ΑΘΗΝΑ
02:44
|
06.06.2026
Αρνούμενος να δει κατάματα την πραγματικότητα, επιμένει στους αδιέξοδους διορισμούς Πρωθυπουργών με ελάχιστη αξιοπιστία, τόσο στην πολιτική σφαίρα, όσο και στην κοινωνία.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν πρέπει τώρα να θερίσει τις θύελλες που ο ίδιος έσπειρε
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν πρέπει τώρα να θερίσει τις θύελλες που ο ίδιος έσπειρε με τη στενόμυαλη και βοναπαρτική του εμμονή, να μην αποδεχθεί τη μόνη ατραπό που του υποδείκνυαν τα αποτελέσματα των εκλογών. Αρνούμενος να δει κατάματα την πραγματικότητα και να παραδεχθεί πως η δημοτικότητα και συνεπώς η δύναμη και τα περιθώρια για πολιτικούς ελιγμούς είναι στενότατα, επιμένει μέχρι σήμερα στους αδιέξοδους διορισμούς πρωθυπουργών και στην ανακύκλωση κυβερνητικών στελεχών, τα οποία ελάχιστη αξιοπιστία διαθέτουν πλέον, τόσο στην πολιτική σφαίρα, όσο και στην κοινωνία.

Η τελευταία παραίτηση διορισμένου πρωθυπουργού του, του Σεμπαστιάν Λεκορνού, το απέδειξε περίτρανα. Μπορεί η κύρια αιτία για την παραίτηση να αποτελεί η παρουσία-έκπληξη του ανεπιθύμητου πρώην υπουργού Οικονομικών Μπρυνό Λεμέρ στη νέα κυβέρνηση, που οδήγησε τους ήδη διχασμένους Ρεπουμπλικανούς του Μπρουνό Ρεταγιό να αποσύρουν τη στήριξή τους από τη νέα κυβέρνηση, το συγκυριακό  γεγονός αυτό δεν μπορεί να κρύψει την πραγματικότητα.

Σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος, ο Τύπος και η κοινωνία βοούν από καιρό ότι η λύση στο χάος στη Γαλλία δε βρίσκεται μόνο μέσα στο Ματινιόν, αλλά κυρίως στα Ηλύσια Πεδία. Ο Μακρόν αρνείται να δει τις μονές λύσεις που ανοίγονται μπροστά του: τη διάλυση της Βουλής και εκλογές, την ασύμφορη «συγκατοίκηση», έστω με μια πιο «μετριοπαθή» Αριστερά ή το πικρό ποτήρι του Macron demission, ήγουν της παραίτησης.

Στο τέλος ο Εμανουέλ Μακρόν θα χρειασθεί να αναλάβει πλήρως την ευθύνη των πράξεών του. Και να αποδεχθεί πως ο βασιλιάς δεν είναι ακόμη γυμνός και έχει ακόμα χαρτιά στο χέρι του. Ομολογουμένως, τα χαρτιά αυτά  δεν είναι  και τα πιο ευχάριστα για τον ίδιον, αλλά εάν λάβει ως γνώμονα το συμφέρον της Γαλλίας κι όχι την πληγωμένη αυταρέσκειά του, τότε κι αυτά υπάρχουν.

Μια (επικίνδυνη) διάλυση

Η παραίτηση του Λεκορνού, ο οποίος επιχείρησε την «ντρίμπλα» να δηλώσει πως δε θα ενεργοποιήσει το Άρθρο 49.3 για να περάσει τα διατάγματα χωρίς την έγκριση της Εθνοσυνέλευσης, προκειμένου να φέρει σε δύσκολη θέση τους Σοσιαλιστές, δείχνει πως η παρούσα σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, όπου οι δυνάμεις της Αριστεράς, εάν ισχύει ακόμη η συμμαχία του Νέου Λαϊκού Μετώπου, αλλά και της Ακροδεξιάς κατέχουν την πλειοψηφία,  δεν ευνοεί την αναζήτηση ενός φόρου Πρωθυπουργού. Για να επιτευχθεί αυτό χρειάζεται μια νέα σύνθεση, που μόνο με εκλογές μπορεί να επιτευχθεί και φυσικά υπό την (απίθανη σήμερα) προϋπόθεση πως το κόμμα του Μακρόν θα πάρει ποσοστά μεγαλύτερα από εκείνα του 2024. Πάντως ο ίδιος ο Μακρόν, παρελκυστικά, αφήνει να πλανάται το ενδεχόμενο της διάλυσης, προκειμένου να αναγκάσει τους Σοσιαλιστές και το RN της Μαρίν Λεπέν να βάλουν νερό στο κρασί τους στην περίπτωση που επιδιώξει να επαναλάβει για νιοστή φορά το πείραμα του διορισμένου Πρωθυπουργού.

