Αν νιώσω την ανάγκη να γράψω ένα βιβλίο που να πουλήσει πολύ ξέρω τι πρέπει να κάνω. Εντάξει, πρέπει να συντρέχουν και δυο τρεις προϋποθέσεις ακόμα για να το κάνω, αλλά το βασικό είναι πάντα αυτό, να νιώσει κανείς την ανάγκη. Αν κανείς το θέλει, ένας σχετικά τετριμμένος αλλά πάντα ασφαλής δρόμος είναι να ικανοποιήσει τη δίψα που υπάρχει στην Ελλάδα για εφεύρεση ενός εν πολλοίς φαντασιακού αστικού παρελθόντος. Κάτι που να μας καθιστά μετόχους της πρόσφατης δυτικής ιστορίας -επειδή everybody loves a winner- και επειδή όσο να ‘ναι η απόσταση ανάμεσα στα αρχαία μάρμαρα και το μετα-σοσιαλδημοκρατικό παρόν είναι κάπως τεράστια και αγεφύρωτη.
Τέτοια είναι η περίπτωση του Θέμελη, αγαπημένου του -κάπως κομπλεξικά εμμονικού με τον διαφωτισμό και τη δυτικότητα-Σημίτη, που αναζητούσε αστικό παρελθόν στους πραματευτές και αγωγιάτες της Ηπείρου, τέτοια είναι η χίπστερ ανακάλυψη και αναβίωση των τραγουδιών της Δανάης Στρατηγοπούλου, η επιτυχία άλλων συγγραφέων που γράφουν τοπικές ιστορίες με έντονο το στοιχείο της ανάδυσης της αστικότητας ή της αναζήτησης μιας χαμένης αστικότητας. Είναι επίσης και εκείνη η διαδεδομένη νοσταλγία για τα νεοκλασικά της Αθήνας ή και η αναζήτηση εκείνου του κόσμου που συμμετέχει σε ομάδες όπως ο Αθηναϊκός Μοντερνισμός στο Facebook. Με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία αυτό το παρελθόν μπορεί να το βρει κανείς στους Έλληνες εμπόρους της ύστερης Οθωμανικής αυτοκρατορίας, στους καραβοκύρηδες των νησιών, σε ό,τι εκπροσωπεί μια Ελλάδα της Αλεξάνδρειας και γενικά της μεσογειακής διασποράς όταν ήμασταν αρχόντοι και όχι γκασταρμπάιτερ.
Υπάρχει και ένα άλλο αστικό παρελθόν στην Ελλάδα, πολύ πιο πρόσφατο και για αυτό δεν μας παίρνει -ακόμα- να λέμε φίδια, και κυρίως μικροαστικό: αυτό που χαρακτηρίστηκε από την μαζική αστικοποίηση ενός κόσμου που ήρθε από την επαρχία στην Αθήνα μετά τον εμφύλιο. Είναι ίσως οι τελευταίοι Αθηναίοι, οι τελευταίοι που εποίκησαν την κοιλάδα που η ενοχή μας βάφτισε «λεκανοπέδιο», το μέρος όπου απλώνεται το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας.
Οι τελευταίοι Αθηναίοι, με την έννοια ότι χρειάστηκε να ενσωματωθούν σε μια ριζικά διαφορετική κοινωνική συνθήκη, εκείνοι που άφησαν τα αγροτόσπιτα για να συνηθίσουν στην ομοιομορφία της πολυκατοικίας με κοινόχρηστα και κοινόχρηστες υποδομές. Εκείνες οι πολυκατοικίες πάλι, της δεκαετίας του ’50 ήταν αντίστοιχα τα τελευταία μαζικά κτίρια της Αθήνας που οι μηχανικοί τους ήταν περήφανοι για αυτά και είχαν μνημειακές αξιώσεις. Το μαρτυρούν οι γκράντε είσοδοι, οι γενναιόδωροι χώροι, η έκταση και το περίσσευμα της ανθρώπινης εργασίας στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες. Μια γενιά εγκατέλειπε την κατεστραμμένη από τον εμφύλιο επαρχία και μάθαινε να ζει στην πόλη.
Αυτό ήταν το μετεμφυλιακό περιβάλλον του Γιάννη Μαρή, μια Αθήνα ραγδαία αστικοποιούμενη που άφηνε πίσω την φτώχεια. Νομίζω ότι δεν υπάρχει άλλος που να μίλησε για αυτήν την Αθήνα σε τέτοια έκταση. Υποθέτω πρώτη φορά τον βρήκα από κάποια εφημερίδα και τα υπόλοιπα βιβλία του βρέθηκαν ή με τον ίδιο τρόπο ή αγορασμένα από κάποιον πάγκο παλαιοβιβλιοπωλείου, 1 ευρώ τα τρία κομμάτια ή κάτι τέτοιο.
