Ίσως η περισσότερο ριζοσπαστικοποιημένη δεξιά στην Ευρώπη, η παραδοσιακή παράταξη που, έχοντας αφήσει πολύ πίσω πλέον και τον λαϊκισμό και λοξοκοιτάζει όλο και πιο πολύ έντονα προς την ακροδεξιά, μάλλον είναι η ισπανική. Λόγω και της πολιτικής συνεργασίας της σε αυτοδιοικητικό κaι επίπεδο Αυτόνομων Περιφερειών και -εξαιτίας αυτής- του ψηφοθηρικού ανταγωνισμού σε ιδεολογικό πεδίο με την ακροδεξιά του Vox του Σαντιάγο Αμπασκάλ για την ηγεμονία στον χώρο, η συντηρητική δεξιά του Λαϊκού Κόμματος (ΡΡ) έχει ξεκινήσει ένα «λευκό πραξικόπημα», ανακαταλαμβάνοντας κυριολεκτικά τους δρόμους από την άφωνη πλέον μη σοσιαλιστική αριστερά. Και μάλιστα, με πρωτεργάτριες και σημαιοφόρους της ακόμη μεγαλύτερης ριζοσπαστικοποίησής της, δύο γυναίκες, το ΡΡ ρέπει και τείνει να μετατραπεί ακόμη και σε ένα ανοικτά «Τραμπικό» κόμμα.

Θα έλεγε κανένας πως αυτά είναι υπερβολή: όμως η Περιφερειάρχης της Μαδρίτης Ισαβέλ Αγιούσο και μία πρώην προκάτοχός της, η Εσπεράνθα Αγκίρε -που πρόσφατα εξέδωσε ένα βιβλίο, σχεδόν μανιφέστο για τις νέες τάσεις της δεξιάς- φανερώνουν με τα έργα και τις ημέρες τους τη στροφή της συντηρητικής δεξιάς σε ένα μείγμα άκρατου νεοφιλελευθερισμού και μισαλλόδοξου πατριωτικού ριζοσπαστισμού. Εάν το κόμμα τους, το ΡΡ, έχει εξαπολύσει μία εκστρατεία φθοράς, με μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στη «χούντα» της κυβέρνησης μειοψηφίας Σοσιαλιστών-Sumar και των «αυτονομιστών» που κατά τους δεξιούς και ακροδεξιούς την κρατούν όμηρο, εάν δυναμιτίζουν σε περιφερειακό κι αυτονομικό επίπεδο μεταρρυθμίσεις για τις μη καστιλιάνικες τοπικές γλώσσες, την ιστορική μνήμη και την καταδίκη του φρανκικού παρελθόντος, τα μέτρα για την οικογένεια και την πολιτική για τη μετανάστευση και το άσυλο, οι ‘Ηγερίες’ της νέας ριζοσπαστικοποιημένης τάσης στο ΡΡ προχωρούν ακόμη μακρύτερα. Με τις πολιτικές τους πράξεις ή τις εμπρηστικές δηλώσεις και δημοσιεύσεις, παροξύνουν την πολιτική αντιπαράθεση στο έπακρο. Με την Αγιούσο μάλιστα να αμφισβητεί ακόμη και την επίσημη θέση του κόμματος, εάν κάπου αυτή (πχ μετανάστευση, κοινωνική κατοικία) είναι κάπως ηπιότερη κοινωνικά και όχι εξ ολοκλήρου ευμενής στο μείγμα οικονομικού νεοφιλελευθερισμού-ακραίου κοινωνικού συντηρητισμού, που χαρακτηρίζει τις νέες τάσεις της φλερτάρουσας με την ακροδεξιά συντηρητική παράταξη.