Η λύση της διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης και των εκλογών, όμως είναι αυτό που επιθυμεί διακαώς όσο οτιδήποτε άλλο  το ακροδεξιό κόμμα του  Εθνικού Συναγερμού. Το ακροδεξιό κόμμα, που δημοσκοπικά βρίσκεται στην πρώτη θέση, έχει απόλυτο συμφέρον ο αρχηγός του κράτους να διαλύσει τη Βουλή και να προκηρύξει νέες εκλογές.  πρέπει για άλλη μια φορά να απορρίψει την ιδέα της διάλυσης της Εθνοσυνέλευσης, η οποία περιέχεται στο Άρθρο 12 του Συντάγματος. «Δεν μπορεί να υπάρξει αποκατεστημένη σταθερότητα χωρίς επιστροφή στις κάλπες», αντέδρασε αμέσως ο πρόεδρος του RN, Ζορντάν Μπαρντελά, βέβαιος ότι το ακροδεξιό κόμμα θα μπορούσε να αποκτήσει πλειοψηφία και να επιβάλει μια επίσημη συμβίωση στον αρχηγό του κράτους. «Η μόνη σοφή απόφαση υπό αυτές τις συνθήκες είναι να επιστρέψουμε στις κάλπες. Έχουμε φτάσει στο τέλος του αστείου», επέμεινε η Μαρίν Λεπέν. Εντούτοις, μια επανάληψη του καλοκαιριού του 2024 θα ήταν καταστροφική για τον Μακρόν, καθώς στην πολιτική εξίσωση έχουν προστεθεί ακόμη περισσότεροι άγνωστοι παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο το χάος που έχει προκαλέσει. Κυρίως, μια νέα προσφυγή στις κάλπες ενδέχεται να βεβαιώσει τον εν όψει πραγματικό κίνδυνο να καταρρεύσει τελείως το πείραμα  της πολιτικής του οικογένειας, του ακραίου κέντρου.

Οι δημοσκοπήσεις  υποδηλώνουν μεγάλη πτώση και δίνουν την πλειοψηφία να στην άκρα δεξιά. Τότε, ο αρχηγός του κράτους θα έμενε στην Ιστορία με τον διόλου εγκωμιαστικό τίτλο, ως ο άνθρωπος που παρέδωσε την εξουσία στην ακροδεξιά. Καθόλου ιδανικό για έναν μελαγχολούντα Πρόεδρο της Δημοκρατίας που ανησυχεί τόσο πολύ για την κληρονομιά που θα αφήσει πίσω του.

Μια άλλη, εξίσου μη ικανοποιητική προοπτική, δεδομένου ότι το εκλογικό σύστημα δεν έχει αλλάξει, είναι ότι θα προκύψουν αποτελέσματα λίγο πολύ ισοδύναμα με αυτά που προέκυψαν από τις κάλπες το καλοκαίρι του 2024. Αυτό δεν θα έλυνε το πρόβλημα και θα ενέτεινε τις εκκλήσεις για την παραίτησή του.

Μια (ατιμωτική) παραίτηση

Αυτό είναι άλλο ένα χαρτί, που στα πλαίσια της τακτικής για τη διάσωση του μπορεί να παίξει ο Μακρόν. Άλλωστε το  Άρθρο 7 του Συντάγματος  προβλέπει τη διοργάνωση πρόωρων προεδρικών εκλογών. Επτά στους δέκα Γάλλους το ζητούν, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Odoxa που δημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα «Le Figaro». Εξάλλου, το ζητούν πλέον δημοσίως κι αρκετές πολιτικές προσωπικότητες (με τον Εντουάρ Φιλίπ, αμέσως μετά την κατάρρευση της κυβέρνησης Λεκορνού), αλλά και κόμματα, με πρώτο και καλύτερο, την «Ανυπότακτη Γαλλία» του Ζαν-Λυκ Μελανσόν. Το οποίο, από την αρχή επιμένει πως  η μοναδική αιτία του αδιεξόδου είναι ο Εμανουέλ Μακρόν και επανέλαβαν το αίτημά τους για άμεση παραίτηση του αρχηγού του κράτους μετά την ανακοίνωση της παραίτησης της πιο βραχύβιας κυβέρνησης στην Ιστορία της Γαλλικής Δημοκρατίας.

