Το κρίσιμο δημοψήφισμα για το μέλλον της Ιταλίας, με τα πέντε σκέλη για την εργασία και την ιθαγένεια, δεν κατάφερε να ξεπεράσει το αναγκαίο ποσοστό προσέλευσης στις κάλπες και ακυρώθηκε.Το ισχνό ποσοστό (λίγο πάνω από το 30%) των Ιταλών που στις 8-9 Ιουνίου θυσίασαν λίγα λεπτά μέσα στο 3ήμερο της αργίας, πέρα από την αδιαφορία και την απαξίωση για την πολιτική που πλέον χαρακτηρίζει μία απογοητευμένη κοινωνία, αλλά κυρίως αναδεικνύει και την αποτυχία της αντιπολίτευσης στη νεοφασίστρια πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι να πείσει και να συσπειρώσει την κοινωνία.

Ο μέσος Ιταλός υπάκουσε στην προτροπή της κυβέρνησης να απέχει από τις κάλπες, αδιαφορώντας για τη σημασία μίας νίκης του λαού στο δημοψήφισμα -έστω και στον περιορισμένο βαθμό των πέντε ερωτημάτων που είχαν γίνει δεκτά να τεθούν στην ετυμηγορία του από το Συνταγματικό Δικαστήριο. Μία τέτοια επιτυχία θα ανέκοπτε ορισμένως την απορρυθμιστική πολιτική της Μελόνι σε όλους τους τομείς της οικονομικής, εργασιακής και κοινωνικής ζωής στη χώρα. Κυρίως γιατί οι Ιταλοί καλούνταν να αποφασίσουν για την προστασία της εργασίας τους στα επόμενα χρόνια, σε μία χώρα όπου η εποχικότητα, η ανασφάλεια, οι απολύσεις και η επισφάλεια στους χώρους εργασίας αυξάνονται διαρκώς, καθώς τα τέσσερα ερωτήματα αφορούσαν: την επαναπρόσληψη των παράνομα απολυθέντων εργαζομένων, την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την κατάργηση των συμβάσεων έργου κι εποχιακής απασχόλησης και τους κανονισμούς για την ασφάλεια στους χώρους εργασίας και τις ευθύνες των εργοδοτών-εργολάβων σε περιπτώσεις εργατικών ατυχημάτων. Αλλά και το πέμπτο σκέλος, για τη χαλάρωση των αυστηρών κανονισμών για την παραχώρηση ιταλικής ιθαγένειας σε ξένους και τούτο αφορά το εργασιακό μέλλον της χώρας και την ανάπτυξή της, μιας και στην τελευταία έρευνα της Istat η εργασία των μεταναστών και η δημογραφική συνεισφορά τους έχει βοηθήσει ώστε η κατάρρευση, οικονομική και πληθυσμιακή, στην Ιταλία να έχει προσώρας ανασταλεί.

Δίκαια μετά το πέρας της ψηφοφορίας ο κύριος εκφραστής της «αποχής» ο ανεκδιήγητος ιδαλγός του φασισμού πρόεδρος της Γερουσίας, Ινιάτσιο Λα Ρούσα επιχαίρει για το αποτέλεσμα και για την «αποστροφή των Ιταλών στην πολιτική και για την «αποτυχία του ‘διευρυμένου πόλου’ της κεντροαριστεράς», η οποία ουσιαστικά επικυρώνει την κυριαρχία της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Και δεν έχει άδικο. Όσο κι εάν η γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος (Pd) Έλι Σλάιν και άλλων μελών του κόμματός τους προσπαθεί να διασκεδάσει τις εντυπώσεις, διατυπώνοντας το σόφισμα πως «τα 14 εκατ. που ψήφισαν ‘ναι’ –το οποίο επικράτησε συντριπτικά στις ψήφους του ‘όχι’ στο δημοψήφισμα- είναι περισσότεροι απ’ όσους ψήφισαν το κόμμα της Μελόνι», δεν μπορεί να αντιστρέψει την αποτυχία.