Ο νέος «άθλος» της Αγιούσο δε, ήλθε να συνταράξει την κοινή γνώμη ήταν η διαρροή του νομοσχεδίου που ετοίμαζε να καταθέσει στην τοπική Βουλή για την Ανώτατη Εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια και την Επιστήμη. Σε αυτό το νομοσχέδιο, βάζοντας κάτω και την κυβέρνηση Μητσοτάκη για την «ασφάλεια» των Παν/μιων, η Αγιούσο θέσπιζε τσουχτερά πρόστιμα 5.000 ευρώ για την απλή ανάρτηση πανό και 100.000 ευρώ για παράνομες εκδηλώσεις (καταλήψεις, διαμαρτυρίες) ή μη εξουσιοδοτημένη διαδήλωση. Η Ισαβέλ Ντίαθ Αγιούσο ακολουθεί κατά πόδας τον δρόμο του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατέτρεξε και σταμάτησε τις χρηματοδοτήσεις, αφού απείλησε και απέλασε ξένους φοιτητές. Και σήμερα, φέρνοντας την κατάσταση στα άκρα στην Καλιφόρνια, εκτοπίζει χιλιάδες μετανάστες και παράλληλα, κλιμακώνοντας την ένταση δημιουργεί έναν «εσωτερικό» (πέραν του εξωτερικού) εχθρό -όπως στη Γερμανία της δεκαετίας του ‘30, με τους εβραίους, τους ξένους, τους ομοφυλόφιλους, τους «μη κανονικούς»- ακολουθώντας το παράδειγμα του Καρλ Σμιτ. Κι αφού δημιουργήσει ένα χάος, τότε παρεμβαίνει ως μοναδικός εγγυητής του «νόμου και της τάξης».

Κατ’ ανάλογο τρόπο πολιτεύεται και η Αγιούσο: πρώτα έχει εξωθήσει στα άκρα την αντιπαράθεση, λόγω της υποχρηματοδότησης και της μη στελέχωσής τους, με τα Παν/μια και τους φοιτητές. Και τώρα, αφού προκάλεσε με τις παραλείψεις και προκλήσεις της ένα κύμα απεργιών στη δημόσια εκπαίδευση και καταλήψεις και διαδηλώσεις στα Παν/μια, η Αγιούσο ρίχνει λάδι στη φωτιά, με τα πρόστιμα. Μία κίνηση που θέτει εν αμφιβόλω ακόμη και την ίδια την αυτονομία του Παν/μιου, ως θεσμού που αποφασίζει για το ‘αξιόποινο’ ή το δίκιο μίας πράξης στο εσωτερικό του. Σύντομα, εικόνες με συγκρούσεις ενδέχεται να βιώσει η Ισπανία στις πανεπιστημιουπόλεις της Μαδρίτης. Γιατί ήδη η ακαδημαϊκή και φοιτητική κοινότητα έχουν ανακοινώσει κινητοποιήσεις ενάντια στην πρόθεση της φιλόδοξης Περιφερειάρχη. Τα πρόστιμα, που θα επιβάλλονται στα Παν/μια ανοίγουν ένα νέο κεφάλαιο στην ευθεία πλέον σύγκρουσή της με τα δημόσια πανεπιστήμια της Μαδρίτης για τον οικονομικό στραγγαλισμό που αντιμετωπίζουν.
Μόλο που η ίδια έσπευσε να αρνηθεί πως υπάρχει τέτοιο σχέδιο, τα γεγονότα και τα έγγραφα το αποδεικνύουν. Σε περίπτωση που το νομοσχέδιο, χάρις στην πλειοψηφία και τη στήριξη του Vox εγκριθεί στο τοπικό Κοινοβούλιο, τότε η Αγιούσο θα έχει ένα σημαντικό κατασταλτικό όπλο απέναντι στο αυτοδιοίκητο των Παν/μιων και τίποτε δε θα την εμποδίσει από το να προωθήσει τα σχέδιά της για την πλήρη ιδιωτικοποίηση και ιδεολογικοποίηση της παιδείας προς μία ταξικότερη κατεύθυνση. Αυτό δηλ. που πασχίζει να κάνει κι η κυβέρνηση Τραμπ στα αμερικανικά πανεπιστήμια.
