Οι Ιταλοί και ιδιαίτερα η νέα γενιά της χώρας, απέδειξαν την Κυριακή 22 Μαρτίου ότι ακόμη έχουν δημοκρατικά αντανακλαστικά. Με μία πρωτόφαντη για τις τελευταίες δεκαετίες προσέλευση στις κάλπες, ιδίως της νέας γενιάς, που διέψευσε τις προσδοκίες της νεοφασίστριας πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι -η οποία πόνταρε ακριβώς στην αποκαρδίωση από την πολιτική, την αδιαφορία των νέων και την κοινωνική αδράνεια λόγω της πιεστικής καθημερινότητας και των αδιεξόδων- οι πολίτες της χώρας απέρριψαν με ένα ηχηρό «Όχι» τη δικαστική μεταρρύθμιση που προώθησε η κυβέρνηση.
Έδειξαν πως η αποστροφή τους απευθύνεται στα κόμματα και το συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό, που επ’ ουδενί αντιπροσωπεύει τις προσδοκίες και τις ανάγκες της κοινωνίας. Κι ως εκ τούτου όταν το Πολίτευμα διακυβεύεται τα πολιτικά τους ενεργοποιούνται και όπου τους δίνεται πραγματικά η δυνατότητα (όπως στα δημοψηφίσματα) παίρνουν τις αποφάσεις στα χέρια τους. Η προσπάθεια της Μελόνι να κατακρεουργήσει το Σύνταγμα, ανοίγοντας τον δρόμο και στην «πρωθυπουργοποίηση» του πολιτεύματος, έπεσε με εκκωφαντικό τρόπο στο κενό. Η πλατιά νίκη του «όχι» (58,9%) είναι επίσης ένα αποτέλεσμα που δρομολογεί σίγουρα αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό.

Το ηχηρό μήνυμα της κοινωνίας και ιδίως των νέων στην ακροδεξιά
Οι ψηφοφόροι λοιπόν έστειλαν ένα ξεκάθαρο μήνυμα στην κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία τις τελευταίες εβδομάδες κατέβηκε η ίδια προσωπικά στην αρένα της προεκλογικής εκστρατείας σε μία ύστατη προσπάθεια να περάσει τη συνταγματική αναθεώρηση. Όμως και η κινητοποίηση για την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση του κόσμου για τις πραγματικές βλέψεις της δήθεν μεταρρύθμισης ξεπέρασε κάθε προσδοκία και κατόρθωσε να διαπεράσει όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η συμμετοχή στην ψηφοφορία των νέων ξεπέρασε το 60% ενώ ένα 15% από τους ψηφοφόρους του Ευρύτερου Μετώπου (Campo largo) της δεξιάς παράταξης ψήφισε κι εκείνο «όχι», αποδεικνύοντας ότι κατανοεί απόλυτα τους κινδύνους που εγκυμονεί η φαλκίδευση του Συντάγματος, από «φρούριο των πολιορκημένων σε κάστρο των πολιορκητών», όπως έλεγε και ο Μαρξ. Ενδεικτικό είναι πως το «όχι» επικράτησε σε 17 από τις 20 Περιφέρειες της χώρας, αλλά και σε δύο τουλάχιστον από εκείνες όπου επικράτησε το «ναι» (Λομβαρδία, Λάτιο) στα μεγάλα κέντρα τους (Μιλάνο και Ρώμη) επικράτησε κατά κράτος σε αντιδιαστολή με την επαρχία το «όχι» ! Δεν είναι τυχαίο που ο φιλοκυβερνητικός Τύπος έχει αρχίσει να δυσφημεί τους νέους, ψέγοντας την «ανωριμότητά» τους’, που φταίει ότι παρασύρθηκαν από τη «μαυλιστική» εκστρατεία των δικαστών, των συνδικαλιστών κλπ, ενώ εκφράζει μέχρι κι ερωτηματικά για το ποια θα πρέπει να είναι η κατάλληλη ηλικία τη δυνατότητα ψήφου!
