Η θρασεία επέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ, όχι μόνο στις πολιτειακές εξελίξεις -όπως είθιστο έως σήμερα- της Βενεζουέλας, αλλά και στην ίδια την κυβερνητική εξουσία της, έχει ανοίξει ένα βαθύ ρήγμα στην πολιτική της. Όχι, όσον αφορά την προφανή αντιπαλότητα του τσαβικού καθεστώτος με την αντιπολίτευση, αλλά κυρίως γιατί μετά την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει ανοίξει μια σφοδρή αντιπαράθεση ανάμεσα σε δύο παρατάξεις στο στρατόπεδο του τσαβισμού.
Κι όμως ο τσαβισμός δεν είναι συμπαγής
Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα αδέλφια Ροντρίγκεζ -η μεταβατική πρόεδρος Ντέλσι ως επικεφαλής της κυβέρνησης και ο Χόρχε ως πρόεδρος της Εθνοσυνέλευσης-, οι οποίοι ηγούνται της «πραγματιστικής παράταξης», η οποία τάσσεται, όπως το εξέφρασε η ίδια η Ντέλσι, υπέρ των διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ. Από την άλλη πλευρά βρίσκεται το στρατόπεδο των «σκληροπυρηνικών» τσαβιστών, που εκφράζει κύρια ο Ντιοσντάδο Καμπέγιο και σημαντικά τμήματα της στρατιωτικής ηγεσίας, με επικεφαλής τον Βλαντίμιρ Παδρίνο Λόπεζ, που κηρύσσουν την αντίσταση στην παρέμβαση του Ντόναλντ Τραμπ. Αμφότερες οι πλευρές δεν κρύβουν την εχθρότητά τους η μία προς την άλλη και ο Λευκός Οίκος έχει ήδη καταστήσει σαφές στον Καμπέγιο ότι θα μπορούσε να έχει την ίδια μοίρα με τον πρόεδρο της Βενεζουέλας.

Παρότι και οι δύο πλευρές αμέσως μετά εμφανίσθηκαν να ομονοούν στη φωτογραφία που κυκλοφόρησε τη Δευτέρα, με τη Ροντρίγκεζ να προεδρεύει στην ευρεία σύσκεψη με τα κορυφαία πολιτειακά και στρατιωτικά στελέχη, η ένταση που υποφώσκει ήταν εμφανής. Ιδίως στο πρόσωπο του Καμπέγιο, ο οποίος φορούσε ένα καπελάκι με το σύνθημα «Αμφιβολία ίσον προδοσία» (dudar es traición). O εσωτερικός διχασμός έχει ξεκινήσει βέβαια από πολύ καιρό πριν. Από τότε που ο Ούγκο Τσάβες επέλεξε ως διάδοχό του τον Νικολάς Μαδούρο και όχι τον συνοδοιπόρο του Καμπέγιο και τώρα που και με τη συγκατάθεση των ΗΠΑ, η Ντέλσι επιλέχθηκε για να ηγηθεί μίας πολιτικής μετάβασης, στην οποία τα δύο στρατόπεδα που καλούνται να την εκτελέσουν είναι επιφυλακτικά -εάν όχι εχθρικά- το ένα απέναντι στο άλλο.
Η Ντέλσι Ροντρίγκεζ φυσικά έχει το προβάδισμα, καθώς η «εμπιστοσύνη» της Ουάσιγκτον στο πρόσωπό της, απομακρύνει προς το παρόν το ενδεχόμενο να υπάρξει μία άλλη στρατιωτικού τύπου παρέμβαση. Η εκτελεστική πρόεδρος ήδη από τον Οκτώβριο είχε επαφές στο Κατάρ με απεσταλμένους του Λευκού Οίκου, ενώ ήταν εκείνη που είχε αναλάβει και τις διαπραγματεύσεις με τη Chevron και άλλες ξένες επιχειρήσεις για λογαριασμό της κυβέρνησης Μαδούρο από την εποχή της Covid και δώθε, για επενδύσεις στην μαρασμένη κι ατροφική βιομηχανία της χώρας. Τούτη η έξωθεν καλή μαρτυρία της Ροδρίγες αποτρέπει προς το παρόν την όποια άλλη παρέμβαση, είτε απευθείας ανάληψη της διακυβέρνησης από τις ΗΠΑ ή την άρον-άρον διεξαγωγή εκλογών (αμφότερα τα απέκλεισε προς το παρόν ο Τραμπ).
Η Ροντρίγκεζ ορκίστηκε μόλις 48 ώρες μετά τη σύλληψη του Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις. Η CIA είχε συστήσει στον Τραμπ να τη χρίσει στη διαδοχή, καθώς υπήρχε βάσιμος κίνδυνος η επικεφαλής της αντιπολίτευσης, Μαρία Κορίνα Ματσάδο, που θέλει διακαώς την εξουσία, να μην ελέγχει τον στρατό. Αυτό εξασφαλίζει και μία άτυπη «ασυλία» στον Καμπέγιο, μιας και η Ουάσιγκτον ήδη έχει επικηρύξει τον υπουργό Εσωτερικών με 25 εκατ. δολάρια και τον συνδέει με το Καρτέλ των Soles, που είναι η βασική κατηγορία «για ναρκοτρομοκρατία» που κόστισε στον Μαδούρο την απαγωγή και προσαγωγή του σε δίκη. Άσχετο βέβαια που τώρα ακόμη κι η αμερικανική δικαιοσύνη είναι αβέβαιη ότι υπάρχει το «φασματικό» τούτο Καρτέλ, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η προπαγάνδα κι η απαγωγή του Μαδούρο: η σχετική κατηγορία αποσύρθηκε από τη δικογραφία του στο δικαστήριο κι απλώς αναφέρεται μία νεφελώδης συνεργασία με ναρκεμπόρους!
Ο «αμετανόητος» τσαβιστής Καμπέγιο, που δεν έχει σταματήσει να ξιφουλκεί κατά του γνωστού «γερακιού» της Ουάσιγκτον Στίβεν Μίλερ και του ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο, τους οποίους χαρακτηρίζει «πειρατές του 21ου αιώνα», που στόχο έχουν τα πετρέλαια της χώρας, ευελπιστεί πως στο μεταβατικό τούτο διάστημα θα καταφέρει να οργανώσει τον πιστό πληθυσμό στον τσαβισμό, προκειμένου στην διελκυστίνδα τούτη της εξουσίας να έχει μοχλούς πίεσης απέναντι στη Ροντρίγκεζ. Με την αντιπολίτευση στον Τσαβισμό να προσπαθεί να ανακτήσει την πρωτοβουλία και έχει θέσει ως προτεραιότητα τον τερματισμό της εξορίας, ο Ντιοσντάδο θα προσπαθήσει να συσπειρώσει το προεδρικό στρατόπεδο για να αντιταχθεί στην αλλαγή εξουσίας.
Παρά τις επικρίσεις για την αναποτελεσματικότητά του στην απαγωγή του Μαδούρο, ο στρατός της Βενεζουέλας παραμένει σε μέγιστο βαθμό πιστός στον τσαβισμό. Ιδίως μετά το πραξικόπημα κατά του Τσαβες το 20ο2 και τη στάση που τήρησαν, οι στρατιωτικοί κατέχουν κεντρική θέση στο κράτος. Κατά καιρούς έχουν φθάσει να ελέγχουν σχεδόν το ένα τρίτο των υπουργείων, αλλά και τη λειτουργία στρατηγικών εταιρειών όπως η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA, εδραιώνοντας μια άνευ προηγουμένου συγχώνευση πολιτικής, οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας στη σύγχρονη Βενεζουέλα. Η όποια μεταβατική κυβέρνηση θα πρέπει λοιπόν να βρει τη χρυσή τομή συνεργασίας σε πρώτο στάδιο με τα στελέχη του στρατού.
Ο, πιθανός (;), ρόλος του γιου Μαδούρο
Σε τούτο το παιχνίδι εξουσίας, έναν σημαντικό ρόλο θα μπορούσε να διαδραματίσει κι ο «Νικολασίτο», ο Νικολάς Μαδούρο Γέρα, γιος του Μαδούρο. Ο 35χρονος οικονομολόγος, ήταν παρών στην ευρεία σύσκεψη και φιγουράριζε στην ίδια σειρά με τους Ροντρίγκεζ, τον Καμπέγιο και τον Βλαντίμιρ Παδρίνο Λόπεζ, επιδεικνύοντας ότι η μεταβατική κυβέρνηση και είναι, φαινομενικά, συμπαγής, αλλά και διατηρεί δεσμούς με τον προηγούμενο πρόεδρο.