Βέβαια, τα σημάδια της επιθετικής διάθεσης της Αγιούσο απέναντι στα Πανεπιστήμια ήσαν πάντοτε αδρά και ευκολοερμήνευτα. Μόλις πριν έναν χρόνο, ο τοπικός υπουργός Παιδείας της Περιφέρειας της Μαδρίτης Εμίλιο Βιτσιάνα δήλωνε το γνωστό: “πάντα υποστηρίζουμε ότι η πολιτική θα πρέπει να μένει έξω από τις τάξεις. Από την Περιφέρεια της Μαδρίτης, θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να διασφαλίσουμε ότι αυτό θα συμβεί”. Ενώ πριν λίγους μήνες -κι ενώ είχαν ξεκινήσει οι διαδηλώσεις στα Παν/μια, ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει «απαραίτητη» την καθιέρωση ενός πειθαρχικού καθεστώτος στο Πανεπιστήμιο. Επικαλούμενος πάντα τη «σημασία να διασφαλίζεται η άσκηση των συνταγματικών δικαιωμάτων, η ελευθερία της έκφρασης, η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι. Ένα πράγμα είναι μια ειρηνική συγκέντρωση κι άλλο η παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας οχημάτων ή ατόμων που προσκόπτουν τις ακαδημαϊκές ελευθερίες. Υπάρχουν θεμελιώδη όρια που δεν μπορούν να ξεπεραστούν». Όσο για το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας, της χρηματοδότησης των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και της προστασίας του δικαιώματος στέγασης των φοιτητών που καταπατώνται οικτρά από την υποχρηματοδότηση, την ιδιωτικοποίηση, τις εργολαβίες, την ανύπαρκτη στεγαστική και κοινωνική πολιτική, συνήθως δε μιλάει κανείς.
Η ίδια η Αγιούσο, οι πολιτικές της ενάντια στη δημόσια εκπαίδευση και το Πανεπιστήμιο κλείνουν μία 5ετία, τον περασμένο Νοέμβριο είχε διαμαρτυρηθεί πως «η αριστερά έχει αποικίσει παντελώς το δημόσιο Πανεπιστήμιο Complutense της Μαδρίτης». Είχε προηγουμένως απειληθεί με διαγραφή όταν πήγε να παραλάβει τη διάκρισή της ως ‘επιφανής φοιτήτρια’ από το ίδιο Πανεπιστήμιο και όταν μετέβη στο Complutense αντιμετώπισε διαμαρτυρίες από εκατοντάδες νέους.
Μπροστά στον κίνδυνο να ποινικοποιηθεί η φοιτητική δράση, πολλοί νέοι φοιτητές και καθηγητές, που συμμετέχουν μαζί κι ενεργά στις διαμαρτυρίες της πανεπιστημιακής κοινότητας, προειδοποιούν για την καταστολή που βιώνουν από πρώτο χέρι. Γιατί οι μηχανισμοί και οι διαδικασίες της καταστολής έχουν ήδη εισβάλλει στις πανεπιστημιουπόλεις της Μαδρίτης, σε μια προσπάθεια να περιορισθούν οι διαδηλώσεις, οι δράσεις κι οι διαμαρτυρίες.
Η Αγιούσο, με τα πρόστιμα, στοχοποιεί καθαρά με τραμπικό τρόπο τους φοιτητές και τους πανεπιστημιακούς, επιδιώκοντας να φιμώσει τη διαφωνία, να ισοπεδώσει την κριτική μέσα στους χώρους της εκπαίδευσης -όσο κι εάν πλήττονται- και φυσικά να θωρακίσει τον εαυτό της από κάθε δημόσιο κατηγορώ ή ορθολογική απόρριψη της πολιτικής της. Ακριβώς όπως κάνει κι ο Τραμπ. Κι επιπλέον, να δημιουργήσει κι ένα μη ασφαλές περιβάλλον για τη διαφωνία μέσα στα πανεπιστήμια. Δηλ. είτε με τη «φωνή της λογικής» των «επιμελών» φοιτητών που δεν θέλουν πολιτική μέσα στις τάξεις και νοιάζονται για τις σπουδές, την επαγγελματική τους εξέλιξη κλπ κλπ. Είτε, όπως έγινε και στο Χάρβαρντ στις ΗΠΑ ή αλλού, όπου χαρακτηρίζονταν ταραξίες κι αντιαμερικανοί όσοι διαμαρτύρονταν ενάντια στο Ισραήλ, ή υπερασπίζονταν μαύρους, δικαιωματικούς κ.ο.κ. Στη δεδηλωμένη αναθεωρητική της στάση, η Αγιούσο τείνει να μοιάσει επακριβώς στον Τραμπ. Ή και στα άλλα κακέκτυπά του, όπως η ακροδεξιά πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι και το κατάπτυστο διάταγμά της για την «ασφάλεια», που καταστέλλει και καταπατά για χάριν του ακραίου και ριζοσπαστικού συντηρητισμού της όλες τις κοινωνικές ελευθερίες και δικαιώματα, με πρόφαση την διατήρηση της «δημόσιας ασφάλειας».