Κι όμως είναι οι νέοι εκείνοι που ευαισθητοποιήθηκαν περισσότερο: εκείνοι που δέχθηκαν την πιο μεγάλη καταστολή στην πανδημία και στους δρόμους, στις διαμαρτυρίες για την ποιότητα του σχολείου ή διαδηλώνοντας ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα. Εκείνοι που υφίστανται την αβεβαιότητα και τη φτώχεια, τις ταξικές διακρίσεις, στο σχολείο, στην δωρεάν επαγγελματική απασχόληση τους προς χάριν των αφεντικών -που στοιχίζει ζωές επιπλέον- στην εποχική και προσωρινή εργασία, στο στεγαστικό πρόβλημα και την υγεία. Ήταν οι νέοι, που βλέπουν στην αλλαγή του Συντάγματος μία νέα επίθεση στο μέλλον τους και ευρύτερη καταπάτηση των δικαιωμάτων τους. Πρόκειται για ένα γιγαντιαίο χαστούκι στην κυβερνητική συμμαχία, που περιπλέκει ανεπανόρθωτα τον δρόμο για τις υπεσχημένες μεταρρυθμίσεις -όπως αυτή για την άμεση εκλογή του πρωθυπουργού (premierato). Είναι επίσης μια ρεβάνς για την αντιπολίτευση -καθώς μέχρι πριν δύο μήνες το «ναι» προηγείτο στις δημοσκοπήσεις με δεκαπέντε μονάδες διαφορά από το «όχι»- και μια καθαρή νίκη του προοδευτικού στρατοπέδου.
Η κινητοποίηση που σάλπισε σε όλα τα μέτωπα, από τα συνδικάτα μέχρι τους θιγόμενους δικαστικούς κύκλους, έδειξε πως η Μελόνι δεν είναι πλέον αήττητη. Πλέον η μειοψηφία μπορεί τώρα, εάν συνταχθεί και πάλι στην πορεία που χάραξε η εκστρατεία για το δημοψήφισμα, να οικοδομήσει σε στερεότερες βάσεις μία εναλλακτική πρόταση απέναντι στη δεξιά, να δώσει νέες ελπίδες στην κοινωνία των πολιτών ενόψει των εθνικών εκλογών του 2027. Ήδη ο επικεφαλής του «Κινήματος 5 Αστέρων» Τζουζέπε Κόντε ξεκίνησε την πρωτοβουλία για διαβουλεύσεις στην κατεύθυνση μίας ενιαίας καθόδου των κομμάτων της αντιπολίτευσης με κοινό υποψήφιο.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δίνει μία ευκαιρία στην αριστερά να ανασυνταχθεί, ώστε να μη χάσει την ευκαιρία και να εκμεταλλευθεί όλη τούτη τη δυναμική που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία. Κυρίως δε, να πιάσει τον σφυγμό του νέου πολιτικού υποκειμένου, αχαρτογράφητου έως σήμερα -ίσως γιατί δεν εκπροσωπείται πλέον η πολιτική του προσδοκία από τους υπάρχοντες σχηματισμούς- και πάνω του να οικοδομήσει την «επίθεση στον ουρανό» ενάντια στον προελαύνοντα νεοφασισμό.

Η «απομάγευση» της Μελόνι και της κυβερνητικής κινδυνολογίας
Στην τελική ευθεία της εκστρατείας για το δημοψήφισμα σχετικά με τη μεταρρύθμιση Νόρντιο, τα επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν από εκπροσώπους της κυβέρνησης ξεπέρασαν κάθε όριο ευπρέπειας. Σε μια έκρηξη τραμπικής ρητορικής, η Μελόνι έφτασε στο σημείο να πει ότι πρέπει οι Ιταλοί να στηρίξουν τη μεταρρύθμιση επειδή οι δικαστές «απελευθερώνουν μετανάστες και βιαστές» και «αρπάζουν τα παιδιά από τις μάνες τους» -υπαινισσόμενη την προσπάθειά της για να απαγορευθεί η τεκνοθεσία στα ομόφυλα ζευγάρια. Για να μη μιλήσουμε για τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα ψεύδη, σύμφωνα με τα οποία η μεταρρύθμιση Νόρντιο θα βελτίωνε δήθεν την ποιότητα της δικαιοσύνης για τους πολίτες.
Έκπληξη αποτελεί που απέναντι στις τερατολογίες κι υπεραπλουστεύσεις τούτες, ούτε μία φωνή δεν υψώθηκε από σώφρονες προσωπικότητες στην κεντροδεξιά για να επικρίνει αυτόν τον γλωσσικό και πολιτισμικό κατήφορο, την κατάλυση κάθε λογικής κι ευπρέπειας. Ο λόγος βέβαια ήταν προφανής: η επιλογή στις 22 Μαρτίου ήταν κύρια μια επιλογή πολιτικής φύσεως, ανάμεσα σε εκείνους που προτείνουν την αποδόμηση της ισορροπίας των εξουσιών, όπως αυτή σχεδιάστηκε από το ισχύον Σύνταγμα, και σε εκείνους που δεν συμμερίζονται αυτόν τον στόχο. Τα μηνύματα δεν θα μπορούσαν να είναι σαφέστερα: στο δημοψήφισμα επιχειρείτο να κυρωθεί μια συνταγματική μεταρρύθμιση που εγκρίθηκε στη Βουλή μόνο με τις ψήφους της πλειοψηφίας, πλήττοντας έτσι και την αρχή της εκπροσώπησης, χωρίς καμία προσπάθεια για συναίνεση με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, η μεταρρύθμιση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (CSM), που πλήττει βάναυσα την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και αποφασίστηκε ενάντια στη γνώμη της μεγάλης πλειοψηφίας των Ιταλών δικαστών.
