Το τελευταίο πραγματικά μεγάλο συμβάν στη σχέση ανθρώπου-μηχανής στο σκάκι υπήρξε η ήττα του φοβερού και τρομερού Γκάρι Κασπάροβ από τον Deep Blue τo 1997. Η πρώτη νίκη υπολογιστή απέναντι σε παγκόσμιο πρωταθλητή σε συνθήκες ματς υπήρξε η ταφόπλακα των περαιτέρω σχέσεων ανθρώπου-σιλικόνης στη σκακιέρα. Γρήγορα συνειδητοποιήσαμε ως είδος ότι οι μηχανές είναι ακατανίκητες στον τομέα του «μετρήματος» και της αφομοίωσης μοτίβων και κρατήσαμε τα κομπιούτερ ως εργαλεία. Η πρόσφατη είσοδος της τεχνητής νοημοσύνης στο σκάκι μπορεί υπό αυτή την έννοια να κατανοηθεί ως ενδομηχανική διαμάχη – για εμάς το τρένο του ανταγωνισμού είχε ήδη αναχωρήσει.
Το γεγονός ότι έμελλε στον Γκάρι Κασπάροβ να πρωταγωνιστήσει σε αυτό το καθοριστικό συμβάν προσθέτει ασφαλώς σε δραματικότητα. Αρκεί να δει κανείς τον Κασπάροβ σε δράση για να καταλάβει τη στενή σχέση που διατηρεί ο Αζέρος με την έπαρση και το μίσος του για οτιδήποτε θυμίζει ήττα. Η κατίσχυση του Deep Blue επί αυτού του αντιπάλου προσλαμβάνει έτσι διαστάσεις τραγωδίας, προσδίδοντας επιπρόσθετο ψυχολογικό βάθος σε κάτι που για έναν μη μυημένο μοιάζει με ένα απλό παιχνίδι.
Είναι αυτό το μοτίβο που ενέπνευσε πιθανώς τους παραγωγούς του Rematch, ενός σήριαλ του Disney που περιγράφει ακριβώς αυτά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Νέα Υόρκη τον Μάη του 1997. Όσοι έχουν αναμνήσεις από την περίοδο δύσκολα θα ξεχάσουν την εικόνα του φουρκισμένου Γκάρι να εγκαταλείπει την 6η και τελευταία παρτίδα του ματς, λυγίζοντας απέναντι σε μια απλή θυσία της μηχανής.
Δεν έχω δει ακόμα τη σειρά, ο φίλος ωστόσο Θέμης Αργυρακόπουλος μου επέστησε την προσοχή σε μια σκηνή που περιλαμβάνει -φυσικά!- την εκφώνηση ενός προβλήματος. Πριν πάμε στο ίδιο το πρόβλημα, ας δούμε σε ποιο συγκείμενο τοποθετείται. Βρισκόμαστε μετά την 3η παρτίδα -στα μισά του ματς δηλαδή- και ένας πιεσμένος ψυχολογικά Γκάρι σκέφτεται μέχρι και να εγκαταλείψει τελείως την προσπάθεια. Σ’ αυτό το σημείο προσεγγίζεται από κάποιον γκραν μετρ, μέλος του επιτελείου που είχε προσλάβει η IBM για να ταΐζει με δεδομένα τον Deep Blue ανάμεσα στις παρτίδες. Αυτός προσπαθεί να τον μεταπείσει και του υπενθυμίζει ότι το ματς δεν αφορά απλώς τον ίδιο αλλά το ίδιο το σκάκι. Το πρόβλημα που του θέτει δείχνει ακριβώς πόσο το παιχνίδι υπερβαίνει τον κάθε παίκτη ξεχωριστά.