Παράλληλα και η έτερη προκάτοχος της Αγιούσο στην Περιφέρεια της Μαδρίτης Εσπεράνθα Αγκίρε έκανε πρόσφατα την επανεμφάνισή της με απόψεις ριζοσπαστικές, που προκάλεσαν σάλο. Σε πρόσφατο βιβλίο της, υπό τον τίτλο «Μία φιλελεύθερη στην πολιτική», εκτός των άλλων η Αγκίρε εμφανίζεται ως απολογήτρια του Φράνκο, του οποίου το καθεστώς -όπως δηλώνει- «ήταν πολύ καλύτερο από τη σημερινή δικτατορία του σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ». Ή ότι με τον Φράνκο πίναμε καλύτερα (sic!), γιατί η δικτατορία του βοήθησε στην άνοδο και στερέωση της μεσαίας τάξης!! Η αδιαφιλονίκητη Ηγερία του φιλελευθερισμού στην Ισπανία, ξεδιπλώνει σε όλη του την έκταση ένα ανοίκειο συνονθύλευμα από ακραίες φιλελεύθερες και ακραίες συντηρητικές απόψεις. Γεγονός που αναδεικνύει πόσο εφάπτονται, ώστε να είναι ολωσδιόλου απροσδιόριστα τα όριά τους, η ριζοσπαστικοποιημένη δεξιά ρητορεία με την ακροδεξιά υστερία.
Στο κυνικό και τυχοδιωκτικό ‘j’ accuse’ της η Αγκίρε ελεεινολογεί τον «θεσμικό αποικισμό» των Σοσιαλιστών σε δικαιοσύνη και θεσμούς, που αποδεικνύει την «αποτυχία του κομμουνισμού» απέναντι στην ελευθερία της ανάπτυξης που ο φιλελευθερισμός προάγει. Όπως κι ο Τραμπ, έτσι κι η Αγκίρε βάζει πρώτα πρώτα στο στόχαστρό της τη δικαιοσύνη, καθώς στη σύγχρονη ριζοσπαστικοποιημένη κι αυταρχική δεξιά το δίκαιο κι ο έλεγχός του, είτε με την εργαλειοποίηση υπέρ των πολιτικών αποφάσεων ή τον πόλεμο εναντίον της αυτονομίας του, είτε με, ανάλογα, την συνταγματικοποίηση ή την αγνόηση και καταπάτηση του Συντάγματος, θεωρείται ένας από τους βασικούς μοχλούς για τον έλεγχο της κοινωνίας και τους κράτους.
