικιού’ της καφετέριας, με τη σιγουριά της ατιμωρησίας κοινωνικών στρωμάτων για τα οποία όλα ήταν πάντα εύκολα -μια σιγουριά που οδηγεί ακαριαία από τους ξυλοδαρμούς στην έξοδο του σχολείου στις σφαγές σε βίλες του Σαββατοκύριακου».

Και προειδοποιούσε ο Καλβίνο, πως δεν είναι απλά η βία του νεοφασισμού (ιδιαίτερα ζωντανή εκείνη την εποχή στην Ιταλία) που αποτελεί την απειλή, αλλά η αδιαφορία για το τι σημαίνει κοινωνία, συνάνθρωπος, αμοιβαιότητα στις σχέσεις και αγωγή: «ο πραγματικός κίνδυνος προέρχεται από την εξάπλωση καρκινοειδών στρωμάτων στην κοινωνία: υπάρχει ένα τμήμα της ιταλικής αστικής τάξης που ζει, ευημερεί και πολλαπλασιάζεται χωρίς την παραμικρή αίσθηση του τι σημαίνει να ανήκεις σε μια κοινωνία, ως αμοιβαία σχέση μεταξύ προσωπικών ή ομαδικών συμφερόντων και εκείνων της συλλογικότητας. Το να πει κανείς ότι δεν απέχουμε παρά ένα βήμα από την ηθική ατονία και την κοινωνική ανευθυνότητα, μέχρι  του σημείου να φθάνουμε στην πρακτική των βασανιστηρίων και της σφαγής των κοριτσιών με τα οποία βγαίνει κανείς το βράδυ, μπορεί να φαίνεται ως μία από τις συνηθισμένες υπερβολικές γενικεύσεις των ηθικολόγων· όμως έχουμε μπροστά στα μάτια μας το βιογραφικό και τη γλώσσα αυτών των νεαρών, αντιπροσωπευτικών δειγμάτων -όπως λέγεται- της πελατείας ενός μπαρ που συχνάζει η νεολαία της τάξης τους».

Και κατέληγε:

Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η κλιμάκωση της σφαγής και της ταπείνωσης του προσώπου είναι ένα από τα πιο εμφανή σημάδια του ιστορικού γίγνεσθαι: αυτοί οι νεαροί Ρωμαίοι νοιάζονται μόνο να αποδείξουν ένα προφανές πράγμα: ότι οι Ναζί μπορούν να ξεπεραστούν κατά πολύ σε σκληρότητα ανά πάσα στιγμή.[…] Στον κοινωνικό μας ιστό, ανέκαθεν εύθραυστο, ανοίγουν τρομακτικές ρωγμές, όπως αυτή από την οποία βγαίνουν οι νεαροί σφαγείς του Τσιρτσέο. Η κοινωνία σε εμάς παραμένει πάντα προς οικοδόμηση: και αυτό είναι ξεκάθαρο σήμερα ακόμη περισσότερο από ό,τι πριν από τριάντα χρόνια. Αλλά βρίσκεται σε εξέλιξη ένας αγώνας δρόμου με τον χρόνο: όσο περισσότερο εκτείνεται ο εκφυλισμός, τόσο πιο μαλακό γίνεται το έδαφος για να αντέξει οποιαδήποτε θεμέλια. Στις άλλες χώρες η κρίση είναι η ίδια, αλλά πλήττει ένα πιο στέρεο κοινωνικό υπόβαθρο. […]

Η αιρετική (και σουϊφτιανή) άποψη του Παζολίνι

Λίγο πριν την επιστολή του Καλβίνο, σε άλλο άρθρο του με τίτλο «Δύο ταπεινές προτάσεις για την εξάλειψη της εγκληματικότητας», ο Παζολίνι είχε προτείνει δύο «σουϊφτιανού» τύπου λύσεις: όπως ο Τζόναθαν Σουίφτ κωμικά πρότεινε σε όσους πεινούνε να τρώνε τα παιδιά τους, έτσι και ο Παζολίνι πρότεινε «να καταργηθεί το υποχρεωτικό σχολείο και η τηλεόραση».