Αλλά το ίδιο αίτημα συνεγείρει και τη δεξιά παράταξη: «Τα συμφέροντα της Γαλλίας απαιτούν από τον Εμανουέλ Μακρόν να προγραμματίσει την παραίτησή του, για να διατηρήσει τους θεσμούς και να ξεμπλοκάρει μια κατάσταση που ήταν αναπόφευκτη από την παράλογη διάλυση», τόνισε από το Χ ο δήμαρχος των Καννών, Νταβίντ Λισνάρ, πρόεδρος της Ένωσης Δημάρχων της Γαλλίας, για τον οποίο «η Πέμπτη Δημοκρατία και το μέλλον της χώρας μας διακυβεύονται». Μόνο που για τον Μακρόν αυτό το θέμα είναι εκτός συζήτησης: «η  εντολή που μου εμπιστεύτηκε ο γαλλικός λαός θα εκτελεστεί μέχρι τη λήξη της»,  είχε τονίσει στα τέλη του περασμένου Αυγούστου.

Ο Μακρόν είναι δύσκολο να παραιτηθεί γιατί, παρ’ όλες τις εκλογικές ήττες που έχει υποστεί η παράταξή του, παρ’ όλο που οι απεργίες, όπως το πρόσφατο «Ας μπλοκάρουμε τα πάντα» (Bloquons tout), δείχνουν πόσο ανεπιθύμητος είναι πλέον στην πλειονότητα των πολιτών, εκείνος πιστεύει ότι έστω και in extremis θα διαφυλάξει την πολιτική παρακαταθήκη κι ορμή που είχε η πρώτη του θητεία. Αρκεί να θυμηθούμε πώς και γιατί απέρριψε την επιλογή της Λουσί Καστέτ και τον διορισμό μιας κυβέρνησης του NFP: το έκανε επικαλούμενος τη «θεσμική σταθερότητα»,  που ο ίδιος ισχυριζόταν ότι εγγυόταν με την ιδιότητά του ως Αρχηγού Κράτους. Ένα επιχείρημα, ήδη αμφισβητήσιμο από εκείνη την εποχή, το οποίο  όμως σήμερα φαίνεται απολύτως ανυπόστατο, ιδίως εάν αναλογιστούμε πως η Γαλλία, άλλαξε και με τρόπο αρκετά επώδυνο για την αξιοπιστία της οικονομίας της και την κοινωνική ειρήνη, τρεις πρωθυπουργούς μέσα σε έναν χρόνο.

Μια (ασύμφορη) συμβίωση

Το τελευταίο χαρτί που απομένει στον Μακρόν να παίξει και να διασώσει την υστεροφημία του, είναι να εγκαταλείψει την απολυταρχική φαντασίωσή του και να θυσιάσει εν μέρει την πολιτικο-οικονομική επιδίωξή του και να εμπιστευθεί την κυβέρνηση σε μια  μετριοπαθή αριστερή προσωπικότητα από το NFP, όπως ο Ολιβιέ Φορ των Σοσιαλιστών. Όπως συνέβη μετά την πτώση του Φρανσουά Μπαϊρού ορισμένοι στο Σοσιαλιστικό Κόμμα εκλιπαρούσαν επιμόνως τον Μακρόν να δοκιμάσει επιτέλους αυτό το σχήμα και να μην παραδώσει τη χώρα στην Ακροδεξιά. Οι ίδιοι διαβεβαιώνουν πως εάν ο Πρόεδρος αποφασίσει να δώσει μία ευκαιρία στην Αριστερά για να επιχειρήσει να δώσει λύση για τη χώρα, οι Σοσιαλιστές δεν θα κάνουν πίσω. Άλλωστε, στο εξωπραγματικό σχέδιο λιτότητας του Μπαϊρού (περικοπές 43 δισεκ. ευρώ και αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 65), το Σοσιαλιστικό Κόμμα είχε αντιπροτείνει μία ηπιότερη προσαρμογή, που ισχυρίζεται ότι δεν θα επιβαρύνει τόσο την κοινωνία.  Μόνον που για να  λειτουργήσει αυτό, ο Εμανουέλ Μακρόν θα πρέπει να συμφωνήσει να μοιραστεί την εξουσία και να αποδεχτεί τις πικρές συνέπειες από τη μεταρρύθμιση της πολιτικής σκληρής λιτότητας που θέλει να επιβάλει: να επανεξετασθεί ιδιαίτερα η μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος και την εισαγωγή ενός λιγότερο σφικτού προϋπολογισμού, με κύριο άξονα τη φορολογία στα πολύ υψηλά εισοδήματα. Ο Μακρόν ωστόσο μοιάζει πολύ κομπαστής για να δεχθεί εκείνο που είχαν ανεχθεί πρόεδροι όπως ο Φρανσουά Μιτεράν και ο Ζακ Σιράκ στο παρελθόν.