Βέβαια, η Αγκίρε συσκοτίζει το γεγονός ότι και η φιλελεύθερη αποστροφή στο ‘κράτος’ και τους θεσμούς αποτελεί απόκλιση και καταπάτηση των συνταγματικών κανόνων κι ελευθεριών, υπέρ της αυθαιρεσίας του iusnaturalismus. Το μονομερές κατηγορώ της στη σοσιαλιστική κυβέρνηση πως έχει επιβάλλει «κομματική κατοχή» στη Γενική Εισαγγελία του κράτους και το Ανώτατο Δικαστήριο, με αφορμή κυρίως τις αποφάσεις για την «αμνήστευση» των Καταλανών πολιτικών και την «ιστορική μνήμη», είναι μία επιβεβαίωση για την ανατροπή της αρχής της ισοδυναμίας. Η ωμή εργαλειοποίηση της δικαιοσύνης για την καταστολή στην Καταλονία ή για την ανατροπή νόμων (όπως για την Ιστορική Μνήμη και τον Φρανκισμό, την οικογένεια, τους μετανάστες και την ενσωμάτωσή τους, την προστασία της τοπικής γλώσσας και των δικαιωμάτων κοινωνικών ή ταυτοτικών ομάδων) από κυβερνήσεις του ΡΡκαι του Vox σε πολλές Περιφέρειες αποτελεί μία απόδειξη της μαυλιστικής διγλωσσίας και της διαστρέβλωσης της πραγματικότητας από μέρους της Αγκίρε, που σε αυτό το σημείο παρακολουθεί στενά τα όσα πράττει και λέει ο Τραμπ.
Δεν είναι τυχαίο που το βιβλίο της Αγκίρε -ένα μείγμα μανιφέστου και πολιτικού απολογισμού- προλογίζει, ποια άλλη; Η Αγιούσο. Η νυν Περιφερειάρχης της Μαδρίτης επαινεί την Αγκίρε, περιγράφοντάς την ως «μια αληθινή πολιτικό και μια θαρραλέα γυναίκα στην οποία πολλοί οφείλουν πολλά για την πολιτική τους κλίση. Επειδή έθεσε ένα πρότυπο. Και η Περιφέρεια της Μαδρίτης θα της είναι πάντα ευγνώμων που την έβαλε στο εφαλτήριο, χάρις στο οποίο σήμερα πετάμε ψηλά, όλοι εμείς που την έχουμε κάνουμε δεύτερο σπίτι για όλους μας, υπηρετώντας την Ισπανία «.
Ακριβώς με Τραμπικό ύφος και νεοφιλελεύθερα επιχειρήματα σαν αυτά του Αργεντίνου ακροδεξιού προέδρου Χαβιέρ Μιλέι, η Αγκίρε υποστηρίζει ότι η Ισπανία βιώνει μια ανησυχητική στροφή προς «τη φτώχεια, την ανισότητα και τη στέρηση ελευθεριών», εξαιτίας της «πλήρους κατάληψης» των κρατικών εξουσιών από την εκτελεστική εξουσία. «Η κυβέρνηση έχει γίνει όμηρος -και συνεργάτης- των αυτονομιστικών κομμάτων», δηλώνει από τις πρώτες σελίδες. Μόνο που η φτώχεια, οι ανισότητες κι η στέρηση ελευθεριών είναι ταυτόσημες με την πολιτική λιτότητας, της καταστολής στην Καταλονία και στο μεταναστευτικό, του Μαριάνο Ραχόι και του ΡΡ στην περασμένη 10ετία, ενώ σήμερα με την κυβέρνηση Σάντσεθ οι μισθοί έχουν ανέβει, μία κοινωνική πολιτική ακόμη χάρις στο Sumar ασκείται και στο διπλωματικό επίπεδο (Γάζα κλπ) η Ισπανία είναι σε καλλίτερη θέση απ’ ότι πριν.
Αλλά η Αγκίρε λησμονεί και κατηγορεί την κυβέρνηση του PSOE για τον «άνευ προηγουμένου θεσμικό αποικισμό» και την «κομματική κατοχή» οργανισμών όπως το η κρατική ραδιοτηλεόραση RTVE, οι μυστικές υπηρεσίες CIS, το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και το Συνταγματικό Δικαστήριο. Και αποσιωπώντας το πόσο είχε κομματικοποιήσει το κράτος και τους θεσμούς του το ΡΡ, προειδοποιεί επίσης για αυτό που ερμηνεύει ως μια ενορχηστρωμένη εκστρατεία για τον έλεγχο της δικαστικής εξουσίας και την αποδυνάμωση της διάκρισης των εξουσιών.