Το πρώτο γιατί με την ημιμάθειά του δημιουργούσε ταυτόχρονα κομπασμό και ανασφάλεια για όσα λίγα μαθαίνει το σχολείο κι η δεύτερη για τον προφανή αλλοτριωτικό της χαρακτήρα. Ιδιαίτερα σημείωνε για το έγκλημα στο Τσιρτσέο, τη σπουδή του Τύπου να αποδώσει ευθύνες και να ξεπλύνει το δικό του μερτικό στη διαμόρφωση της κοινής ομοιόμορφης πεποίθησης και της ηθικής στάσης που καλλιεργείται και διατρέχει τις κοινωνίες και ισοπεδώνει την ταξική συνείδηση, μαυλίζοντας ακόμη και τους υποτελείς στην νέα διάσταση της αστικής συνείδησης.

«Πράγματι, οι εγκληματίες δεν είναι μόνο οι νεοφασίστες», τονίζει ο Παζολίνι. «Τελευταία, ένα περιστατικό (η δολοφονία μιας κοπέλας στο Τσιρτσέο) αίφνης ξαλάφρωσε όλες τις συνειδήσεις και τις έκανε να ανασάνουν με ανακούφιση: και τούτο επειδή οι ένοχοι της σφαγής ήταν ακριβώς «παριολίνι» [δλδ πλουσιόπαιδα] φασίστες. Επομένως, υπήρχε λόγος να χαίρεται κανείς για δύο λόγους: 1) για την επιβεβαίωση του γεγονότος ότι μόνο και πάντα οι φασίστες φταίνε για όλα· 2) για την επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το φταίξιμο βαραίνει μόνο και πάντα τους προνομιούχους και διεφθαρμένους αστούς. Η ευδαιμονία τού να νιώθει κανείς πως τούτο το πανάρχαιο λαϊκιστικό συναίσθημα επιβεβαιώνεται -και ως προς τη σταθερότητα της συνακόλουθης ηθικής διαμόρφωσης- δεν πλημμύρισε μόνο τις κομμουνιστικές εφημερίδες, αλλά κι όλον τον Τύπο (ο οποίος μετά τις 15 Ιουνίου τρέμει μη φανεί κατώτερος των κομμουνιστών).

Και παρατηρούσε με οξυδέρκεια πως «στην πραγματικότητα, ο αστικός τύπος ένιωσε κυριολεκτικά ευτυχής που μπόρεσε να ενοχοποιήσει τους εγκληματίες του Παριόλι, διότι, ενοχοποιώντας τους τόσο δραματικά, τους καθιστούσε προνομιούχους (μόνο τα αστικά δράματα έχουν πραγματική αξία και ενδιαφέρον) και ταυτόχρονα μπορούσε να βαυκαλίζεται με την παλιά καλή ιδέα ότι με τα εγκλήματα των προλετάριων και των υποπρολετάριων είναι περιττό να ασχολείται κανείς πολύ, αφού θεωρείται εκ των προτέρων δεδομένο ότι οι προλετάριοι και οι υποπρολετάριοι είναι εγκληματίες».

Πιστεύω λοιπόν ότι και η σφαγή του Τσιρτσέο πυροδότησε στην Ιταλία το συνηθισμένο προσβλητικό κύμα δημοσιογραφικής ηλιθιότητας. Πράγματι, επαναλαμβάνω, οι εγκληματίες δεν είναι καθόλου μόνο οι νεοφασίστες, αλλά είναι επίσης, με τον ίδιο τρόπο και με την ίδια συνείδηση, οι προλετάριοι ή οι υποπρολετάριοι, που ίσως ψήφισαν κομμουνιστές στις 15 Ιουνίου.

Κι όπως τονίζει: «Η προσωπική μου εμπειρία, η καθημερινή, η υπαρξιακή -την οποία αντιπαραθέτω για άλλη μια φορά στην προσβλητική αφαιρετικότητα και προχειρότητα των δημοσιογράφων και των πολιτικών που δεν βιώνουν αυτά τα πράγματα- μου διδάσκει ότι δεν υπάρχει πλέον καμία αληθινή διαφορά στη στάση απέναντι στην πραγματικότητα και την επακόλουθη συμπεριφορά μεταξύ των αστών του Παριόλι και των υποπρολετάριων των προαστίων. Το ίδιο αινιγματικό, χαμογελαστό και πελιδνό πρόσωπο υποδηλώνει την ηθική τους αδιαφορία (το γεγονός ότι αιωρούνται μεταξύ της απώλειας των παλιών αξιών και της μη απόκτησης νέων: την ολοκληρωτική έλλειψη κάθε άποψης για τη δική τους ‘λειτουργία’) και υπογραμμίζει πως αυτό το φαινόμενο είναι “ολοκληρωτικά ιταλικό. Αποτελεί μέρος του κονφορμισμού -παρωχημένου άλλωστε- των ιταλικών μέσων ενημέρωσης που παρηγορείται με το γεγονός ότι το πρόβλημα της εγκληματικότητας υπάρχει και στις άλλες χώρες». Κάτι που βλέπουμε να γίνεται και στη χώρα μας–κρύβουμε κάτω από το χαλί την πραγματική αιτία της εγκληματικότητας στους νέους, επικαλούμενοι το γεγονός ότι αυτά «συμβαίνουν και σε πιο προηγμένες χώρες!»

