H ακροδεξιά όποια κι εάν είναι η μορφή της δεν χάνει ευκαιρία και εκμεταλλευόμενη έναν πολιτικό λειτουργισμό με την ψυχική προδιάθεση της κοινωνίας, την οποία διαθετικά χειραγωγεί με τον τεχνητό υπερτονισμό μίας αναγκαιότητας (πχ «ασφάλεια», «πατριωτισμός» κλπ), δεν σταματά ποτέ να επιδιώκει να απλώσει το δίκτυο του ελέγχου και της καταστολής. Στην Ιταλία, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με μία απόφαση 129 σελίδων απέρριψε τελειωτικά το κατάπτυστο Διάταγμα για την Ασφάλεια, που ποινικοποιούσε ακόμη και την απλή διαμαρτυρία και περιέσφιγγε, εφευρίσκοντας ( 28 νέα αδικήματα) στη μέγγενη της καταστολής κάθε είδους δικαίωμα. Μολαταύτα, η ακροδεξιά της χώρας (Αδέλφια της Ιταλίας και Λέγκα) δεν πτοείται και πάντοτε με διάφορα τεχνάσματα σε καίριες χρονικά στιγμές.

Πρόσφατο παράδειγμα η πρόκληση από τον ηγέτη της ξενοφοβικής Λέγκας και υπουργό Μεταφορών Ματέο Σαλβίνι ο οποίος, μάλιστα την παραμονή της Διεθνούς Ημέρας Θυμάτων Βασανιστηρίων εκστόμισε πως «το έγκλημα των βασανιστηρίων θα πρέπει να περιοριστεί». Μία μαυλιστική δήλωση, της οποίας το περιεχόμενο στοχεύει ακριβώς στην απαλλαγή της καταδικαστέας πρακτικής στην οποία συχνά τα όργανα της κρατικής καταστολής (αστυνομία, σωφρονιστικοί υπάλληλοι) καταφεύγουν κατά την «άσκηση των καθηκόντων τους» και συχνά προκαλούν τη δημόσια κατακραυγή. Μία κατακραυγή που σηκώθηκε σχεδόν σε ολόκληρο τον πολιτικό, αλλά και τον νομικό κόσμο της χώρας.
Δηλώσεις ιδιαίτερα προκλητικές σε μία χώρα που ακόμη το σκάνδαλο της «υπόθεσης Στέφανο Κούκι», του νεαρού που αυθαίρετα τέθηκε υπό κράτηση, στη διάρκεια της οποίας βρήκε τον θάνατο στα χέρια τριών «δήμιων» καραμπινιέρων, εξακολουθεί να συγκλονίζει την Ιταλία με τις αποκαλύψεις για την προσπάθεια αποπροσανατολισμού και την προσπάθεια να ξεπλυθούν οι ένοχοι. Άλλωστε η οικογένεια του Κούκι, που χρόνια βασανίζεται για δικαίωση ήταν η πρώτη που αντέδρασε, τονίζοντας πως «δεν θα το αφήσουμε να περάσει».

Αλλά πολλοί θυμούνται ακόμη και τα γεγονότα της Γένοβας (από το blitz στο Λύκειο Ντίατζ και τις κακοποιήσεις στα κρατητήρια της πόλης. Εντούτοις, ο συνήθης ύποπτος για τις προκλητικές του θέσεις Σαλβίνι είναι φανερό πως αποβλέπει αλλού. Ποτέ δεν έκρυψε πως στόχος του είναι να αναλάβει ξανά το καίριο υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο χειρίζεται ευαίσθητα θέματα, όπως η μετανάστευση και διαχείριση των διαδηλώσεων και την τήρηση του νόμου και της τάξης. Το σημερινό «κοστούμι» του υπουργού Μεταφορών ο Σαλβίνι το αισθάνεται στενό κι εάν αναλογισθεί κανείς την οικτρή κατάσταση των τραίνων και γενικώς των μέσων μεταφοράς στην Ιταλία, μάλλον δεν το φορά συχνά και προτιμά να προβάρει άλλες φορεσιές μέσα στη χώρα του και στο ευρωπαϊκό ακροδεξιό στερέωμα.