Μόνο που ο Νικολασίτο είναι γνωστό πως διατηρεί ένα προφίλ που απέχει πολύ από τον παραδοσιακό Τσαβισμό. Ο Νικολάς Μαδούρο Γέρα, από την πρώτη ημέρα κατόρθωσε κυριολεκτικά να «αδειάσει» την αντιπολίτευση, που ανέμενε ότι η απαγωγή του πατέρα του θα οδηγούσε αυτοχρήμα στην κατάρρευση της κυβέρνησης, αλλά γι’ άλλη μία φορά και τον Καμπέγιο. Ο Νικολασίτο με δάκρυα στα μάτια, ναι μεν έστειλε μήνυμα στον πατέρα του και τη μητέρα του Σίλια Φλόρες, όμως η συνέχεια ήταν αφοπλιστική, καθώς τους τόνιζε πως «η χώρα είναι σε καλά χέρια και σύντομα θα σε σφίξω πάλι στην αγκαλιά μου». Εάν κάποιοι ήλπιζαν ότι θα τον άκουγαν συγκαλυμμένα να υπαινίσσεται πως οι Ροντρίγκεζ τον πρόδωσαν, ο Νικολασίτο εξέφρασε την «άνευ όρων υποστήριξή» του στη νέα πρόεδρο, διαμηνύοντας στον πατέρα του: «εδώ είμαστε, εκπληρώνοντας τα καθήκοντά μας μέχρι να επιστρέψεις».

Ο μονάκριβος γιος του Μαδούρο αναδύεται ως έμμεσος εγγυητής της μεταβατικής τάξης. Άλλωστε, ανήκει στη νέα γενιά ανθρώπων, τους Chavistas 2.0, που δεν βίωσαν την ένταση της ανόδου του Τσάβες στην εξουσία ή το αμερικανοκίνητο πραξικόπημα εναντίον του. Στο κινητό του τηλέφωνο έχει τις εφαρμογές για την EL PAÍS και τους New York Times και δεν είναι ορκισμένος εχθρός του καπιταλισμού. Λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του Ιουλίου 2024, είχε δηλώσει μάλιστα στις εφημερίδες ότι εάν κέρδιζε ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης Εντμούντο Γκονσάλεζ, ο ίδιος δεν θα είχε κανένα πρόβλημα να του παραδώσει ο πατέρας του την εξουσία. Τότε ο Καμπέγιο τον είχε ονειδίσει χωρίς να τον αναφέρει άμεσα, λέγοντας ότι η επανάσταση έπρεπε να είναι ισχυρότερη από ποτέ, επισημαίνοντας πως οι νέοι δεν είχαν ζήσει τις δύσκολες στιγμές, τις στιγμές της αντίστασης.
Ωστόσο, ο Νικολασίτο είναι συνδεδεμένος με τον τσαβισμό από πολύ νεαρή ηλικία κι έτσι η στάση του -έστω και μετριοπαθής- θα βαρύνει πολύ στο στρατόπεδο αυτό. Στα 22 του χρόνια, ήταν επικεφαλής επιθεωρητών για την Προεδρία της Δημοκρατίας και στα 23 του, συντονιστής της Εθνικής Σχολής Κινηματογράφου. Τώρα, είναι μέλος της Εθνοσυνέλευσης και υπεύθυνος για τα θρησκευτικά ζητήματα του PSUV, του κυβερνώντος κόμματος. Συμμετείχε επίσης ενεργά στις διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην τσαβική κυβέρνηση και την αντιπολίτευση στο Μεξικό, προκειμένου να επιτευχθεί (άκαρπα τελικά) μία συμφωνία. Μπορεί τότε επικεφαλής να ήταν ο Χόρχε Ροντρίγκεζ, όμως ο Μαδούρο στις ομιλίες του πάντοτε υπογράμμιζε την παρουσία και τη συμβολή του γιου του. Μάλιστα, ο Νικολασίτο ήταν και σύμβουλος του πατέρα του για όσα γίνονταν στο παρασκήνιο και στην «πραιτωριανή φρουρά», ενώ ως ενεργός χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, του έλεγε τι συνέβαινε στο Instagram και σε άλλες πλατφόρμες.
Σε αντίθεση με τον υπουργό Εσωτερικών -ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω παρουσιάζει μια εκπομπή στη δημόσια τηλεόραση με τίτλο «Con el mazo dando» (Με τη Βαριοπούλα)- δεν έχει σχέση με τους στρατιωτικούς, που πάντοτε στήριζαν τον τσαβισμό. Ο ίδιος ως έφηβος είχε αρνηθεί να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία, παρόλο που ο κομανδάντε Τσάβες του το είχε εισηγηθεί, προτιμώντας να κάνει σπουδές στα οικονομικά στο πανεπιστήμιο και μουσικής στην ορχηστρική σχολή της Βενεζουέλας, την οποία διηύθυνε ο διάσημος Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου. Σαν τον πατέρα του δεν προέρχεται από τους στρατιωτικούς, δεν φέρει όπλο και μολονότι είναι τεραστίων διαστάσεων, είναι εύθυμος και διασκεδαστικός και δεν εμπνέει τρόμο. Είναι λογικό πως η στάση του θα καθορίσει πολλά πράγματα μέσα στην ασταθή πραγματικότητα που ξημέρωσε στη Βενεζουέλα.
Ο αμερικανικός παράγοντας περιμένει τα κέρδη
Αλλά η κατάσταση στη Βενεζουέλα, ακόμη κι εάν η μεταβατική διακυβέρνηση χαίρει μίας περιόδου χάριτος δεν είναι απολύτως σαφής. Ήδη από τη Δευτέρα μετά την απαγωγή Μαδούρο, ο Ντόναλντ Τραμπ αυτοανακηρύχθηκε «υπεύθυνος για τη Βενεζουέλα», μολονότι απέκλεισε ότι θα υπάρξουν εκλογές βραχυπρόθεσμα. Εκείνο που διευκρίνισε ευθαρσώς είναι ότι οι ΗΠΑ θα επιβλέπουν την κυβέρνηση της Βενεζουέλας στις προσπάθειες να αναταχθεί ο χειμαζόμενος πετρελαϊκός τομέας. Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έκρυψε ποτέ ότι αυτός ήταν ο κύριος λόγος για την ανατροπή του Μαδούρο κι ανακοίνωσε πως έχει λάβει εγγυήσεις από τη μεταβατική κυβέρνηση ήδη πως θα του εξασφαλισθούν «μεταξύ 30 και 50 εκατ. βαρέλια πετρελαίου άριστης ποιότητας» από τη Βενεζουέλα.
Όμως αυτή η επιχείρηση ανάταξης του τομέα είναι εξαιρετικά κοστοβόρα: θα χρειασθεί να διαρκέσει πάνω από 18 μήνες και θα απαιτηθούν επενδύσεις γύρω στα 100 δισεκ. δολάρια. Μπορεί τα αποθέματα της Βενεζουέλας να είναι τα μεγαλύτερα στον κόσμο με πάνω από 300 εκατ. βαρέλια, όμως η σημερινή κατάσταση των υποδομών του κλάδου είναι τραγικές. Με υποτυπώδη λιμάνια, κακοσυντηρημένους και σχεδόν ανύπαρκτα μεταφορικά μέσα από τα πηγάδια του Ορινόκου, η παραγωγή έχει πέσει μόλις στο ένα εκατ. βαρέλια τον χρόνο, ενώ ακόμη και το 1974 ήταν 4 εκατ. Μπορεί ο Ρούμπιο να είναι αισιόδοξος πως μετά την πτώση του Μαδούρο οι αμερικανικές εταιρείες θα σπεύσουν να επενδύσουν, οι ισχυροί του τομέα παραμένουν εφεκτικοί, όσο δεν υπάρχουν εγγυήσεις για τις τιμές και τα κέρδη που μπορούν να εξασφαλίσουν. Ιδίως ανησυχούν πως εάν εκπληρωθεί η υπόσχεση και το στοίχημα του Τραμπ και αρχίσει να κυλά ο πακτωλός του μαύρου χρυσού από τη Βενεζουέλα, θα κατρακυλήσει αντίστοιχα κι η διεθνής τιμή του λόγω πληθώρας παραγωγής, τα κοιτάσματα της Βενεζουέλας να μην είναι πλέον ανταγωνιστικά, με αποτέλεσμα να μην βγάλουν τα έξοδά τους!
Επιπλέον τα τελευταία χρόνια υπάρχει μία μεγάλη φυγή από ικανούς επιστήμονες και τεχνικούς από τη Βενεζουέλα, των οποίων η επιστροφή είναι αβέβαιη -εξόν κι εάν υπάρξουν τα ανάλογα οικονομικά οφέλη που θα ισοσταθμίσουν την καριέρα τους στο εξωτερικό. Και φυσικά να γνωρίζουν πως υπάρχει πλήρης έλεγχος στην πολιτική και την κοινωνία της Βενεζουέλας.