Το γεγονός είναι πως μετά την αποτυχία της «ανακύκλωσης» των ίδιων κυβερνητικών λύσεων, ο Μακρόν έχει πολύ λίγες επιλογές στο εξής. Το ίδιο το σύνθημά του για «ανανέωση» της πολιτικής ζωής έχει υπονομευθεί εμπειρικά, καθώς όχι μόνον απλά ανακατεύονται σε διαφορετικά υπουργεία πρόσωπα που αποτελούν σταθερά χαρτιά στην πασιέντζα του Μακρόν, καθώς θεωρεί πως αυτός είναι και αρχηγός κράτους και της κυβέρνησης καθαυτής.  Ο ίδιος ο Μπρουνό Λεμέρ -που επανήλθε όχι ως υπουργός Οικονομικών, αλλά Αμύνης- ήταν πανταχού παρών υπουργός για επτά χρόνια, καίτοι δε συμμετείχε στις περιπέτειες των εφήμερων κυβερνήσεων Μισέλ Μπαρνιέ και Μπαϊρού.  Το ίδιο ισχύει  και για τον Ρολάν Λεσκίρ (πρώτα Υπουργείο Οικονομικών και μετά Βιομηχανίας το 2022-2024). Ή επίσης η Μαρινά Φεραρί, που έλαβε τώρα το χαρτοφυλάκιο του Αθλητισμού, ενώ ήταν  υπουργός Ψηφιακών Υποθέσεων στην κυβέρνηση Ατάλ κι εν συνέχεια υπουργός Οικονομίας και Τουρισμού στην κυβέρνηση Μπαρνιέ.

Ακόμα και τα «πραγματικά» νέα μέλη της κυβέρνησης δεν δίνουν την εντύπωση ότι είναι καινούργια. Όπως ο φανατικός Μακρονιστής Ματιέ Λεφέβρ, τώρα υπεύθυνος για τις σχέσεις με το Κοινοβούλιο. Ή η Ναϊμά Μουτσού, πρώην Αντιπρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης και εκλεγμένη στο κύμα των Μακρονιστών του 2017.

Όπως και φυσικά επαναλαμβανόταν στην κυβέρνηση Λεκορνού και ο σταθερός «σκληρός πυρήνας» των υπουργών σε όλες τις επιλεγείσες κυβερνήσεις: η Ελιζαμπέτ Μπορν στην Παιδεία, ο Μπρουνό Ρεταϊγιό στο Εσωτερικών, ο Ζεράλντ Νταρμανέν στο Δικαιοσύνης. Μάλιστα, οι τελευταίοι τρεις έχουν συμμετάσχει σε κυβερνήσεις που δύο φορές έχουν καταψηφισθεί, με ψήφο μομφής στην Εθνοσυνέλευση.  Επίσης σταθερή είναι και γη Ωρόρ Μπερζέ, η οποία, εκτός από το χαρτοφυλάκιό της για την Ισότητα των Φύλων και την Καταπολέμηση των Διακρίσεων, είχε επιλεγεί και για  τη θέση του εκπροσώπου της κυβέρνησης.