Βέβαια, πέρα από τα λόγια, υπάρχουν και τα γεγονότα που αποδεικνύουν την προσπάθεια της ακροδεξιάς και ιδίως της Λέγκας να επιβάλλουν ένα ιδιαίτερο κράτος εξαίρεσης. Πρόσφατα η Λέγκα παρουσίασε ξανά παλαιότερη πρότασή της (κι απ’ ό,τι φαίνεται διαρκές αίτημά της, που ευθυγραμμίζεται και με τις προτάσεις των σωφρονιστικών υπαλλήλων), το «πακέτο μέτρων για τις φυλακές». Αυτό περιλαμβάνει τη διάθεση tasers στους αστυνομικούς των φυλακών, νομική βοήθεια σε περίπτωση ερευνών εναντίον τους και συρρίκνωση κι αναθεώρηση του εγκλήματος των βασανιστηρίων στις φυλακές. Μια πρωτοβουλία που ο υπουργός Μεταφορών προβάλλει ιδιαίτερα, καθώς γι’ αυτόν η αστυνομία των φυλακών επιτελεί μια «πολύτιμη» δουλειά που γίνεται «σε πολύ ευαίσθητες συνθήκες». Βέβαια, κανείς στη Λέγκα, αλλά φευ! και μέσα στην κοινωνία, δεν αντιλαμβάνεται πως μία έκρυθμη κατάσταση στις φυλακές συχνά συναρτάται με τις κακή μεταχείριση, τον υπερπληθυσμό (γεμάτες κατά 132,5%) και τη γενικότερη κακομεταχείριση των κρατουμένων από τους φύλακές τους–ιδίως όταν πρόκειται για ξένους. Η χείριστη κατάσταση που επικρατεί στις ιταλικές φυλακές για τη Λέγκα αντιμετωπίζεται με την επιπλέον σκλήρυνση των μέτρων και τη νομιμοποίησης της αυθαιρεσίας των σωφρονιστικών κι όχι με μία ολιστική και κυρίως ανθρωπιστική και κοινωνική πολιτική για την αντιμετώπιση της εγκληματικότητας ή του φαινομένου της μετανάστευσης -που για τη Λέγκα η αναζήτηση καλλίτερων συνθηκών ζωής αποτελεί ένα έγκλημα per se.

Ακόμη κι οι (υγιώς σκεπτόμενοι) αστυνομικοί αντιλαμβάνονται πως, ακριβώς όπως συμβαίνει και με το Διάταγμα για την Ασφάλεια, με τις προτάσεις για την υπονόμευση του εγκλήματος των βασανιστηρίων συνιστά μία ωμή προσπάθεια για πολιτική εργαλειοποίηση α λα Λεπέν των ίδιων των αστυνομικών. Προσφέροντάς τους μία ‘λευκή επιταγή’ να κάνουν ότι θέλουν και με την παροχή νομικής βοήθειας για να ξεφύγουν, τους καλλιεργούν μία ψυχολογία σερίφη και πλαστής εξουσίας, που αδρανοποιεί τις αντιδράσεις τους απέναντι στα ίδια τα κίνητρα της εξουσίας που καλούνται να υπηρετήσουν. Αυτό επισημαίνει και η μεγαλύτερη συνδικαλιστική οργάνωση της Ιταλίας Cgil στις προτάσεις του Σαλβίνι. Έχοντας επίγνωση πως και το Διάταγμα για την Ασφάλεια, αλλά και τα μέτρα για τις φυλακές αποβλέπουν και στην καταστολή του εργατικού κινήματος και των διαμαρτυριών που επίκειται να προκαλέσει η οικονομική πολιτική της ακροδεξιάς πρωθυπουργού Τζόρτζιας Μελόνι, που θα υποστεί πίεση ιδίως με την αύξηση των αμυντικών δαπανών και την εφαρμογή της Διαφοροποιημένης Αυτονομίας, που θα ιδιωτικοποιήσει τα πάντα, η συνδικαλιστική οργάνωση τονίζει πως η υποβάθμιση των βασανιστηρίων ιδίως “μετά την εισαγωγή του εγκλήματος της παθητικής αντίστασης στη φυλακή, αντιπροσωπεύει ένα πολιτιστικό, πολιτικό και νομικό βήμα προς τα πίσω».
Αυτό που προκύπτει, αντίθετα, σύμφωνα με το συνδικάτο, είναι «μια ανησυχητική και επικίνδυνη χρήση εξουσίας που ένα συγκεκριμένο δεξιό κόμμα σκοπεύει για τις Αστυνομικές Δυνάμεις, η προστασία των οποίων πρέπει να επιτευχθεί μέσω της υπεράσπισης του κράτους δικαίου και όχι μέσω της αμφισβήτησης του εγκλήματος των βασανιστηρίων. Ο πολίτης σε οποιαδήποτε νομική κατάσταση πρέπει να προστατεύεται στα θεμελιώδη δικαιώματά του χωρίς να χρειάζεται να υφίσταται παρενόχληση και βία». Και υπενθυμίζει πως οι ένστολοι πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους με βάση τη δημοκρατία, τις συνταγματικές αξίες και τα απαραβίαστα ανθρώπινα δικαιώματα. «Αυτό που πραγματικά χρειάζονται οι ένστολοι –συνεχίζει- δεν είναι μια νομοθετική παρέμβαση που επιδιώκει τη δημόσια συναίνεση με μια διαστρεβλωμένη εικόνα της ασφάλειας σε κατασταλτική μορφή και που γαργαλάει τους εταιρικούς σκοπούς των ενδιαφερομένων».
