Την ώρα που τα μέσα ενημέρωσης ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την πετρελαϊκή κρίση και το συνεπακόλουθο κύμα πληθωρισμού, που αναμένεται να πλήξουν την παγκόσμια οικονομία, εξαιτίας του αλυσιτελούς που προκάλεσαν Ισραήλ και ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή, η κοινωνία των πολιτών στην Ισπανία πέτυχε μία μεγάλη νίκη στον πόλεμο ενάντια στις εξώσεις και την κερδοσκοπία των funds, που εντείνουν το στεγαστικό πρόβλημα, αλλά και την φοροαποφυγή στη χώρα.
Η Βαρκελώνη, μια πόλη που εδώ και χρόνια βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας συζήτησης για τη στεγαστική κρίση και τον εξευγενισμό (gentrification), βίωσε τον περασμένο μήνα μια ιστορική στιγμή. Η αθρόα συμμετοχή της γειτονιάς, η κινητοποίηση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών υπέρ της στέγης και οι αντιδράσεις των τοπικών αρχών, κατόρθωσαν να ματαιώσουν την έξωση του Τσέμα Εστόρσα. Ενός εκπαιδευτικού 34 ετών, που διέμενε σε κτίριο με άλλους 11 ενοίκους στην οδό Σαντ Αγουστί στη συνοικία Γκράσια, που το αμερικανικό κερδοσκοπικό fund «New Amsterdam Development» θέλει να πετάξει στον δρόμο, προκειμένου να το μετατρέψει σε πολυτελείς κατοικίες. Η ματαίωση της έξωσης του Τσέμα, η υπόθεση του οποίου κι ο αγώνας του είχε ξεπεράσει τα όρια της γειτονιάς και μίας προσωπικής ιστορίας ανάμεσα σε τόσες άλλες, δεν ήταν απλώς μια δικαστική αναστολή, αλλά μια εκκωφαντική νίκη της κοινωνικής βάσης απέναντι στην επιθετική στρατηγική των διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων.

Το χρονικό της έξωσης κι όταν η γειτονιά γίνεται ασπίδα
Η υπόθεση της έξωσης Τσέμα Εστόρσα ξεκίνησε όταν το κτίριο όπου διέμενε για χρόνια αγοράσθηκε από ένα ξένο επενδυτικό κεφάλαιο. Η στρατηγική του fund ήταν σαφής και δυστυχώς γνώριμη για χιλιάδες κατοίκους της Βαρκελώνης: άρνηση ανανέωσης του συμβολαίου ενοικίασης, πίεση για απομάκρυνση και σχέδια για τη μετατροπή του ακινήτου σε «coliving» -έναν τύπο πολυτελούς και λίαν επικερδούς συγκατοίκησης που απευθύνεται σε ψηφιακούς νομάδες και άτομα με υψηλά εισοδήματα, εκτοπίζοντας τους παραδοσιακούς κατοίκους.
Τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους, οι δικηγόροι του fund κάλεσαν τους 11 ενοικιαστές και τους έδωσαν προθεσμία 15 ημερών για να μετακομίσουν. Κάποιοι το έκαναν, άλλοι όμως, όπως ο Τσέμα -που ήδη πλήρωνε ενοίκιο 800 ευρώ– και πέντε ακόμη, αποφάσισαν να μην φύγουν και να ξεκινήσουν μια δικαστική μάχη για να παραμείνουν στα σπίτια τους.