Αλλά δεν ήταν μόνο οι εκπρόσωποι της δεξιάς που σίγησαν μπροστά σε τούτη την εξόφθαλμη επίθεση στο Σύνταγμα και στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Πολλά άλλα ανεκδιήγητα στελέχη της αντιπολίτευσης, ο κωμικοτραγικός Κάρλο Καλέντα του κεντρώου Azione, άλλα στελέχη ακόμη και της κεντροαριστεράς, πολιτικοί και νομικοί, που συνήθως αρέσκονται στο να διαφοροποιούνται από τον «αριστερό λόγο», στήριξαν και πρόσφεραν φιλελεύθερες και «φιλοδικαιωματικές» (garantiste) αναγνώσεις στην κάκιστη μεταρρύθμισης η οποία αποτελεί, πρωτίστως, ο θεμέλιος λίθος μιας επίθεσης στο Σύνταγμα.
Το πολιτικό μήνυμα του «Όχι» και οι εξελίξεις στη δεξιά παράταξη
Αλλά κυρίως, το «όχι» είχε ένα κατάδηλο πολιτικό μήνυμα προς την ίδια τη Μελόνι και τον αλαζονικό και αυταρχικό τρόπο διακυβέρνησής της. Απέδειξε πως το εκλογικό σώμα δεν καταπίνει αμάσητα τα πάντα και ψηφίζει μονοκούκι ό, τι του πασάρει η εκτελεστική εξουσία. Απέδειξε πως κανένας δεν μπορεί ν’ αποφύγει τη λογοδοσία, πως δεν μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον των πολιτών χωρίς αυτούς κι ιδίως με ανθρώπους ύποπτους και ανήθικους -όπως ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Ντελμάστρο, κατηγορούμενος για συνεργασία με μαφιόζους και διαφθορά ή την καταδικασμένη για φοροδιαφυγή υπουργό Τουρισμό Σαντακέ. Αυτοί οι δύο, όπως κι η ΓΓ του υπουργείου Δικαιοσύνης Μπαρτολότσι ήταν τα πρώτα θύματα της οργής της Μελόνι για την πολιτική ταπείνωσή της και της προσπάθειάς της να ανακάμψει η τρωθείσα εικόνα της κυβέρνησής της.

Μολαταύτα, η αποτυχία στο δημοψήφισμα έχει δρομολογήσει και διαδικασίες για τον επανασχεδιασμό του κομματικού χάρτη της δεξιάς παράταξης, ακόμη και για την αντικατάσταση της Μελόνι -καθώς πολλοί αποδίδουν την αρνητική ψήφο και στην ανοικτά φιλοτραμπική στάση της, σε καιρούς έκδηλου αντιαμερικανισμού. Πρωτοβουλίες που έχει ξεκινήσει ιδίως η Μαρίνα Μπερλουσκόνι, η οποία έχει επιταχύνει την ανακατάταξη του κόμματός της (ήδη αντικατέστησε τον επικεφαλής της Forza Italia στη Γερουσία, αντικαθιστώντας με τη Στεφάνια Κράξι τον υπερδεξιό Γκάσπαρι). Θέλοντας να ανακτήσει η Forza Italia την ηγεμονία στη δεξιά παράταξη, οι Μαρίνα κι ο Πιερσίλβιο Μπερλουσκόνι καλλιεργούν το έδαφος, εάν όχι με την προσωπική τους κάθοδο στην πολιτική -σαν φυσικοί διάδοχοι του πατέρα τους στο κόμμα- τουλάχιστον να συμμαχήσουν σε πρώτη φάση με κύκλους πολιτικά συνεκδοχικούς (βλέπε Ματέο Ρέντσι, που άλλωστε με τον πατέρα της είχε συνάψει την περιβόητη συμφωνία της Λεοπόλντα ή τον Καλέντα), ώστε να διευρύνει την επιρροή της στην τριμερή κυβερνητική συμμαχία με τα άλλα δύο ακροδεξιά κόμματα.