Οι συνδικαλιστές επιμένουν πως η αποστολή της αστυνομίας θα πρέπει να ενισχύεται με τη νομοθετική αναγνώριση της επαγγελματικής τους ικανότητας μέσω οικονομικών πόρων που διατίθενται για ανανεώσεις συμβάσεων, συνεχή και μόνιμη εκπαίδευση, επενδύσεις για ένα σχέδιο προσλήψεων που να εφαρμόζει το προσωπικό για να εγγυηθεί την αποτελεσματικότητα της υπηρεσίας ασφαλείας εξαλείφοντας τις εξαντλητικές βάρδιες, συμμόρφωση με τις συλλογικές συμβάσεις και πλήρη προστασία των δικαιωμάτων τους.
Ακραιφνή πολιτική προπαγάνδα διαβλέπει στις δηλώσεις του Σαλβίνι κι η οργάνωση Antigone, η οποία αγωνίζεται για τη βελτίωση της κατάστασης στις φυλακές και για την καταπολέμηση των βασανιστηρίων. Μάλιστα υπογραμμίζει πως η εισαγωγή του εγκλήματος των βασανιστηρίων μέσα στις φυλακές έγινε μετά την καταδίκη της από την Ε.Ε., με την ηχηρή απόφαση Cirino Renne, σύμφωνα με την οποία η χώρα δεν σεβόταν πλήρως τις διεθνείς συμφωνίες σε αυτό το θέμα. Και φυσικά υπάρχει και το προηγούμενο της καταδίκης από το Δικαστήριο Δικαιωμάτων για τα γεγονότα της G8 στη Γένοβα.
Σύμφωνα με την οργάνωση, η υπόθεση της αναθεώρησης του εγκλήματος των βασανιστηρίων είναι πολύ σοβαρή γιατί αγγίζει και τον τομέα της δικαιοσύνης και διέπει τις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν οι δικαστές σε τέτοιες περιστάσεις. Επισημαίνει μάλιστα πρόσφατη δίκη στο Ρέτζο Εμίλια, όπου ναι μεν καταδικάσθηκαν οι ένοχοι σωφρονιστικοί , αλλά όχι για βασανιστήρια. Αυτό σημαίνει ότι το έγκλημα υπάρχει, αλλά υπάρχουν δικαστήρια και δικαστές που αποφασίζουν και το εφαρμόζουν ad hoc κι όχι ως γενική νομολογία. Άλλωστε, υπογραμμίζει η οργάνωση η αστυνομία υπερασπίζεται τον εαυτό της στο δικαστήριο έναντι αυτών των κατηγοριών και οι δικαστές αξιολογούν ανάλογα με τις περιστάσεις. Συνεπώς, η τροποποίηση ή η εξάλειψη του εγκλήματος των βασανιστηρίων δεν έχει νόημα σε σχέση με το τι συμβαίνει στα δικαστήρια, όπου δυστυχώς -επισημαίνει- οι δίκες για βασανιστήρια από αστυνομικούς τυγχάνουν εντελώς διαφορετικής αντιμετώπισης από τους υπηρέτες της δικαιοσύνης.

Το πλέον εξοργιστικό, επαναλαμβάνουμε, είναι κι η χρονική στιγμή που ο Σαλβίνι επέλεξε για να κάνει τις απαράδεκτες δηλώσεις του. Ακριβώς την παραμονή της Διεθνούς Ημέρας Θυμάτων Βασανιστηρίων, η οποία καθιερώθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη για τις 26 Ιουνίου και κατά τη διάρκεια της οποίας, ή ενόψει της οποίας, είθισται οι θεσμικοί παράγοντες να εκφέρουν δηλώσεις που καταδικάζουν την παράνομη τούτη πρακτική. Η ακροδεξιά όμως και ο Σαλβίνι το αποδεικνύει περίτρανα, κερδίζει υποστηρικτές γιατί εμφανίζεται να περιφρονά την «καλή πρακτική», το μέτρο, τον καθωσπρεπισμό που υποστηρίζει ότι αφαιρεί την «ελευθερία έκφρασης» του «καθημερινού» ανθρώπου. Αυτήν την απελευθέρωση από τον «κοινωνικό και πολιτισμικό», φυλετικό αν θέλετε, εκφυλισμό, που ο Σαλβίνι και οι ακροδεξιοί διατείνονται ότι διαφυλάσσουν.