«Δεν ήταν μια εύκολη απόφαση. Έχει ένα προφανές συναισθηματικό κόστος, αλλά υπάρχει επίσης μια πολιτική και συλλογική διάσταση. Αν όλοι φεύγουν σιωπηλά, η πόλη θα καταλήξει να χαθεί», τόνισε ο Τσέμα στο Público λίγες ώρες πριν από την πιθανή έξωση. «Δεν πρόκειται μόνο για την υπεράσπιση ενός διαμερίσματος, αλλά για την αμφισβήτηση ενός μοντέλου. Πολλοί ενοικιαστές στη Βαρκελώνη ζουν με τον φόβο ότι ένα fund θα αγοράσει το σπίτι τους και θα τους διώξει», εξηγεί.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν ιδιαίτερα σε πολλά δημοσιεύματα το El País και το El Diario, η ημέρα της προγραμματισμένης έξωσης μετατράπηκε σε μια πρωτόφαντη επίδειξη δύναμης της κοινότητας. Από νωρίς το πρωί, εκατοντάδες γείτονες, μέλη του Sindicat de Lloguateres (Συνδικάτο Ενοικιαστών) και ακτιβιστές, συγκεντρώθηκαν στην είσοδο του κτηρίου. Σχημάτισαν μια ανθρώπινη αλυσίδα, εμποδίζοντας τη δικαστική επιτροπή και τις αστυνομικές δυνάμεις να προσεγγίσουν. Οι ιαχές «Txema es queda» (Ο Τσέμα μένει) αντηχούσαν στους δρόμους της οδού Σαντ Αγκουστί, μετατρέποντας μια ιδιωτική τραγωδία σε συλλογικό αγώνα.
Ο Εσκόρσα ευχαρίστησε όλους όσοιτον συνέτρεξαν κι απέτρεψαν την έξωση “εάν ερχόμαστε εδώ είναι για να τους διατρανώσουμε πως δεν θα περάσουν. Αυτό δεν είναι ένα προσωπικό, ή συνδικαλιστικό, πρόβλημα, είναι πολύς ο κόσμος που πιστεύει πως η στέγαση πρέπει να είναι ένα δικαιωμα κι όχι μία επιχείρηση”, τονίσε ο ίδιος, όπως και επαναλάμβαναν πολλοί παριστάμενοι, που υποσχέθηκαν πως θα ξαναβρίσκονται στις “επάλξεις” της Σαντ Αγουστί 14 και στις 15 Απριλίου, οπότε θα επιστρέψουν οι κλητήρες, μαζύ με τις αστυνομικές δυνάμεις.
Η «Νέα Casa Orsola»: Το Σύμβολο της Αντίστασης
Ο ιστότοπος Público, δεν άργησε να κάνουν τον παραλληλισμό: ο Tσέμα Εστόρσα αναδεικνύεται στον νέο ήρωα της συλλογικής μνήμης, όπως είχε γίνει και στην υπόθεση της Casa Orsola. Η Casa Orsola, ένα εμβληματικό κτίριο στην περιοχή Eixample, που είχε αγοραστεί και πάλι από κερδοσκοπικό fund και η αποτροπή της μετατροπής της σε πολυτελείς κατοικίας έπειτα από επίπονο αγώνα και συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, που ενεργούσαν υπέρ των κερδοσκόπων, έγινε το παγκόσμιο σύμβολο της αντίστασης του αγώνα των ενοικιαστών.

Η τροπή που έλαβε κι η περίπτωση του Τσέμα, επιβεβαίωσε πως η Casa Orsola δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά η γέννηση μιας νέας μεθοδολογίας στον αγώνα κατά της κερδοσκοπίας στη στέγη, τη δίωξη των μονίμων κατοίκων από τα κέντρα, την καταπάτηση της λαϊκής στέγης. Οι ένοικοι πλέον δεν φοβούνται τα fondos buitre (κεφάλαια-όρνεα). Αντιθέτως, απέδειξαν ότι μπορούν να οργανώνονται, να κινητοποιούν κόσμο, να επικοινωνούν το πρόβλημα στα διεθνή μέσα, να ευαισθητοποιούν την κοινωνία των πολιτών και χρησιμοποιούν το άτυπο δίκαιο της γειτονιάς για να σταματήσουν τις κερδοσκοπικές επελάσεις. Η τακτική που αποδείχθηκε και στην νέα περίπτωση της Casa Orsola σημαίνει ότι κάθε σπίτι στη Βαρκελώνη μπορεί να γίνει οχυρό ενάντια στους κερδοσκόπους.