ηση ένας ίππος κόβει έναν πύργο κάνοντας ματ». Η σκηνή δείχνει τον Κασπάροβ να παιδεύεται να οπτικοποιήσει τις πιθανές ακολουθίες κινήσεων που οδηγούν στο επιθυμητό αποτέλεσμα – και στο τέλος τα καταφέρνει. Το ένστικτό του, το σκακιστικό ένστικτο, τον έχει καθοδηγήσει σωστά. Φαντάζομαι ότι το σκηνοθετικό αυτό εύρημα λειτουργεί δραματουργικά ορθά, και οδηγεί στη συνέχιση του ματς με τρόπο που συνεχίζει να κάνει τον θεατή και τη θεάτρια να σκέφτονται το ματς με όρους της επιβίωσης του είδους απέναντι σε ένα εξελικτικό τέρας που κρατάει μεν το παιχνίδι αλλά μας αφανίζει ως παίκτες.
Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο πρόβλημα και τη συγκεκριμένη περιγραφή είναι ότι δεν συνέβη ποτέ. Αποτελεί ποιητική άδεια. Το ωραίο με το πρόβλημα είναι ότι όντως τέθηκε κάποτε στον Κασπάροβ – και μάλιστα σε παρόμοιες συνθήκες ψυχολογικής πίεσης.
Την ιστορία διηγείται ο Φρέντερικ Φρίντελ, ιδρυτής της περίφημης Chessbase. Δαιμόνιος σκακιστικός δημοσιογράφος, ο Φρίντελ διατηρεί καλές σχέσεις με την αφρόκρεμα όχι μόνο της σκακιστικής σκηνής αλλά και της ίδιας της σκακιστικής ιστορίας. Το πρόβλημα του το πρωτοδείχνει στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Τζον Ναν – ξέρετε, ο διδάκτορας της Οξφόρδης που παράτησε τον ακαδημαϊκό βίο για να αφοσιωθεί στο σκάκι, κερδίζοντας μια θέση στην κορυφή τόσο του αγωνιστικού σκέλους όσο και της επίλυσης προβλημάτων. Το τέχνασμα του Ναν ήταν μαζί με την εκφώνηση του προβλήματος να δώσει στον Φρίντελ και τη λύση: μέσα σε έναν σφραγισμένο φάκελο. Αν έσπαγε από την προσπάθεια, θα μπορούσε πολύ εύκολα να τη δει. Μόνο που έτσι, σκίζοντας τον φάκελο, θα αποκάλυπτε την αδυναμία του. Ο σφραγισμένος φάκελος προκαλούσε τον σκακιστή και τον εγωισμό του. Όπως εύκολα μαντεύει κανείς, ο Φρίντελ τελικά κομμάτιασε τον φάκελο, όταν κοντεύοντας να τρελαθεί από την αποτυχία, κατέφυγε στη λύση για να βρει την ηρεμία του.

Είναι σύνηθες στη σκακιστική ψυχολογία να θες να διαδώσεις το κακό που έχεις υποστεί. Και ο Φρίντελ βρήκε την ευκαιρία να χτυπήσει τα δύο μεγαλύτερα ψάρια της τότε εποχής: τον Κασπάροβ και τον Κάρποβ. Βρισκόμαστε στο 1985, όταν και τα δύο Κ της σκακιστικής σκηνής επιδίδονταν στις επικές μονομαχίες τους. Σε κάποια από τις συναντήσεις τους με τον πρόεδρο της Παγκόσμιας Ομοσπονδίας, με σκοπό να καθορίσουν τους όρους και τις συνθήκες ενός ματς, ο Φρίντελ βρίσκει την ευκαιρία και τους πετάει το πρόβλημα. Αδυνατούν να το λύσουν, αλλά πριν χωρίσουν ο Φρίντελ στρίβει κι άλλο το μαχαίρι στην πληγή: τους δίνει τον φάκελο. Τους δίνει το φιλί της ζωής από το στόμα αυτού που μισούν περισσότερο.
Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Περνούν οι μήνες και ο Φρίντελ έχει ξεχάσει τελείως το περιστατικό. Μέχρι που γυρνάει μια μέρα σπίτι και βρίσκει ένα σκασμό κλήσεις στο τηλέφωνο. Δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Γκάρι Κασπάροβ. Ο Παγκόσμιος Πρωταθλητής είναι εκτός εαυτού και απειλεί τον Φρίντελ με τη ζωή του («Θα σε σκοτώσω!). Ναι, υπερβολή, αλλά έχετε δει και τον Κασπάροβ όταν θυμώνει. Η αγωνία κορυφώνεται.