Τα βιβλία του επαναλαμβάνονται και μερικές φορές αναρωτιέσαι αν αυτό που διαβάζεις τώρα το έχεις ξαναδιαβάσει και μου είναι πολλές φορές αδύνατο να θυμηθώ ποιος τίτλος αντιστοιχεί σε ποια ιστορία. Νομίζω έχει περισσότερη σημασία να μιλήσει κανείς για το αθηναϊκό σύμπαν του Γιάννη Μαρή παρά για κάποια από τις ιστορίες του. Η Αθήνα του Γιάννη Μαρή είναι οι φιλόδοξοι ήρωες της εποχής, συνήθως μηχανικοί ή αρχιτέκτονες στην αρχή της καριέρας τους. Οι γυναίκες είναι συχνά νέες ανερχόμενες ηθοποιοί, σε μια πόλη -όπως ήταν τότε η Αθήνα- που γυρίζονται εκατοντάδες ταινίες τον χρόνο και οι οποίες κάνουν εισιτήρια. Αυτός ο κόσμος προφανώς θα έρθει σε επαφή με σούπερ και διεθνείς μεγαλοεπιχειρηματίες, της εποχής που αναδυόταν ένας μεσογειακός κοσμοπολιτισμός και που η Ελλάδα ήταν μέρος αυτού. Ακόμα βρίσκουμε τον τυχοδιώκτη, τον όμορφο και αδίστακτο περιθωριακό που θα χωθεί σε μεγαλοαστικούς κύκλους, όπως και εκείνη την πρώιμη ελληνική leisure class που θα στείλει τη δράση των βιβλίων του στη Μύκονο και τη Χαλκιδική και στα Μετέωρα και όπου αλλού ήταν οι τουριστικοί προορισμοί τα πρώτα χρόνια της κρατικά προωθούμενης τουριστικής ανάπτυξης. Φυσικά, κάποτε μπαίνει στη δράση και ο αστυνόμος Μπέκας καθώς οι ανάγκες αφηγηματικού ρεαλισμού δεν επέτρεπαν την εισαγωγή ενός ήρωα ιδιωτικού ντετέκτιβ.
Στα πλαίσια της αστυνομικής λογοτεχνίας, στην πραγματικότητα βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο whodunnit και στο hardboiled και μάλλον πιο κοντά στο πρώτο. Δεν είναι παράξενο, η Ελλάδα δεν ήταν η χώρα που καθόριζε την κοινωνική και πολιτισμική εξέλιξη και επίσης μόλις έβγαινε από τη σφαίρα επιρροής της Βρετανίας για να βρεθεί σε αυτήν της Αμερικής. Από τον Μαρή λείπει το οργανωμένο έγκλημα, το έγκλημα που συνήθως βρίσκουμε είναι ένα επεξεργασμένο και πολύπλοκο έγκλημα σατανικών ανθρώπων των επιχειρήσεων, όχι το βρόμικο και μπανάλ έγκλημα του Χάμετ ή του Τσάντλερ, που και αυτοί ωστόσο δεν ξέφυγαν από τη σκιά του whodunnit, του κλειστού συνόλου που ψάχνουμε να βρούμε ποιος είναι ο εγκληματίας. Στην πραγματικότητα, γεφυρώνει μια εποχή από τη γέννηση σχεδόν του hardboiled μέχρι την πολύ δυναμική εμφάνιση του γαλλικού polar: συχνά ο ήρωάς του θυμίζει -λέει κάποιος μέσα στα βιβλία- εκείνο τον «καινούριο Γάλλο ηθοποιό» που μετά θυμούνται το όνομά του, «Αλέν Ντελόν».
Για την ώρα δεν έχω γνωρίσει κανένα σύμπαν όπου ο Γιάννης Μαρής θεωρείται μεγάλος συγγραφέας και πιθανότατα δεν πιάνει αυτά τα κριτήρια. Σίγουρα όμως, ήταν εξαιρετικά συνεπής συγγραφέας με καμία άλλη φιλοδοξία, πέρα από το pulp. Στο wikipedia μετράω 49 μυθιστορήματα, 23 ταινίες με σενάριο είτε δικό του είτε βασισμένο σε βιβλίο του και κάποιες τηλεοπτικές σειρές και αυτό είναι κάτι αξιοζήλευτο, είναι από μόνο του κάτι. Τα βιβλία του τα διαβάζω περίπου όπως παλιά διάβαζα τα Λούκυ Λουκ. Εκείνη η οικειότητα που σου προσφέρει το γνώριμο περιβάλλον και οι γνώριμοι ήρωες και ας αλλάζουν ονόματα.
Ακόμα περισσότερο, ο Μαρής είχε τη γνώση, την εργατικότητα και εννοείται την τύχη έτσι ώστε όχι μόνο να γράψει για την εποχή αλλά να γίνει κομμάτι της εποχής: τα κείμενα που έγραφε στο διαμέρισμα της καλοβαλμένης Πατησίων γίνονταν ταινίες που παίζονταν στις πολλές δεκάδες σινεμά στα Πατήσια και στην Κυψέλη. Πολύ λίγοι μπορούν να το καυχηθούν αυτό και δεν ξέρω κανέναν άλλο που να το έκανε στην Αθήνα.