Η αντίδραση του Δήμου και της Κυβέρνησης (Generalitat)
Η πίεση από την Κοινωνία των Πολιτών ανάγκασε και τους πολιτικούς θεσμούς να πάρουν άμεση θέση. Ο Δήμος της Βαρκελώνης με επίσημη ανακοίνωσή του, απαίτησε την άμεση παύση της έξωσης. Οι δημοτικές αρχές χαρακτήρισαν την τακτική του fund «αντικοινωνική» και τόνισαν ότι το μοντέλο των colivings δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για την έξωση κατοίκων με μακροχρόνια παρουσία στις γειτονιές.
Αλλά και η τοπική κυβέρνηση της Καταλονίας (Generalitat), σύμφωνα με το Huffington Post, προχώρησε ένα βήμα παρακάτω, ανοίγοντας ένα πειθαρχικό φάκελο (expediente) κατά της ιδιοκτήτριας εταιρείας. Στον φάκελο αυτό θα εξετασθεί εάν οι εργασίες και η αλλαγή χρήσης του κτιρίου συμμορφώνονται με τη νομοθεσία περί στέγασης και αν υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος από την πλευρά του επενδυτή.
Αυτή η θεσμική αντίδραση είναι καρπός της κινητοποίησης των πολιτών. Χωρίς τους γείτονες στον δρόμο, ο Τσέμα -παρά τον δικαστικό του αγώνα θα ήταν σήμερα άστεγος και ο δήμος πιθανότατα θα περιοριζόταν σε μια τυπική δήλωση συμπαράστασης.

Το coliving και η «ανάπτυξη» ή οι «επενδύσεις» ως Δούρειος Ίππος
Αλλά γιατί το fund επέμεινε τόσο στην έξωση του Τσέμα -όπως άλλωστε κι οποιουδήποτε άλλου στη θέση του; Η απάντηση κρύβεται στη λέξη-κλειδί: Coliving. Όπως αναλύει η La Razón και η El Mundo, τα επενδυτικά κεφάλαια έχουν βρει στο coliving μια νομική «ρωγμή», προκειμένου να παρακάμπτουν τους νόμους περί προστασίας των ενοικιαστών και τα πλαφόν στα ενοίκια, που έχουν θεσπίσει τόσο οι τοπικές κυβερνήσεις, αλλά και η ίδια η κυβέρνηση του σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ.
Μετατρέποντας ένα κλασικό διαμέρισμα σε δωμάτια με κοινόχρηστους χώρους και παροχές (internet, καθαρισμό, γυμναστήριο), οι ιδιοκτήτες μπορούν να χρεώνουν πολλαπλάσια ποσά. Ένα διαμέρισμα που νοικιαζόταν για 1.000 ευρώ, μέσω του coliving μπορεί να αποδίδει 3.000 ή 4.000 ευρώ. Αυτή η επιθετική εμπορευματοποίηση της στέγης αντιμετωπίζει το δικαίωμα στην κατοικία ως ένα καθαρά χρηματοπιστωτικό προϊόν, αδιαφορώντας για τον κοινωνικό αντίκτυπο που θα έχει η έξωση ηλικιωμένων ή κι ολάκερων οικογενειών από τα σπίτια τους. ιδίως όταν κι οι κερδοσκοπικές τους κι επιθετικές κινήσεις έχουν ωθήσει στα ύψη τα ενοίκια, την ώρα που υπάρχει έλλειμμα στην παροχή στέγης και ποιότητάς της.

Το πρόβλημα στέγης: Μια υπαρξιακή κρίση για τη Βαρκελώνη
Η ιστορία του Τσέμα Εστόρσα είναι η κορυφή του παγόβουνου για το πρόβλημα, σχεδόν υπαρξιακό, που αντιμετωπίζει όσον αφορά το στεγαστικό η Βαρκελώνη. Όταν τα funds αγοράζουν ολάκερα οικοδομικά τετράγωνα, η πόλη χάνει την ψυχή της. Τα μαγαζιά της γειτονιάς κλείνουν, τα σχολεία χάνουν μαθητές και οι δημόσιοι χώροι γίνονται απρόσωποι.