Ο χλιαρός τρόπος, έως κι απρόθυμος, με τον οποίο η κεντροαριστερή αντιπολίτευση (Pd, Κίνημα 5 Αστέρων, Αριστερά) πραγματοποίησαν την εκστρατεία για το δημοψήφισμα, οι διαξιφισμοί μεταξύ τους για πολλά θέματα (Ουκρανία, Γάζα) δεν έπεισαν τους ψηφοφόρους. Όχι μόνο για τη σημασία του περιεχομένου των ερωτημάτων στο δημοψήφισμα, αλλά και για την αποτελεσματικότητα των ίδιων του πολιτικού δυναμικού των κομμάτων αυτών. Γιατί και στην περίπτωση του δημοψηφίσματος, τα «μεταρρυθμιστικά» στοιχεία του Pd -που φλερτάρουν με το Italia Viva του Ματέο Ρέντσι και του Κέντρου του Καλέντα- αντιστάθηκαν στη σύμπλευση του κόμματος με τα σημεία του δημοψηφίσματος που αφορούσαν τα εργασιακά. Αυτά δηλ. που στόχο είχαν την επιβίωση του κατάπτυστου Jobs Act του Ρέντσι, την απορρύθμιση στην εργασία, που έχει ενταφιάσει δικαιώματα, ασφάλιση και μέλλον για εκατ. εργαζομένους. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ρέντσι αισθάνεται ο πιο δικαιωμένος απ’ όλους με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Και κατά δεύτερον η Μελόνι, η οποία στο εξής είναι σχεδόν ελεύθερη να προωθήσει τα σχέδια της για την ευρύτερη ιδιωτικοποίηση όλων των εργασιακών, εκπαιδευτικών και νοσηλευτικών πεδίων, την πλήρη απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων και τη συρρίκνωση της κοινωνικής ασφάλισης.
Γι’ αυτά που το δημοψήφισμα θέλησε να αποτελέσει ένα ανάχωμα και συνάμα να δημιουργήσει μια καινούργια πολιτική βάση, που με κύριο πυρήνα τον πληττόμενο κόσμο της εργασίας, τους ενσωματωμένους και με δικαιώματα μετανάστες, θα δημιουργήσουν ένα νέο αγωνιστικό υποκείμενο που θα αναζωογονήσει τους αγώνες και τις διεκδικήσεις, αλλά και θα ενθαρρύνει ξανά την κοινωνία, που μοιάζει απογοητευμένη από την υποτονικότητα και, ακόμη χειρότερα, τη σύμπλευση των υποτιθέμενων κεντροαριστερών κομμάτων με νεοφιλελεύθερες-φιλευρωπαικες ή ακόμη ακόμη κι αντιδραστικές πολιτικές, συμφωνώντας με τις πολεμοχαρείς βλέψεις της Ε.Ε. και σιγώντας (εάν δεν επικροτούν κιόλας) απέναντι στην ισραηλινή θηριωδια στη Γάζα.
Οι δύο διαδηλώσεις, η μια κανονική «αριστερή» και η άλλη «ίσων αποστάσεων» με επικεφαλής το Pd, «μετανοημένους» αριστερούς και το Κέντρο, συνηγορούν στην έλλειψη εμπιστοσύνης που δείχνει πια ο κόσμος στα “φαντάσματα” της προοδευτικής παράταξης και στην ικανότητα τους να προστατεύσουν και να εγγυηθούν τα οποία δικαιώματα του εργαζόμενου κόσμου. Άλλωστε και το σημερινό καθεστώς στην εργασία μια διεύρυνση του Jobs Act, που το ίδιο το Pd επί ηγεσίας του Ματέο Ρέντσι θέσπισε και ουδέποτε κατήργησε, ακόμη κι όταν ο εμπνευστής του ήταν πλέον persona non vrata και πολιτικός αντίπαλος. Αντίθετα το Pd στάθηκε ο πυλώνας που στήριζε την δοτη κυβέρνηση του Μάριο Ντραγκι, που επέκτεινε την ιδιωτικοποίηση, την εργασιακή απορρύθμιση, τις απολύσεις, την καταστολή.
Πλέον, μετά την αποτυχία στο δημοψήφισμα, θα πρέπει να αναμένονται και νέες διεργασίες και αναβρασμός μέσα στο Pd, με την Σλάιν να αμφισβητείται τόσο από τη δεξιά, όσο και την αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Ίσως εκείνος που χρεώθηκε τη μεγαλύτερη ήττα στην αποτυχία του δημοψηφίσματος είναι ο επικεφαλής του μεγαλύτερου ιταλικού εργατικού συνδικάτου Cgil, Μαουρίτσιο Λαντίνι. Είναι εκείνος και το σωματείο του που επέμειναν, προσέφυγαν στη δικαιοσύνη, συγκέντρωσαν μέσα από μία επίμονη και τεράστια εκστρατεία τις αναγκαίες υπογραφές για να κυρωθεί και να στηθεί η ψηφοφορία για το δημοψήφισμα. Όπως φάνηκε από το αποτέλεσμα, είναι άλλο να πείσεις κάποιον να βάλει μία υπογραφή κι άλλο να τον συνεγείρεις, ώστε να προσέλθει και στην κάλπη. Η ελπίδα πως χάρις στα εργατικά συνδικάτα μπορεί να (επανα)δημιουργηθεί μία ισχυρή και πειστική αντιπολίτευση στη Μελόνι από την ίδια τη βάση της κοινωνίας, ανατράπηκε σε τούτο το ισχνό 30%. Ο ίδιος ο Λαντίνι αρνήθηκε να παραιτηθεί, ούτε και να αλλάξει κάτι στην Cgil, επιμένοντας πως τα σχεδόν 15 εκατ. που προσήλθαν στις κάλπες αποτελούν το νέο πρόπλασμα για ένα νέο ξεκίνημα, είναι η νέα βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτισθεί.