Φυσικά το μεγαλύτερο βάρος το έφερε ο Λεμέρ, ο οποίος θεωρείται ο μεγαλύτερος υπεύθυνος για την διόγκωση του χρέους. Το 2024, το έλλειμμα του προϋπολογισμού, που αρχικά είχε ανακοινωθεί στο 4,4% του ΑΕΠ και στη συνέχεια στο 5,1%, αναθεωρήθηκε τελικά στο 6,1%. Μία διαφορά  κολοσσιαία (σχεδόν 50 δισεκατομμύρια ευρώ) που ώθησε όλη την πολιτική τάξη να αναρωτηθεί: μήπως ο Μπρουνό Λεμέρ, υπό την πίεση του Εμανουέλ Μακρόν, έκρυψε εν γνώσει του την αλήθεια για τα δημοσιονομικά ενόψει των ευρωεκλογών κι έπειτα των εθνικών εκλογών; Σύμφωνα με αρκετές έρευνες, όπως αυτή του «Nouvel Observateur», ο Λεμέρ δεν έλαβε ποτέ υπ’ όψη τις προειδοποιήσεις από τις υπηρεσίες του, ενώ ποτέ -ακόμη και στην αρμόδια ερευνητική επιτροπή της Γερουσίας- ποτέ δεν παραδέχθηκε κι ανέλαβε τις ευθύνες που του αναλογούσαν. Άρα το «υλικό» που έχει ο Μακρόν στη διάθεσή του για νέο απονενοημένο εγχείρημα να σχηματίσει κυβέρνηση δικής του έμπνευσης και προέλευσης, είναι φθαρμένο και αναξιόπιστο. Και ενδεχομένως να διαιωνίσει τον φαύλο κύκλο, που μόνο δεινά επισωρεύει στην οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική στη Γαλλία.

Αν θέλει να βγει από την κρίση που ο ίδιος προκάλεσε, ο Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας πρέπει επομένως να επιλέξει ανάμεσα στις τρεις αυτές επιλογές που του είναι δυσάρεστες.

Είτε να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση, διακινδυνεύοντας να χαρίσει μια νίκη στον Εθνικό Συναγερμό της Λεπέν. Είτε  να παραιτηθεί, αποδεχόμενος τη δική του αποτυχία. Ή να διασώσει, ό,τι μπορεί, αναθέτοντας την εξουσία σε μια αριστερή κυβέρνηση, η οποία με βάση τη δυσμενή οικονομική κατάσταση που αφήνει τη χώρα ο Μακρόν με τις θνησιγενείς κυβερνήσεις της, θα αναγκασθεί να υποχωρήσει σε πολλές από τις προγραμματικές αρχές της σχετικά με τη λιτότητα, τις συντάξεις. Και την οποία, ο ίδιος  -με τη δύναμη της τελικής υπογραφής -θα μπορεί να κρατά όμηρο και να την εξαναγκάζει σε ελιγμούς, στους οποίους εμμέσως θα έχει κι ο ίδιος λόγο. Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να μπει στο μυαλό του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος είναι ακόμη πιθανό να επιμένει, παρά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες του, στο ίδιο μοτίβο, βρίσκοντας άλλον αμνόν προς θυσία για τη θέση του πρωθυπουργού, με κόστος ακόμη μία αστάθεια, την οποία όμως ο ίδιος ομνύει πως  θέλει να αποφύγει για το καλό της χώρας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

80 χρόνια από το δημοψήφισμα της 2ας Ιουνίου: Πώς η ιστορική μνήμη επιβεβαιώνεται στη σημερινή Ιταλία

Ογδόντα χρόνια μετά στη Γιορτή της Δημοκρατίας, η Ιταλία βρίσκεται υπό το πρόσταγμα μίας κυβέρνησης που συντίθεται από τους αμετανόητους επιγόνους του φασισμού.

Το Φεστιβάλ των Καννών και το Μανιφέστο αντι-Μπολορέ: Η πρώτη μάχη ενάντια στην ακροδεξιά πολιτιστική ηγεμονία

Ο «πόλεμος της οθόνης» έχει μόλις αρχίσει, με αφορμή τις Κάννες. Το αποτέλεσμά του θα καθορίσει το πνευματικό πρόσωπο της Ευρώπης για τις επόμενες δεκαετίες.
ΣΥΝΑΦΗ

Σύνοδος παλαιστινιακών κομμάτων στην Αίγυπτο στις 6 και 7 Ιουνίου, χωρίς τη Φατάχ

Ασυνήθιστες βραδινές διαδηλώσεις Υπερορθόδοξων Εβραίων σε Ιερουσαλήμ και Μπέιτ Σεμές

Οργή Λιβανέζου Προέδρου για το Ιράν αντί… για το Ισραήλ που βομβαρδίζει

Μέρες Θάλασσας στον Πειραιά ως τις 14 Ιουνίου 2026

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα