Λίγο πριν από την είσοδό της στην Ευρωζώνη, η Βουλγαρία γνωρίζει μία σφοδρή κυβερνητική κρίση, καθώς παραιτήθηκε η κυβέρνηση του Ρόζεν Ζελιάζκοφ. Η απόφαση αυτή ακολούθησε ύστερα από δυναμικές διαδηλώσεις ενάντια στην κυβερνητική διαφθορά, ωστόσο τα βαθύτερα αίτια αφορούν στην απογοήτευση της βουλγαρικής κοινωνίας από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία συνοδεύτηκε με ένταση της διαφθοράς αντί για εμβάθυνση του κράτους δικαίου.
Μια παρόμοια κρίση προκαλεί επίσης ερωτήματα ως προς το ότι η διεύρυνση της Ευρωζώνης δεν συνδυάζεται με μια αντίστοιχη εμπέδωση των κανόνων δικαιοσύνης που θεωρούνται ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Πάνω από εκατό χιλιάδες λαός κατέκλυσαν τους δρόμους στη Σόφια, αλλά και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, μέσα σε ένα πολιτικό αδιέξοδο που διαφαίνεται από το γεγονός ότι έχουν λάβει χώρα επτά εκλογές μέσα σε τέσσερα χρόνια. Πρόκειται πιθανόν για τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις που έχει γνωρίσει η χώρα μετά το 1989, ενώ διακρίνονται για την πολυσυλλεκτικότητα των συμμετεχόντων σε αυτές.
Αυτό που ξεχείλισε τη λαϊκή δυσαρέσκεια ήταν η πρόταση προϋπολογισμού, ο οποίος προβλέπει αύξηση των φόρων, και η οποία, σημειωτέον, επρόκειτο για την πρώτη πρόταση προϋπολογισμού σε ευρώ. Ακόμη και μετά την απόσυρση της πρότασης προϋπολογισμού, η λαϊκή κατακραυγή δεν κόπασε. Στο επίκεντρο των διαμαρτυριών βρίσκεται ο μιντιάρχης Ντέλιαν Πεέφσκι, ο οποίος αποτελεί σημαντικό υποστηρικτή της φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης. Ο πρόεδρος Ράντεφ ζήτησε την παραίτηση της κυβέρνησης, παραχωρώντας τη δυνατότητα στον Μπόικο Μπορίσοφ του κόμματος GERB, στο οποίο ανήκει και ο Ρόζεν Ζελιάζκοφ, έχοντας προηγουμένως χρηματίσει υπουργός Μεταφορών, να σχηματίσει κυβέρνηση.

Αν δεν επέλθει συμφωνία, θα υπάρξουν εκλογές την άνοιξη, οι όγδοες συναπτές ύστερα από αλλεπάλληλες κυβερνητικές κρίσεις, γεγονός που στέλνει ένα πολύ αρνητικό μήνυμα εν όψει της ένταξης της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη. Στις διαδηλώσεις πρωτοστατούν όσοι φοβούνται ότι η ένταξη στο ευρώ θα εκτινάξει τον πληθωρισμό, καθώς και όσοι από γεωπολιτική σκοπιά προτιμούν τις παραδοσιακές σχέσεις με τη Ρωσία και ασκούν κριτική στη φιλοδυτική στροφή της χώρας. Ωστόσο, ο πολυσυλλεκτικός χαρακτήρας των διαδηλωτών διαφαίνεται από το ότι συμμετέχουν σε αυτές και υποστηρικτές του ευρωπαϊκού προσανατολισμού, οι οποίοι διαμαρτύρονται κυρίως για τη συστημική διαφθορά. Πρόκειται εν συνόλω για ένα κίνημα που ζητεί ευθύνη και λογοδοσία. Υπάρχει επίσης φόβος ότι επιτήδειοι θα εκμεταλλευτούν την ένταξη στο ευρώ, προκειμένου να ανεβάσουν ακόμη και τεχνητά τις τιμές. Στις διαδηλώσεις είναι επίσης σημαντική η παρουσία των φοιτητών της γενιάς «Ζ», η οποία δονεί και τη γειτονική Σερβία, αλλά είναι δυναμική και στη Βόρεια Μακεδονία.