Και αναρωτιέται ο Παζολίνι: Τι είναι αυτό που μετέτρεψε τους Ιταλούς προλετάριους και υποπρολετάριους, ουσιαστικά, σε μικροαστούς, που τους κατατρώγει επιπλέον το οικονομικό άγχος να γίνουν τέτοιοι; Τι είναι αυτό που μετέτρεψε τις «μάζες» των νέων σε «μάζες» εγκληματοειδών; Το έχω πει και επαναλάβει πλέον δεκάδες φορές: μια «δεύτερη» βιομηχανική επανάσταση που στην πραγματικότητα στην Ιταλία είναι η «πρώτη»: ο καταναλωτισμός που κατέστρεψε κυνικά έναν κόσμο «πραγματικό», μετατρέποντάς τον σε μια απόλυτη μη-πραγματικότητα, όπου δεν υπάρχει πλέον δυνατή επιλογή μεταξύ κακού και καλού. Εξ ου και η αμφισημία που χαρακτηρίζει τους εγκληματίες: κι η αγριότητά τους, η οποία παράγεται  από την απόλυτη έλλειψη κάθε παραδοσιακής εσωτερικής σύγκρουσης. Δεν υπήρξε σε αυτούς επιλογή μεταξύ κακού και καλού: μολαταύτα υπήρξε μια επιλογή: η επιλογή της ψυχικής απολίθωσης, της έλλειψης κάθε οίκτου.

Σε τούτο το άρθρο, ο Παζολίνι σπεύδει να αντιτάξει τη δική του άποψη, η οποία εν πολλοίς εκφράζει τη θέση που πάντοτε υποστήριζε για τους «πληβείους» των περιφερειών και τους «περιθωριακούς» ενός συστήματος παραγωγής, που πέρα από την οικονομική εκμετάλλευση, αλλοτριώνει ακόμη και τις αξίες τους και την παράδοσή τους. Για τον Παζολίνι, δεν είναι μόνο ένα ζήτημα καυχησιάρικης ανηθικότητας, αλλά μία βαθύτερη «ανθρωπολογική» μετάλλαξη, που οφείλεται στον καταναλωτισμό και την καταπίεση. 

Η Λουθηρανή επιστολή στον Καλβίνο

Στη «Λουθηρανή επιστολή του στον Ίταλο Καλβίνο»,  που απευθύνει στον ‘ανταγωνιστή’ του και δημοσιεύθηκε στην «Il Mondo» την 30η Οκτωβρίου 1975, ο Παζολίνι ανατρέπει ένα προς ένα τα θεωρητικά σημεία του Καλβίνο, επαναλαμβάνοντάς τα με τη συνοδεία ενός «γιατί αυτό» και το καταλογίζει πως «δημιουργεί αποδιοπομπαίους τράγους», οι οποίοι είναι μερίδα της αστικής τάξης, η Ρώμη, οι νεοφασίστες, κατηγορώντας τον πως βρίσκει εύκολες απαντήσεις, στοχοποιώντας τις τρεις τούτες ομάδες.

Το να μιλάς ακόμη ως ένοχο για «ένα τμήμα της αστικής τάξης» είναι ένας λόγος παρωχημένος και μηχανικός, επειδή η αστική τάξη σήμερα είναι ταυτόχρονα πολύ χειρότερη από ό,τι πριν από δέκα χρόνια, και πολύ καλύτερη. Ολόκληρη. Συμπεριλαμβανομένης αυτής των Parioli (αριστοκρατική συνοικία της Ρώμης) ή της San Babila (Μιλάνο). «Είναι περιττό να σου πω γιατί είναι χειρότερη (βία, επιθετικότητα, αποκοπή από τον άλλο, ρατσισμός, χυδαιότητα, βάναυσος ηδονισμός), αλλά είναι επίσης περιττό να σου πω και γιατί είναι καλύτερη (ένας ορισμένος κοσμικισμός, μια ορισμένη αποδοχή αξιών που ανήκαν μόνο σε κλειστούς κύκλους, οι ψήφοι στο δημοψήφισμα, οι ψήφοι της 15ης Ιουνίου)», αντέτεινε ο Παζολίνι.