Η «δημοκρατική εφεδρεία» που περιμένει το κατάλληλο κίνητρο
Το «όχι» στη Μελόνι και κυρίως οι ανακατατάξεις που αυτό δημιουργεί από την επαύριο της νίκης του, πέρα από την ήττα της Μελόνι, φέρνει στο προσκήνιο την ελπίδα μίας ευρείας λαϊκής κινητοποίησης, ενός αταυτοποίητου κομματικά -και γι’ αυτό μη προσμετρήσιμο κι αμελητέο από τους επίσημους κομματικούς σχεδιασμούς κι αποβλέψεις- πολιτικού υποκειμένου, που κανείς δεν γνώριζε πού κρυβόταν μέχρι τώρα. Ενός δυναμικού στοιχείου, που εμφωλεύει μέσα στην κοινωνία, χωρίς να είναι όπως φαινομενικά φαίνεται αδρανές, απλά δεν αντιπροσωπεύεται η φωνή κι οι προσδοκίες του από τα υπάρχοντα κόμματα κι οργανώσεις. Κυρίως από μία αριστερά, που απλά περιορίζεται να παρακολουθεί, να παραχωρεί χώρους και μετά να ελεεινολογεί για τις καταπατήσεις των δικαιωμάτων, την καταστολή, την προέλαση των αξιών της ακροδεξιάς.
Απεναντίας, στο δημοψήφισμα αναδύθηκε μία δυναμική «δημοκρατική εφεδρεία», που αποδεικνύει πως εμφορείται από το δημοκρατικό αίσθημα και κάποιο όραμα κι ορθώνει το ανάστημά της και συσπειρώνεται, όχι για να υπερασπιστεί μια συντεχνία (τη δικαστική) που έχει ακόμα χίλια ελαττώματα, αλλά στο όνομα μιας υψηλότερης αρχής: της πεποίθησης ότι η εξουσία δεν μπορεί να αφήνεται μόνη της να αυτοπροσδιορίζεται, ζητώντας «λευκή επιταγή» στο όνομα μιας εκλογικής νίκης, κλονίζοντας τις λεπτές ισορροπίες που κρατούν σταθερή την κοινωνία και διαγράφοντας μονομιάς τα δικαιώματα που κατακτήθηκαν μετά την τραγωδία της εικοσαετούς φασιστικής δικτατορίας.
Είναι η δημοκρατική εφεδρεία που διατράνωσε πως το Σύνταγμα δεν είναι ένα περιγραφικό κείμενο απλά για να νομιμοποιεί ένα καθεστώς: αλλά απεναντίας είναι ακριβώς ο ‘χάρτης’ των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων των δικαιωμάτων των πολλών και όχι το «φιρμάνι» της διοίκησης. Γιατί πάντα τα Συντάγματα επιβάλλονται από τη vox populi των κοινωνιών, από τη συντακτική συνέλευση του πλήθους (την pouvoir constituant του Ρουσσώ), που απαιτεί ελευθερία, είναι κατακτήσεις κι όχι παραχωρήσεις, ακολουθεί κι ερμηνεύει την κοινωνία κι όχι την εκτελεστική εξουσία. Το Σύνταγμα είναι ξεχωριστό από την έννοια των νόμων, γιατί ακριβώς προσφέρει και προστασία απέναντι σε μία αυθαίρετη ερμηνεία κι επιβολή αυτών των νόμων, που συχνά χειραγωγούνται από την εξουσία. Το Σύνταγμα επιβάλλεται από κάτω και δεν διατάσσεται από πάνω, είναι δικαίωμα των πολλών κι όχι προνόμιο των λίγων, από το οποίο πηγάζει το «δίκαιο του επικρατούντος» της κυρίαρχης ομάδας, η οποία όταν αλλάζει πρέπει ν’ αλλάζουν κι οι νόμοι που τη στηρίζουν. Το Σύνταγμα υπερβαίνει τις επιμέρους ομάδες και τα συμφέροντά τους, είναι η έκφραση κι η προστασία των δικαιωμάτων και της ισότητας όλων.
Το Σύνταγμα της Ιταλίας του 1947 ήταν καρπός ενός επίπονου σχεδιασμού στην οποία συμμετείχαν ισότιμα όλες οι πολιτικές ομάδες και γι’ αυτό ακόμη διατηρεί τον τίτλο του πιο προοδευτικού Καταστατικού Χάρτη διεθνώς: κι αυτόν τον χαρακτήρα του Συντάγματος υπεράσπισαν οι Ιταλοί καταψηφίζοντας στο δημοψήφισμα την εκτροπή που σχεδίαζε η Μελόνι.