Μάλιστα, υπό την τραμπίζουσα φιλελεύθερη οπτική της, η Αγκίρε υποστηρίζει ότι το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο στην τρέχουσα σοσιαλιστική κυβέρνηση, αλλά και στην αποδυνάμωση των πολιτικών εναλλακτικών λύσεων εκ μέρους της ίδιας της ισπανικής δεξιάς. Της οποίας αμφισβητεί την έλλειψη ιδεολογικής σταθερότητας ς και κηρύττει την παλιννόστηση στις ιδέες που ανέκαθεν υπερασπιζόταν -και που αποτελούν την επωδό όλων δεξιών λαϊκιστών απανταχού του κόσμου: λιγότερο κράτος, περισσότερη ελευθερία και σταθερή δέσμευση στην αξιοκρατία.
Φυσικά, μέσα στις σελίδες του βιβλίου δεν λείπουν τα ωσαννά για πολιτικούς όπως οι Χοσέ Μαρία Αθνάρ, και οι πνευματικοί της γονείς Μάργκαρετ Θάτσερ και Ρόναλντ Ρίγκαν. Ενώ ακόμα πιο εκπληκτικό είναι το πόσο ευμενώς εκφράζεται για τον πρόεδρο της Αργεντινής Χαβιέ Μιλέι, τον οποίο αναγνωρίζει ως νέο σημαιοφόρο του φιλελευθερισμού σε εποχές «πολιτικού καθωσπρεπισμού» και «εμμονής με την παραπληροφόρηση». Εννοιολογικές αποχρώσεις που παραπέμπουν στον ίδιον τον Μιλέι και τον μέντορά του, τον Τραμπ.
Κηρύσσοντας την ανοικοδόμηση ενός φιλελεύθερου πολιτικού σχεδίου, που θα αποκαθιστά τις ατομικές ελευθερίες (του κεφαλαίου εννοείται) και θα προσφέρει στους πολίτες περισσότερα εργαλεία για “ευημερία” από απλή προστασία (βλέπε κοινωνικό κράτος), η Αγκίρε ζητεί από τη δεξιά να αποβάλλει τον «δειλό συντηρητισμό της». Και σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα τμήματα του βιβλίου της , η Αγκίρε επιτίθεται σε αυτό που αποκαλεί «υπεροχή του αυτονομισμού» (Καταλονία, Βάσκοι, Γαλιέγοι κλπ) και στη «δομική αποτυχία του κομμουνισμού» (sic!) και την καταχρηστική χρήση των νόμων-διαταγμάτων και τον «ιδεολογικό έλεγχο του Τύπου» από την κυβέρνηση. Όλα αυτά, υποστηρίζει, έχουν συμβάλει στην πολιτική απαρέσκεια του κόσμου και σε αυξανόμενη δυσπιστία τους απέναντι στην θεσμική πολιτική. Πάλι εδώ η Αγκίρε ανασύρει ξανά την αντικομμουνιστική υστερία, τη διαστρέβλωση της «αριστερής χούντας» και της κάστας, των ελίτ κλπ, που τόσο κοινό στρατήγημα αποτελεί στις εκστρατείες των λαϊκιστών και ριζοσπαστικοποιημένων δεξιών, αλλά και της ακροδεξιάς. Αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο πως δεν είναι τόσο η ακροδεξιά που ανεβαίνει εκλογικά, είναι ο τρόπος καθ’ ον έχει ριζοσπαστικοποιηθεί η δεξιά, που καθιστά πολύ δυσδιάκριτα πλέον τα όρια στο δεξιό στρατόπεδο -και για τούτο υπάρχουν και συχνές μετατοπίσεις ψηφοφόρων και διακυμάνσεις εκλογικών ποσοστών ανάμεσα στις δύο τούτες ανταγωνίστριες δυνάμεις. Οι πράξεις και τα λόγια των δύο Μεγάλων Κυριών της ισπανικής δεξιάς και της Περιφέρειας της Μαδρίτης (της μίας πρώην και της μίας νυν, που όμως συνδέονται ιδεολογικά και ως προς τις υπέρμετρες φιλοδοξίες) , το αποδεικνύουν έμπρακτα.