Στο άρθρο του ο Παζολίνι αντιτείνει στον Καλβίνο πως κι αυτός υπέκυψε στον πειρασμό να σκεφθεί το ίδιο συμβατικά με τον υπόλοιπο Τύπο: «που στους δολοφόνους του Τσιρτσέο βλέπει μια περίπτωση που τον αφορά, μια περίπτωση, επαναλαμβάνω, προνομιούχα. Αν τα ίδια πράγματα τα είχαν κάνει κάποιοι ‘φτωχοί’ από τις λαϊκές συνοικίες της Ρώμης, ή κάποιοι ‘φτωχοί’ μετανάστες στο Μιλάνο ή στο Τορίνο, δεν θα γινόταν τόση συζήτηση με αυτόν τον τρόπο. Λόγω ρατσισμού. Επειδή οι «φτωχοί» των συνοικιών ή οι ‘φτωχοί’ μετανάστες θεωρούνται εγκληματίες εκ προοιμίου».

Αλλά, ο Παζολίνι -που στα έργα του (βλέπε Αccatone) είχε ακριβώς καταδείξει αυτήν τη «ρομαντική» εγκληματικότητα των φτωχών συνοικιών και των περιθωριοποιημένων στρωμάτων της προόδου και της ανάπτυξης -τονίζει με αδυσώπητη ειλικρίνεια: «Έ λοιπόν, οι φτωχοί των λαϊκών συνοικιών της Ρώμης και οι φτωχοί μετανάστες, δηλαδή οι νέοι του λαού, μπορούν να κάνουν και κάνουν πράγματι (όπως λένε με τρομακτική σαφήνεια τα ρεπορτάζ) τα ίδια πράγματα που έκαναν οι νέοι των Parioli: και με το ίδιο ακριβώς πνεύμα, αυτό που αποτελεί αντικείμενο της δικής σου περιγραφικότητας. Οι νέοι των συνοικιών της Ρώμης κάνουν κάθε βράδυ εκατοντάδες όργια (τα λένε μπαταρίες) παρόμοια με εκείνα του Τσιρτσέο· και επιπλέον, είναι κι αυτοί ναρκωμένοι. (…) Η ατιμωρησία όλων αυτών των ετών για τους αστούς εγκληματίες και ειδικά τους νεοφασιστές δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από την ατιμωρησία των εγκληματιών των συνοικιών».

Και περνά από τη διαπίστωση:

Τι συμπεραίνουμε από όλα αυτά; Ότι η γάγγραινα δεν εξαπλώνεται από ορισμένα στρώματα της (ρωμαϊκής ή νεοφασιστικής) αστικής τάξης μολύνοντας τη χώρα και άρα τον λαό. Αλλά ότι υπάρχει μια πηγή διαφθοράς πολύ πιο μακρινή και καθολική στην επανάληψη του μοτίβου, που σταθερά υποστήριζε για την δηλητηριώδη επιρροή των μέσων ενημέρωσης και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής στην καταρράκωση της αγνής λαϊκής παράδοσης, στην ανθρωπολογική μεταβολή, τόσο ηθικά, όσο και συμπεριφορικά, των πολιτών.

Άλλαξε ο τρόπος παραγωγής (τεράστια ποσότητα, περιττά αγαθά, ηδονιστική λειτουργία). Αλλά η παραγωγή δεν παράγει μόνο εμπορεύματα, παράγει ταυτόχρονα κοινωνικές σχέσεις, ανθρωπιά. Ο νέος τρόπος παραγωγής παρήγαγε λοιπόν μια νέα ανθρωπότητα, δηλαδή μια νέα κουλτούρα τροποποιώντας ανθρωπολογικά τον άνθρωπο (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον Ιταλό). Αυτή η νέα κουλτούρα κατέστρεψε κυνικά (γενοκτονία) τις προηγούμενες κουλτούρες: από την παραδοσιακή αστική, έως τις διάφορες επιμέρους και πληθυντικές λαϊκές κουλτούρες. Στα κατεστραμμένα πρότυπα και αξίες, αντικαθιστά δικά της πρότυπα και αξίες (μη καθορισμένα και κατονομασμένα ακόμη): που είναι εκείνα ενός νέου είδους αστικής τάξης. Τα παιδιά της αστικής τάξης είναι λοιπόν προνομιούχα στην υλοποίησή τους, και, υλοποιώντας τα (με αβεβαιότητα και άρα με επιθετικότητα), τίθενται ως παραδείγματα σε εκείνους που οικονομικά είναι ανίσχυροι να το κάνουν, και υποβιβάζονται ακριβώς σε σκιώδεις και άγριους μιμητές.