Καλύτερη μία ήπια μετάβαση, παρά στρατιωτική επέμβαση
Kαι είναι τούτη η στάση των μεγάλων εταιρειών που αποτρέπει τον Τραμπ για μία απευθείας επέμβαση. Η Βενεζουέλα είναι μία μεγάλη χώρα 900.000 km², με σύνθετη τοπογραφία, με πάνω από 5.000 χλμ. χερσαία σύνορα και άλλα 4.000 χλμ. ακτογραμμής, που είναι δύσκολο να ελεγχθούν. Εξ ου και το λαθρεμπόριο κάθε είδους ανθεί.
Συνεπώς, ο έλεγχος της χώρας θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την ανάπτυξη ενός σημαντικά μεγαλύτερου στρατιωτικού σώματος από αυτό που βρίσκεται σήμερα στην περιοχή (περίπου 15.000 στρατιώτες και δώδεκα πλοία). Τούτο εγκυμονεί τον κίνδυνο ενός νέου Βιετνάμ, ενός άλλου Ιράκ: με τις επιχειρήσεις να τελματώνονται επ’ αόριστον, με κλιμάκωση της βίας που θα σε ένα σενάριο κλιμάκωσης της βίας, που θα περάσει στο στάδιο του ανταρτοπόλεμου με τα απομεινάρια των ενόπλων δυνάμεων και τις τσαβικές παραστρατιωτικές ομάδες, που θα επέλεγαν προβλέψιμα τον άτακτο πόλεμο.
Αυτό θα συνεπαγόταν ένα σημαντικό κόστος. Όχι μόνο ανούσια οικονομικό και στρατιωτικό για τις ΗΠΑ, όσο και για τον ίδιο τον Τραμπ, που θα ξέπεφτε στη συνείδηση των οπαδών του, αμαυρώνοντας την εικόνα του «φιλειρηνιστή» και «μη παρεμβατικού». Με τους υποστηρικτές του ήδη διχασμένους για την εξωτερική πολιτική του, μια πτώση της δημοτικότητάς του θα ήταν καταστροφική για τις ενδιάμεσες (mid-term) εκλογές για τη Βουλή που πλησιάζουν στις ΗΠΑ. Παράλληλα, θα τον ανάγκαζε επίσης να εκτρέψει στρατιωτικούς πόρους από άλλες περιοχές, ειδικά από εκείνες που σχετίζονται με τον περιορισμό της Κίνας ως κύριου στρατηγικού αντιπάλου των ΗΠΑ στην περιοχή Ινδο-Ειρηνικού.
Για τον λόγο τούτο, ο Τραμπ δεν ευνοεί ούτε τη στρατιωτική κατοχή, αλλά ούτε και την άμεση ανάληψη της εξουσίας από την αντιπολίτευση. Η ήπια μετάβαση που του εξασφαλίζει η (ελεγχόμενη) μετριοπαθής Ντέλσι Ροντρίγκεζ, η οποία και θα του προσπορίσει τα πετρέλαια που επιθυμεί και θα εξουδετερώσει βαθμηδόν την τσαβική αντίδραση, είναι ο καλλίτερος δρόμος που μπορεί προς το παρόν να ακολουθήσει. Και θα προβληθεί ως ο πρόεδρος που τσάκισε τον Μαδούρο και ότι αποφεύγοντας μία σύγκρουση αποκατέστησε ομαλά τη «δημοκρατία» στη Βενεζουέλα, επιτυγχάνοντας και μία μεγάλη οικονομική επιτυχία. Για τον λόγο τούτο, ο Ρούμπιο έσπευσε ο ίδιος να υπερασπισθεί τη Ροντρίγκεζ, την οποία η Ματσάδο κατηγορεί ότι βρίσκεται πίσω από τα κέντρα βασανιστηρίων, τονίζοντας πως η Ντέλσι «κλείνει ένα διαβόητο κέντρο βασανιστηρίων στο Καράκας», απλώνοντας προστατευτικά τις φτερούγες του πάνω από τη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Πάντως η νέα πρόεδρος υποστηρίζει πως κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν κυβερνά τη Βενεζουέλα: «Το πεπρωμένο μου αποφασίζεται μόνο από τον Θεό», τόνισε. Μόνο που δεν προσδιορίζεται εάν στην αυχμηρή παραζάλη της εξουσίας του Τραμπ η Civitate Dei ταυτίζεται με τη δική του εξουσία, που θέλει να καθορίζει τα πάντα σε τούτον τον πλανήτη, άρα και τη δική της μοίρα.