Τι έχει συμβεί; Με τη σιγουριά ότι έχει τον φάκελο στο σπίτι, ο Κασπάροβ βάζει το πρόβλημα στους μαθητές του, της περίφημης σχολής Μποτβίνικ-Κασπάροβ. Οι μαθητές προσπαθούν αλλά δεν καταφέρνουν με τίποτα να λύσουν το πρόβλημα. Ζητάνε λοιπόν από τον Κασπάροβ τη λύση. Αυτός τους παροτρύνει να προσπαθήσουν μια μέρα ακόμα. Επιστρέφοντας ωστόσο σπίτι διαπιστώνει ότι δεν βρίσκει τον φάκελο. Ο δάσκαλος που δεν ξέρει τη λύση κινδυνεύει να μείνει γυμνός μπροστά στους μαθητές του. Και το χειρότερο; Αμφιβάλλει για το αν υπάρχει καν λύση – μιας και κανείς δεν μπορεί να τη βρει.
Ο Φρίντελ θα ηρεμήσει τον Κασπάροβ αποκαλύπτοντάς του τη λύση. Όπως ο ίδιος διηγείται, άκουσε στο τηλέφωνο τον Μποτβίνικ, που καθόταν πίσω από τον Κασπάροβ, να αναστενάζει με ανακούφιση. Μάλλον σ’ αυτό το σημείο η ιστορία είναι λίγο τραβηγμένη, αλλά και ποιο άλλο μέρος της δεν μοιάζει επινοημένο από την πένα σεναριογράφου; Ο Φρίντελ αναφέρει ότι τις ίδιες αμφιβολίες εξέφρασαν δύο άλλοι μεγάλοι παίκτες, ο Βισβανάθαν Ανάντ και ο Βλαντιμίρ Κράμνικ, όταν και τους διηγήθηκε την ιστορία στο Βάικ αν Ζέε. Σε υπεράσπισή του ωστόσο προσήλθε από το διπλανό τραπέζι ένας από τους μαθητές του Κασπάροβ από τη μακρινή εποχή της Μόσχας του 1986.
Ποιο είναι το επιμύθιο της ιστορίας – αν υποθέσουμε ότι υπάρχει επιμύθιο; Θα τολμούσα να πω ότι η αποτυχία στην επίλυση ενός προβλήματος είναι μεγαλύτερη από την ήττα. Αν και στις δύο περιπτώσεις είναι η ατομική ευθύνη του παίκτη που τίθεται στο προσκήνιο, η ένταση μιας πραγματικής μάχης μάς κάνει να αντιμετωπίζουμε με μεγαλύτερη συμπάθεια την αποτυχία σε αυτή. Παίζοντας δεν ξέρεις αν υπάρχει μια λύση που οδηγεί στη νίκη ή έστω στη διασφάλιση της ισότητας. Ενώ ενώπιον ενός προβλήματος, έχεις τη σαδιστική/μαζοχιστική γνώση ότι υπάρχει μια λύση και η πραγματική ήττα είναι η εγκατάλειψη της προσπάθειας να την ανακαλύψεις Η παρτίδα είναι περισσότερη ανθρώπινη, ενώ το πρόβλημα θέτει το ερώτημα του κακού με μεγαλύτερη ένταση: αυτό που εντέλει καθιστά αποτρόπαιο το πρόβλημα είναι ότι σε τελική ανάλυση ο συνθέτης δεν ενδιαφέρεται για τον λύτη αλλά για την ομορφιά. Μια ομορφιά χωρίς σκοπό είναι κάτι που προκαλεί τρόμο στον παίκτη, κάνοντάς τον ακόμα πιο μανιασμένο να το λύσει, δηλαδή να εγγράψει την ανθρώπινη παρουσία μέσα του. Κάτι που αφήνει, φυσικά, παγερά αδιάφορο τον συνθέτη. Τέλος του παραμυθιού, καληνύχτα σας.