Η άδοξη λύση της διαμάχης

Εκείνος που είχε την τελευταία λέξη στη διένεξη τούτη μέσω του Τύπου ήταν ο Καλβίνο. Μόνο που δεν ήταν αυτός ο σκοπός του, αλλά η «Τελευταία επιστολή του» στον Παζολίνι (Corriere della Sera, 4 Νοεμβρίου 1975) έμελε να μείνει δίχως απάντηση, διότι λίγο μετά τη δημοσίευση της δικής του επιστολής ο σκηνοθέτης των «120 ημερών στα Σόδομα» (μιας ταινίας που ακριβώς πραγματευόταν την ηδονή της βίας του κυρίαρχου) δολοφονήθηκε στην παραλία της Όστια. Ο Καλβίνο, που είχε ξεκινήσει να συντάσσει την απάντησή του έμεινε δίχως συνομιλητή. «Στον Παζολίνι δεν μπορώ πια να απαντήσω· το θύμα είναι ο ίδιος» έγραφε (…) «εκείνος καταλάβαινε πολύ καλά ότι το έκανα για να μην δώσω ικανοποίηση στον προσωπικισμό (personalismo) του, αλλά αντί να μου το ανταποδώσει με το ίδιο νόμισμα, μου επιτιθότανε κατά μέτωπο, όπως ήταν στον χαρακτήρα του). Τώρα δεν θα μπορούσα πια να ξεφύγω από την προσωποποίηση, γιατί πρόκειται για τον θάνατό του· αλλά τόσο λιγότερο θέλω να το κάνω. Εκείνος συνέδεε πάντα τον γενικό λόγο με το βίωμά του· και αυτό το μείγμα ζωής και έργου ανευρίσκεται στα δεδομένα του θανάτου του. Όμως, παρόλο που εκείνος επέμενε να μην κρύβει τίποτα, πιστεύω ότι η ιδιωτική του ζωή αφορά τον ίδιο και μόνο· εμείς δεν μπορούμε να τον κρίνουμε. Όσα γνωρίζουμε για τον θάνατό του είναι μιας στοιχειώδους απλότητας, αλλά όταν φτάνουμε στη στιγμή της δολοφονίας, όλα μένουν ακόμα να εξηγηθούν. Θα έλεγα ότι, είτε τα γεγονότα σταματούν εδώ είτε νέα στοιχεία προκύψουν για να περιπλέξουν την ιστορία, θα συνεχίσουμε για καιρό να αναρωτιόμαστε για το «γιατί» της τελευταίας στιγμής».

Ο Καλβίνο με τραγικό τρόπο, γιατί πλέον ο Παζολίνι δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή, αναγνωρίζει: “Σε ένα σημείο του γράμματός του, κυρίως, ήμουν έτοιμος να δηλώσω σύμφωνος αν είχα γράψει εγκαίρως την απάντηση: «Προκύπτει φανερά από αυτά ότι εσύ στηρίζεσαι σε βεβαιότητες που ίσχυαν και πριν. Τις κοσμικές, ορθολογικές, δημοκρατικές, προοδευτικές βεβαιότητες. Έτσι όπως είναι, αυτές δεν ισχύουν πια. Το ιστορικό γίγνεσθαι έγινε, και εκείνες οι βεβαιότητες παρέμειναν όπως ήταν».