Όμως το πιο ανησυχητικό δεδομένο που βγήκε από το δημοψήφισμα είναι η γνώμη των Ιταλών για τη χαλάρωση των κριτηρίων για την απόκτηση ιθαγένειας από τους ξένους στη χώρα (από 10 σε 5 χρόνια). Το 35% όσων ψήφισαν «όχι» για την ιθαγένεια, αποκαλύπτει πως πολλοί Ιταλοί έχουν εμποτισθεί με την αντιμεταναστευτική και λαϊκιστική ρητορεία κι ενώ ψήφισαν «ναι» για τα εργασιακά, απέρριψαν την ενσωμάτωση των ξένων. Την ίδια στιγμή που οι πολίτες καλούνταν να αποφασίσουν για την ιθαγένεια και την εργασία, ο ξενοφοβικός ηγέτης Λέγκας Ματέο Σαλβίνι συμμετείχε σε ακροδεξιά φιέστα που διοργάνωνε στο Λουαρέ της Γαλλίας η Μαρίν Λεπέν για να γιορτάσει το 31% στο κόμμα της στις περσινές ευρωεκλογές.
Το 35% του όχι, αποτελεί μία επιπλέον ένδειξη πως ο ρατσισμός κι η μισαλλοδοξία στην Ιταλία αυξάνεται. Κάτι που κάνει ακόμη πιο μεγάλη την ήττα της πρωτοβουλίας των συνδικάτων, που έβαλαν την ισοτιμία στη δουλειά και τη ζωή για όλους τους εργαζομένους -ξένους και Ιταλούς- στο επίκεντρο των διεκδικήσεών τους, συνδυάζοντας και τα πέντε ερωτήματα. Και τούτο γιατί μοιάζει πως δεν κατάφερε να πείσει εντελώς τους πολίτες ότι εργασία και μετανάστευση είναι αλληλένδετα ζητήματα για την προκοπή της κοινωνίας και την οικονομική ευημερία.

Σε μία χώρα όπου η φτωχοποίηση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού (ιδίως στρωμάτων που άλλοτε είχαν μεγάλο κύρος στην κοινωνία, πχ εκπαιδευτικοί, γιατροί, δημόσιοι λειτουργοί, μικρομεσαίοι), εκεί όπου η εποχική και προσωρινή απασχόληση έχει αντικαταστήσει την αξιοπρεπή εργασία, όπου τα εργατικά ατυχήματα και η επισφάλεια στους χώρους δουλειάς, οι αυθαίρετες απολύσεις και η υπεραπασχόληση και η εξαναγκασμένη πειθαρχία αποτελούν κανόνα κι όχι εξαίρεση, όταν νέοι και πτυχιούχοι, ακόμη και μετανάστες, εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας καλλίτερες συνθήκες εργασίας και ζωής, η ηχηρή αποτυχία του δημοψηφίσματος για την εργασία και την ιθαγένεια της 8ης-9ης Ιουνίου, αποτελεί μία άτακτη οπισθοχώρηση στις πολιτικές συνθήκες, που το ίδιο το δημοψήφισμα θέλησε να ανασχέσει.
Πλέον η αντιπολίτευση, τα συνδικάτα, αλλά και η αριστερά θα πρέπει να διανύσουν ακόμη μεγαλύτερη απόσταση, έχοντας γυρίσει στο μηδέν, για να ξαναχτίσουν την αναγκαία ζωτικότητα, να εμπνεύσουν την αποφασιστικότητα και κυρίως την ελπίδα πως η αντιδραστική «λευκή επανάσταση» της συμμαχίας ακροδεξιάς και νεοφιλελευθερισμού του «κράτους κρίση» μπορεί να αντιμετωπισθεί από τη βάση της εργασίας και της κοινωνίας και με τρόπο μαζικό.