Ο ίδιος ο πρόεδρος Ρούμεν Ράντεφ θεωρείται ως μια ευρωσκεπτικιστική φωνή, λόγω του ότι έχει αντιταχθεί στη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία, αλλά και έχει εκφράσει ανησυχίες για τον ρόλο που θα παίξει το ευρώ στη βουλγαρική οικονομία. Ο Ράντεφ δίνει έτσι φωνή σε πολιτικές απόψεις, οι οποίες υποεκπροσωπούνται αυτή τη στιγμή στο βουλγαρικό πολιτικό σύστημα. Ωστόσο, ως Πρόεδρος δεν δικαιούται θεσμικώς μια αμεσότερη εμπλοκή στις διαμάχες και διλήμματα που εκφράζονται μέσω του κομματικού ανταγωνισμού, εκτός αν παραιτηθεί, καθώς το βουλγαρικό σύνταγμα περιορίζει τις θεσμικές δυνατότητες του Προέδρου. Εν προκειμένω, εφόσον δεν σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, ο Ράντεφ θα συγκροτήσει μία προσωρινή κυβέρνηση μέχρι τις εκλογές της άνοιξης. Η γενική πάντως παρότρυνση του Ρούμεν Ράντεφ ήταν «ανάμεσα στη φωνή του λαού και στον φόβο της μαφίας, ακούστε τις πλατείες»!
Ο προβληματισμός για την ένταξη στο ευρώ απηχεί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας της Βουλγαρίας, καθώς αναμένονται δραματικές ανατιμήσεις των προϊόντων, οι οποίες θα καταβυθίσουν το βιοτικό επίπεδο των Βούλγαρων. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται ότι θα έπρεπε να υπάρξει ένα δημοψήφισμα για ένα ζήτημα παρόμοιας ζωτικής σημασίας, ωστόσο, το πολιτικό σύστημα έχει απορρίψει αυτή τη διέξοδο στη λαϊκή ετυμηγορία, με αποτέλεσμα να επιδεινωθεί η αντίδραση στους δρόμους. Αυτή τη στιγμή, υποστηρίζεται η συστημική άποψη ότι είναι πολύ αργά για ένα δημοψήφισμα, δεδομένου ότι η μείζων αλλαγή θα συμβεί την 1η Ιανουαρίου. Ο αντίλογος είναι ότι θα είναι «πολύ αργά για δάκρυα» ιδίως μετά την ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωζώνη. Οπωσδήποτε, οι περιπέτειες της γειτονικής Ελλάδας, η οποία απώλεσε ένα μεγάλο μέρος της ανεξαρτησίας της και της πολλαπλότητας επιλογών αποτελούν ένα αρνητικό παράδειγμα.
Ήδη η ένταξη της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει βελτιώσει την κατάσταση ως προς την έλλειψη ανεξαρτησίας του δικαστικού συστήματος, ενώ θεωρείται ότι η αστυνομία και οι δυνάμεις ασφαλείας αποτελούν την προτεραιότητα του πολιτικού συστήματος. Μάλιστα, ένας κύριος λόγος των διαδηλώσεων ήταν ότι ένα σημαντικό μέρος του προϋπολογισμού κατευθυνόταν προς τις δυνάμεις ασφαλείας, καθώς επίσης και ότι ο προϋπολογισμός συγκάλυπτε τη γενικευμένη διαφθορά. Η Βουλγαρία εξακολουθεί να βρίσκεται, μαζί βεβαίως με την Ελλάδα, στις χαμηλότερες θέσεις του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ταυτοχρόνως, η είσοδος στη ζώνη Σένγκεν σήμανε έναν τεράστιο δημογραφικό μαρασμό για τη χώρα, αν και έδωσε διέξοδο οικονομικής μετανάστευσης σε πολλούς Βούλγαρους. Η χώρα οδηγείται έτσι σε μια συνολική ρευστοποίηση του πολιτικού συστήματος, ενώ είναι άδηλο ποιες δυνάμεις θα αξιοποιήσουν τη δυσαρέσκεια.