Στην ουσία, τούτη η επιστολή επικυρώνει ότι η αντιπαλότητα των δύο μεγάλων συγγραφέων είναι μία διαφωνία ύφους και οπτικής γωνίας. Ο ορθολογιστής Καλβίνο, που μολονότι εγκατέλειψε το ΙΚΚ μετά τα γεγονότα στην Ουγγαρία το 1956 παραμένει πεπεισμένος για τη μαρξιστική και υλιστική ανάλυση, κατά βάθος συμφωνεί με τον «ετερόδοξο» Παζολίνι, που αποπέμφθηκε από το κόμμα για σεξουαλική εκτροπή και είναι προσκολλημένος στη γόνιμη (πολιτισμικά και ανθρωπολογικά) άδολη παράδοση και τις τοπικές κοινωνίες. Απλώς οι «ουτοπίες» τους ήταν διαφορετικές. Του Καλβίνο προεκτείνεται στο μέλλον, σ’ έναν  ριζικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, ενώ του Παζολίνι αναπολεί τις ειλικρινείς και πλούσιες σε αναπαραστάσεις κι έκφραση, διαρκώς ανανεούμενες, μικρές (τοπικές, κοινωνικές, ταξικές, εθνικές) κοινωνίες.

Και καταλήγει ο Καλβίνο:

Η βία που εκρήγνυται τώρα στην άμορφη κοινωνία μας είναι ένα νέο φαινόμενο, καθόσον οι κοινωνίες των περασμένων εποχών διοχέτευαν τις δικές τους επιθετικές τάσεις προς αποτελέσματα συχνά εξίσου ανελέητα αλλά συλλογικά. Μόνο μια μετατροπή σε ενέργειες κατευθυνόμενες προς κοινούς σκοπούς θα μας σώσει από την καταστροφική δύναμη της βίας. Ξέρω ότι λέω πράγματα τρομερά γενικά και ίσως κοινότοπα, αλλά είναι ένα ζήτημα μεθόδου που θέλω να επισημάνω. Θέλω να πω ότι τα σχολεία βρίσκονται σε κρίση σε όλο τον κόσμο, αλλά στον υπόλοιπο κόσμο καλά ή κακά λειτουργούν, ενώ σε εμάς όχι. Και ότι η Ιταλία μπορεί να φοβάται ότι θα γίνει, για τουλάχιστον πενήντα χρόνια, μια αποικιακή περιφέρεια, μια τεράστια άνεργη και βίαιη borgata (υποβαθμισμένη συνοικία). Μεγάλη αρετή του Παζολίνι ως συγγραφέα, που θέλησε πάντα να είναι ταυτόχρονα άνθρωπος του σκανδάλου και ηθικολόγος, είναι το ότι έθεσε το πρόβλημα μιας νέας ηθικής που θα ενσωματώνει και τις ζώνες του βιώματος που θεωρούνται σκοτεινές, τις οποίες η ηθική και η ιδεολογία μέχρι σήμερα τείνουν να αποκλείουν. Δεν είναι ένα εύκολο καθήκον, και όλες οι τρέχουσες παραδειγματικές περιπτώσεις φαίνονται βιαστικές, εκείνες που ο Παζολίνι απέρριπτε όσο και εκείνες που πρέσβευε. Σίγουρα περισσότερες από μία γενιές θα σπάσουν τα κεφάλια τους προτού οικοδομήσουν μια νέα ηθική που θα ισχύει για όλους, ακόμα και για εκείνον που τώρα είναι αποκλεισμένος από αυτήν. Αλλά, αρκεί να φτάσουμε εγκαίρως, αυτός θα είναι ο συντομότερος δρόμος για να δώσουμε ένα νόημα στις μαρτυρίες για τη βία που ο Παζολίνι θέλησε να μας δώσει με το έργο του και τον θάνατό του.