Το πρόβλημα στέγης στην Ισπανία δεν είναι πλέον μόνο οικονομικό, αλλά έχει μετατραπεί σε απόλυτα πολιτικό. Η απουσία σοβαρής στεγαστικής πολιτικής και επαρκούς νομικής προστασίας των ενοικιαστών και των δανειοληπτών, η κινητοποίηση για τον Τσέμα, όπως νωρίτερα και για την Casa Orsola δείχνει ότι οι πολίτες έχουν συνειδητοποιήσει πως η δράση τους κι η προστασία της στέγης είναι το τελευταίο ανάχωμα για την προάσπιση των δικαιωμάτων τους. Κι εάν χαθεί ο αγώνας για το δικαίωμα στην κατοικία, τότε –με δεδομένο ότι κι η εργασία δεν αποτελεί πλέον εγγύηση για το βιοτικό επίπεδο κι η παιδεία κι η υγεία σιγά σιγά ιδιωτικοποιούνται και γίνονται όλο και πιο απρόσιτες για τον μέσο άνθρωπο-τότε θα καταρρεύσει κι όλο το πλέγμα των κοινωνικών δικαιωμάτων.
Τι σημαίνει συτή η κινητοποίηση;
Η ματαίωση της έξωσης του Τσέμα στέλνει τρία κεντρικά μηνύματα:

α) η συλλογική δράση αποδίδει: Σε μια εποχή που ο ναρκισσιμός, η επίδειξη κι ο άκρατος ατομικισμός υπεραγορεύονται ως απόλυτες αξίες και συμπεριφορές, η συσπείρωση της γειτονιάς στο Σαντ Αγουστί απέδειξε ότι η αλληλεγγύη μπορεί να σταματήσει την αστυνομία και τα δικαστήρια.
β) Ένας πιθανός τερματισμός της νομικής -όχι της ηθικής- ασυλίας των Funds. Τα επιθετικά επενδυτικά κεφάλαια πλέον γνωρίζουν ότι η αγορά ενός κτηρίου στη Βαρκελώνη, ιδίως όταν υπάρχουν ένοικοι, εμπεριέχει και μάλιστα με μεγάλες πιθανότητες και το ρίσκο για μια μαζική κοινωνική σύγκρουση. Τη στιγμή μάλιστα που η φήμη τους και η κερδοφορία τους θα έχει τρωθεί από τέτοιες υποθέσεις.
γ) Ανάγκη για μία νέα και τολμηρή, στιβαρή, νομοθεσία που θα υψώνει μία ασπίδα προστασίας για τους απειλούμενους ενοικιαστές. Επίσης καθιστά απαραίτητη την αυστηρή ρύθμιση των colivings και των βραχυχρόνιων μισθώσεων.
Ο Τσέμα Εστόρσα κέρδισε την πρώτη μάχη και παραμένει στο σπίτι του. Για πόσο; Κανείς δεν ξέρει σίγουρα. Το fund θα επανέλθει στις 15 Απριλίου, έστω κι εάν το μήνυμα της κοινωνίας των πολιτών και των αρχήν ήταν σαφές. Και μάλλον θα διεκδικήσει την «επένδυσή» του μέχρις εσχάτων. Όμως, η Βαρκελώνη κέρδισε μια μάχη, θυμίζοντας σε όλους ότι οι πόλεις ανήκουν σε αυτούς που τις κατοικούν και όχι σε αυτούς που τις αγοράζουν. Η «νέα Casa Orsola», όμως ήδη είναι εδώ κι οι πολίτες έδωσαν μια υπόσχεση ότι ο αγώνας για το δικαίωμα στην πόλη μόλις ξεκινά κι ίσως αποκτά κι ένα νέο κίνητρο και μεγαλύτερη ώθηση.