Η βία ως σύμπτωμα του μοντέλου παραγωγής στην κοινωνία

Οι δύο μεγάλοι συγγραφείς  εκεί που συμφωνούν, αλλά το υπογραμμίζουν με διαφορετικό τρόπο και το ανέδειξαν ο καθένας με ιδιαίτερη έμφαση, είναι πως η βία οφείλεται στη ριζική αλλαγή της ανθρώπινης και κοινωνικής συμπεριφοράς στις κοινωνίες που πλέον είναι έρμαια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των αξιών -ή καλύτερα των μετα-αξιών που μεταδίδει αυτός ως πρότυπα για την επίτευξη των φαντασιακών του τόπων. Ένα από τα συμπτώματα του μοντέλου αυτού, μη γελιόμαστε είναι ουσιαστικά κι η  νεανική εγκληματικότητα, τόσο ως μεμονωμένα περιστατικά του αστυνομικού δελτίου, όσο κι ως γενικευμένο φαινόμενο, που τα τελευταία χρόνια παίρνει μεγάλες διαστάσεις -ιδίως όσο μειώνονται οι ηλικίες στις οποίες εμφανίζεται. Εάν η βία -ιδίως στην αστική φιλοσοφία και κοινωνιολογία πάντοτε αποτελεί θεμελιακό και πολυφανικό παράγοντα της κοινωνίας, που ασκεί διαχρονικά κι αταβιστικά μία σαγήνη (βλέπε το La violence fondatrice (ed. Champs Urbain, Paris), 1978 του  A. Pessin) -ωστόσο μέσα στις «αναπτυγμένες» κοινωνίες η εμφάνισή της σε ηλικίες που για καιρό θεωρούνταν «αθώες» αναμοχλεύει πέρα από την προφανή ανησυχία και πολλά ερωτηματικά. Όλοι αναρωτιούνται ποια είναι τα γενεσιουργά αίτια αυτής της συμπεριφοράς και άλλες τόσες ερμηνείες επιχειρούνται κι ακόμη περισσότερες προτάσεις διατυπώνονται για την αντιμετώπισή τους, που όμως, φευ!, σχεδόν πάντα ξεπερνιούνται από τα γεγονότα και τα στατιστικά στοιχεία.

Όποιες όμως κι εάν είναι οι ερμηνείες, που από τη μία  θέλουν τη βία, εν γένει, ως φυσικό φαινόμενο κι αναπόσπαστο κομμάτι του κοινωνικού γίγνεσθαι -που όπως θα έλεγε κι ο E. Durkheim προετοιμάζει για τις νέες ηθικές αξίες-, είτε ως αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών και του μοντέλου παραγωγής -που κατά τον Μαρξ αποτελεί μία «πρωτόγονη επανάσταση» απέναντι στον έλεγχο, η οποία επίσης «παράγει» κι άλλους κλάδους της κοινωνίας: αστυνομία, δικαστικό σύστημα, δικηγόρους κλπ, βοηθώντας στην ανακύκλωση του κεφαλαίου- σχεδόν όλοι συγκλίνουν πως συντελείται μία νέα ηθική και «ανθρωπολογική» μετάλλαξη (όπως εκείνη που προέβλεπε στην αρθρογραφία του ο Παζολίνι) κάτω από την επιρροή των νέων ψηφιακών μέσων και των νέων μαυλιστικών προτύπων και συμπεριφορών που προβάλλουν για τους ευάλωτους και επιρρεπείς στη μίμησή τους νέων.

Τούτη η παρατήρηση σχετικά με την επιρροή των μέσων επικοινωνίας στη νεανική εγκληματικότητα δεν είναι καινούργια όμως. Ήδη είχε αρχίσει να διατυπώνεται με ιδιαίτερη έμφαση μεταπολεμικά, σχεδόν ταυτόχρονα με την ραγδαία επιρροή που είχε αρχίσει να έχει η τηλεόραση πάνω στην κοινωνία. Ιδίως όταν οι εικόνες και τα πρότυπα που αναδύονταν από τα νέα μέσα της διαχείρισής τους (διαφήμιση, μόδα, μουσική, καταναλωτισμός) άρχισαν να παραγκωνίζουν  άρδην τις παλαιές αρχές και ήθη -εκείνες τις πολιτισμικές και συμπεριφορικές αντηρίδες που στήριζαν σχεδόν για αιώνες τις παραδοσιακές κοινωνίες-κι η οικουμενικότητά τους ξεπερνούσε τα στενά εθνικά πλαίσια, μεταμορφώνοντας την κάθε κουλτούρα σε μία νέα πραγματικότητα. Αυτό μας παρουσίασε, σε εμβρυακή είναι γεγονός, ανάλυση η διαμάχη των Καλβίνο και Παζολίνι.

Όμως αξίζει να σταθούμε σ’ αυτήν και να ξεκινήσουμε από τα πρώτα συμπεράσματά της και να εμβαθύνουμε περισσότερο και με διάρκεια. Γιατί οι ομοιότητες των εγκλημάτων που καταγράφονται σε διάφορες δεκαετίες κι η έντασή τους, μόνο φαρισαϊκά μπορούν πλέον μας σκανδαλίζουν, καθώς αποκαλύπτουν μία πραγματικότητα που έχει εδραιωθεί και θα διαιωνίζεται όσο δεν κοιτούμε την κατάματα και δεν παραδεχόμαστε ότι είναι το σύστημα παραγωγής και τα κοινωνικά κι ηθικά χαρακτηριστικά που εμπνέει στα δρώντα υποκείμενα. Εάν κατηγορούμε εκάστοτε την απορυθμισμένη οικογένεια, το υποβαθμισμένο σχολείο και την Παιδεία, τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, την τηλεόραση, εθελοτυφλούμε: γιατί όλα τούτα είναι υποταγμένα στο πρόταγμα του αήθους κέρδους και της αδηφαγίας, του ναρκισσισμού και της μισαλλοδοξίας, που το καπιταλιστικό σύστημα κι ο ευρύτατος και διαρκής καταμερισμός εργασίας και ταξικών διαφορών που απλώνει. Η εγκληματικότητα είναι

Για τον Καλβίνο, τα πλουσιόπαιδα δολοφόνοι του Τσιρτσέο είναι μέλη μίας άλλης κοινωνίας, μιας κοινότητας αδιάφορων κι αλαζονικών τεράτων, η οποία αδιαφορεί για τα ηθικά θεμέλια και τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα  των πολιτών και τους θεσμούς του κράτους και αυτό πραγματώνεται ως μια ξεχωριστή οντότητα.

Μια άλλη πραγματικότητα που ζει κι επιθετικά επιβάλλει τους δικούς της «μη-κανόνες», μέσα σε μια αδιαφορία που μετατρέπεται σχεδόν σε εναντίωση απέναντι στη δική μας κοινότητα. Για τον Καλβίνο, οι τρεις νέοι είναι «τέρατα», όπως τερατώδης είναι και η πραγματικότητα από την οποία προέρχονται: ένας κόσμος χωριστός, που πρέπει να αντιμετωπιστεί και να ονομαστεί με το όνομά του. Για τον ίδιο, η ανάδειξη της ‘τερατουργίας’ κι η επίγνωση ότι υπάρχει μπορεί να οδηγήσει στην «ουτοπία» (με την ιδιαίτερη πάντοτε έννοια που δίνει στον ιδανικό κόσμο μέσα από τα έργα του), αλλιώτικα θα υπερτερεί η κοινωνία όπου κάθε εκφυλισμός -όπως αυτός που αντιπροσωπεύει η σφαγή του Τσιρτσέο- δεν θα κάνει τίποτα άλλο από το να καθιστά το έδαφος πάνω στο οποίο χτίζουμε ολοένα και πιο «μαλακό για να αντέξει οποιαδήποτε θεμέλια».

Απεναντίας, ο Παζολίνι δεν βλέπει μόνο μία τάξη, αλλά έναν «τρόπο παραγωγής», ο οποίος ακριβώς έφερε στην Ιταλία μια νέα κουλτούρα και μετέτρεψε ακόμη και τη σκέψη των περιθωριοποιημένων και των φτωχών σε αστική σκέψη, που τους οδηγεί στη φενάκη ότι μπορεί και να είναι αστοί και να δρουν ανάλογα (έστω κι εγκληματικά). Για τον Παζολίνι, η εγκληματικότητα θα πρέπει ν’ αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι προηγούμενες κουλτούρες, έχουν πλέον αντικατασταθεί, έχουν χαθεί οριστικά. Ο Παζολίνι, λοιπόν, εντοπίζει σε αυτή την κοινωνική αντικατάσταση -η οποία εμπλέκει όλα ανεξαιρέτως τα παιδιά- την πραγματική αιτία της Σφαγής του Τσιρτσέο.

Το μεγαλειώδες στοιχείο στη διαμάχη τούτη, είναι πως εύλογα αίτια για την πηγή της άσκοπης εγκληματικότητας, της ανεκτικότητας και της κοινωνικής αδιαφορίας, μπορούν να εντοπισθούν και στις δύο απόψεις.

—-

Οι μεταφράσεις είναι του Γ-Β. Δάβου από το υπό έκδοση βιβλίο “Παζολίνι και Καλβίνο. Μία φιλική έχθρα”, εκδόσεις Εύμαρος.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.
ΣΥΝΑΦΗ

138 εκατομμύρια παιδιά παγιδευμένα στην παιδική εργασία-Ένα στα 17 παιδιά σε όλον τον πλανήτη

ΠΟΕΔΗΝ: Νέα κινητοποίηση στις 17 Ιουνίου-Ζητούν ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά

Πυρκαγιά σε δασική έκταση στην Κερατέα

Ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων προειδοποιεί ότι οι συνθήκες επιδεινώνονται σε Γάζα και Δυτική Όχθη

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα