Μοιάζει ειρωνικό που ο Γάλλος Σοσιαλιστής πρώην πρωθυπουργός Λιονέλ Ζοσπέν έφυγε την επαύριο του β’ γύρου των δημοτικών εκλογών της 22ης Μαρτίου. Ακριβώς μία ημέρα που το κόμμα του καλείτο να κάνει έναν πικρό απολογισμό, που δεν του επιτρέπει σε καμία περίπτωση να θριαμβολογεί. Γιατί όσο κι εάν «έσωσε τα έπιπλα» (τις μεγάλες πόλεις, ιδίως το Παρίσι και τη Μασσαλία) στην αναμέτρηση, η «αγέρωχη» πολιτική του απέναντι στις συνεργασίες με την (κυρίως ριζοσπαστική) αριστερά, στρατηγική τελείως αντίθετη με εκείνη που ακολούθησε ο Ζοσπέν κι απετέλεσε τη συνταγή της επιτυχίας του, αποδείχθηκε ανεπαρκής.
Ο θάνατος του Λιονέλ Ζοσπέν, μοιάζει ως το τέλος μιας εποχής, όπου η ηθική και ο ρεαλισμός στην πολιτική συμβάδιζαν ακόμη με το όραμα για μία ενωμένη «πληθυντική» αριστερά. Απεναντίας σήμερα, για άλλη μία φορά κι ακόμη πιο έντονα, μοιάζει να επανέρχεται εκείνο το «φάσμα» της Ακροδεξιάς, που στις 21η Απριλίου 2002, είχε αλλάξει για πάντα τη μοίρα της χώρας και της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης.

Γεννημένος στις 12 Ιουλίου 1937 στο Μεντόν, ο Ζοσπέν γαλουχήθηκε σε ένα περιβάλλον στρατευμένων διανοουμένων, καθώς ο εκπαιδευτικός πατέρας του κινούταν στους σοσιαλιστικούς κύκλους. Ο ίδιος, μετά την αποφοίτησή του από την επίλεκτη Εθνική Σχολή Διοίκησης (ΕΝΑ), απαραίτητο σταθμό για όποιον έχει υψηλές πολιτικές φιλοδοξίες, αποφάσισε να αφιερωθεί στην πολιτική. Λίγοι γνωρίζουν πως θήτευσε γι’ αρκετό διάστημα σε μία τροτσκιστική οργάνωση (στην ίδια απ’ όπου ξεκίνησε αργότερα κι ο Ζακ-Λυκ Μελανσόν, ηγέτης της «Ανυπότακτης Γαλλίας»-LFI) με το ψευδώνυμο «Μισέλ». Στη δεκαετία του ‘70 εντάχθηκε στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, εξελέγη βουλευτής και έγινε πρώτος γραμματέας του το 1981. Η θητεία του ταυτίσθηκε με τον εκσυγχρονισμό του PS ,προτού αναλάβει άλλα καθήκοντα. Ιδίως στη θητεία του στο υπουργείο Παιδείας πρωτοστάτησε σε μεγάλες και σημαντικές μεταρρυθμίσεις.
Εντούτοις, μετά την ήττα στις βουλευτικές εκλογές του 1993 και τη βαριά ήττα που υπέστησαν οι Σοσιαλιστές, ο Ζοσπέν -ο οποίος έχασε μάλιστα τη βουλευτική του έδρα- αποφάσισε να αποσυρθεί από την πολιτική. Μία απομαχία που δεν διήρκεσε πολύ, καθώς το 1995 επανάκαμψε ως υποψήφιος για την προεδρία με το κόμμα του. Μία επιστροφή που υπήρξε ανέλπιστα επιτυχής, καθώς κατάφερε να πρωτεύσει στον α’ γύρο, για να ηττηθεί στον β’ από τον Ζακ Σιράκ.
Η γέννηση της «πληθυντικής αριστεράς» (Gauche Plurielle)
Η κορυφαία όμως στιγμή στη σταδιοδρομία του Ζοσπέν υπήρξαν οι εκλογές του 1997. Όταν ο Σιράκ διέλυσε αιφνίδια την Εθνοσυνέλευση, ο Ζοσπέν πρότεινε ένα προγραμματικό σχέδιο για την συγκροτημένη κάθοδο όλων των αριστερών και προοδευτικών παρατάξεων σε ένα κοινό ψηφοδέλτιο. Γεννήθηκε η Πληθυντική Αριστερά (Gauche Plurielle).

Υπό το σχήμα αυτό, έγινε κατορθωτό να συνενωθούν όπως το 1936 δυνάμεις που ιστορικά συγκρούονταν: Το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PS), ήταν ως μεγαλύτερο κόμμα ο κεντρικός πυλώνας. Γύρω του συνασπίσθηκαν το Κομμουνιστικό Κόμμα (PCF), που για πρώτη φορά σε κυβερνητικό ρόλο μετά από πολλές δεκαετίες, οι Πράσινοι (Les Verts), νεοπαγές ακόμη τότε κόμμα που ενσωμάτωναν την οικολογία στην προγραμματική (και μετέπειτα κρατική) ατζέντα, το Κίνημα Πολιτών (MDC) και οι Ριζοσπάστες της Αριστεράς.
Η επιτυχία του συνασπισμού αυτού έφερε τον Ζοσπέν στην πρωθυπουργία, σε μία άβολη «συγκατοίκηση» για τον δεξιό πρόεδρο Ζακ Σιράκ. Και λέμε άβολη, γιατί ο Ζοσπέν μπορεί μεν να μην είχε το χάρισμα της ρητορικής και δεν υπήρξε ποτέ ένας χαρισματικός δημοκόπος, όμως ήταν σοβαρός, μεθοδικός και βαθιά προσηλωμένος στο καθήκον: ένας «προτεστάντης» της πολιτικής.
Και η συμμαχία του δεν ήταν μια απλή, ευκαιριακή, εκλογική σύμπραξη με μόνη σκοπιμότητα την εξουσία. Ήταν ένα σοβαρό κυβερνητικό εγχείρημα, που χάρις στη σύμπραξη όλων των δυνάμεων και την παραγωγή πολιτικής, εισήγαγε τολμηρές μεταρρυθμίσεις, όπως το 35ωρο, το Σύμφωνο Πολιτικής Συμβίωσης (PACS) και την καθιέρωση της κρατικής ιατρικής βοήθειας. Για πέντε χρόνια, ο Ζοσπέν απέδειξε ότι η Αριστερά μπορεί να κυβερνά με σοβαρότητα, συνδυάζοντας την κοινωνική δικαιοσύνη με την οικονομική σταθερότητα.
Το σοκ της 21ης Απριλίου 2002 και η πτώση του Ικάρου
Εν τούτοις, παρά το θετικό κυβερνητικό έργο, πέντε χρόνια αργότερα οι προεδρικές εκλογές του 2002 έμελλαν να εξελιχθούν σε εφιάλτη. Η επιτυχημένη στρατηγική της ενότητας που τον είχε φέρει στην εξουσία, κατέρρευσε μπροστά στον ναρκισσισμό των μικρότερων κομμάτων και τον γενικότερο εφησυχασμό του PS, που θεώρησε πως αρκούσε η επιτυχημένη κυβερνητική πορεία για να εξασφαλίσει στον Ζοσπέν την προεδρία.
Στον πρώτο γύρο, η Αριστερά παρουσιάστηκε κατακερματισμένη με οκτώ διαφορετικούς υποψηφίους. Το αποτέλεσμα ήταν σοκαριστικό: ο Ζοσπέν έλαβε 16,18%, μένοντας οριακά πίσω από τον ακροδεξιό Ζαν-Μαρί Λεπέν (16,86%). Για πρώτη φορά στην ιστορία της Πέμπτης Δημοκρατίας, η Αριστερά αποκλειόταν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.
Η ιστορική ομιλία της παραίτησης
Εκείνο το βράδυ της 21ης Απριλίου, ο Ζοσπέν στάθηκε μπροστά στις κάμερες, όχι για να μουρμουρίσει κάποια δικαιολογία ή να ρίξει τα βάρη σε άλλους (πχ την υπόλοιπη Αριστερά που δεν στήριξε κοινό υποψήφιο). Ο Ζοσπέν μίλησε μπροστά στα μικρόφωνα, παραδίδοντας ένα μάθημα πολιτικής ευθύνης κι αξιοπρέπειας. Με τρεμάμενη αλλά σταθερή φωνή εκφώνησε έναν λόγο, που θα έμενε στην ιστορία ως πρότυπο στάσης:
«Το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών μόλις έσκασε σαν κεραυνός εν αιθρία (…) Πέρα από τη δημαγωγία της δεξιάς και τον κατακερματισμό της αριστεράς, που κατέστησαν δυνατή αυτή την κατάσταση, αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη αυτής της ήττας και βγάζω τα συμπεράσματα, αποσύροντας τον εαυτό μου από την πολιτική ζωή μετά το τέλος των προεδρικών εκλογών», συνοψίζει ο Λιονέλ Ζοσπέν λίγες ώρες μετά την έκδοση των αποτελεσμάτων, ενώ είχε φτάσει στο στρατηγείο της προεκλογικής του εκστρατείας υπό τις ιαχές και τα συνθήματα «Ζοσπέν Πρόεδρος». Οι οπαδοί του βρέθηκαν σε κατάσταση σοκ, ξέσπασαν σε κλάματα και κραυγές και σε εκδηλώσεις που μόνο ενώπιον μίας τεράστιας καταστροφής μπορεί κάποιος να δει.
Την ίδια στιγμή, ο πληθυσμός κατεβαίνει στους δρόμους του Παρισιού για να διατυμπανίσει τον φόβο του μπροστά στο ενδεχόμενο η ακροδεξιά να ανέλθει στην εξουσία: «Λεπέν, φασίστα, ο λαός θα σου πάρει το τομάρι!» (Le Pen, facho, le peuple aura ta peau!) Η άνοδος της ακροδεξιάς ωθεί περισσότερους από 1,4 εκατομμύρια τρομοκρατημένους Γάλλους στους δρόμους καθ’ όλο το χρονικό διάστημα ανάμεσα στους δύο γύρους των εκλογών, με την κορύφωση των διαδηλώσεων να σημειώνεται την 1η Μαΐου.
Παράλληλα, ο Λιονέλ Ζοσπέν παραμένει συγκλονισμένος. Θα χρειαστεί τέσσερις ημέρες για να ζητήσει από τους ψηφοφόρους του «να φράξουν τον δρόμο στην ακροδεξιά», χωρίς ωστόσο να καλέσει ρητά να ψηφίσουν τον Σιράκ. Ο ανακουφισμένος, απερχόμενος αρχηγός του κράτους θα νικήσει τελικά τον Ζαν-Μαρί Λεπέν με ένα σκορ πρωτοφανές για την Πέμπτη Δημοκρατία: 82,2%. Ο Λιονέλ Ζοσπέν, από την πλευρά του, παρέμεινε πιστός στην υπόσχεσή του, μένοντας μακριά από την πολιτική ζωή της χώρας για χρόνια.
Η παραίτηση του Ζοσπέν υπήρξε σαφώς μία «πολιτική αυτοκτονία», όμως ο χαρακτήρας του ήταν τέτοιος που δεν θέλησε να παίξει το παιχνίδι των παρασκηνίων και της αναμονής για να ξανα-αναδυθεί ως σωτήρας του έθνους. Ο ίδιος πίστευε πως εάν ο λαός δεν τον ήθελε, ο ίδιος δεν είχε θέση στο προσκήνιο της πολιτικής. Τούτη του η κίνηση ναι μεν εξύψωσε το πρόσωπό του, καθιστώντας το μία άμεμπτη ηθική μορφή, όμως άφησε την Αριστερά ορφανή και σε κατάσταση σοκ για μια δεκαετία–αγκαλά και η επιλογή του Φρανσουά Ολάντ δεν ήταν και μία επιτυχημένη πολιτική πράξη, η οποία μάλιστα στοίχισε στο PS σχεδόν την εξαφάνισή του.
Η σημασία του θανάτου του σήμερα: Ένα «μάθημα» για το 2027
Ο θάνατος του Ζοσπέν σήμερα, λίγο μετά τις δημοτικές εκλογές του 2026, λειτουργεί ως μία οδυνηρή υπενθύμιση για τις «στρατηγικές αβελτηρίες» (turpitudes stratégiques) της σημερινής γαλλικής Αριστεράς. Αυτή η παράταξη, που ο Ζοσπέν κατόρθωσε να ενώσει σε ένα κοινό προγραμματικό και κυβερνητικό σχέδιο, όχι σε μία συγκυριακή σύμπραξη αντιμετωπίζει τον απτό κίνδυνο του κατακερματισμού. Όπως το 2002 η πολυδιάσπαση οδήγησε στην άνοδο του Λεπέν, έτσι και σήμερα η ένταση κι η αυταρέσκεια που κυριαρχεί ανάμεσα σε Σοσιαλιστές (PS) και «Ανυπότακτους» (LFI) απειλεί να χαρίσει τη νίκη στο RN (Εθνικό Συναγερμό) στις προεδρικές του 2027.

Επιπλέον, η στάση του Ζοσπέν υπενθυμίζει πως στην πολιτική η ηθική πρέπει να πρωτοστατεί (κι είναι φορές πιο επικερδής) απ’ ό,τι η Επικοινωνία. Στη σημερινή κούφια σφαίρα του πολιτικού θεάματος, ο Ζοσπέν, μ’ όλο που η δράση του θυμίζει «ρομαντικές» και παρωχημένες εποχές του πολιτεύεσθαι, δείχνει πως η πολιτική φέρνει αποτελέσματα όταν είναι -ή θα έπρεπε να είναι- μια υπόθεση σοβαρότητας και ηθικής δέσμευσης.
Επίσης, η επιτυχημένη «συγκατοίκηση» του Ζοσπέν (1997-2002) επιδεικνύει στην ασύντακτη αριστερή παράταξη, ένα μοντέλο που θα πρέπει να καλλιεργήσει, εάν θέλει να επανέλθει στην εξουσία. Μπορεί η πεισματική κι άφρων ψύχωση του Εμανουέλ Μακρόν να δεχθεί το 2024 μία συγκατοίκηση μετά την επικράτηση του Νέου Λαϊκού Μετώπου , οδηγώντας την χώρα σε περιπέτειες και σε παρακμή, όμως κι η ίδια η αριστερά απέδειξε πως δεν έχει όραμα. Όχι μόνον για μία ενιαία πολιτική, αλλά και για ένα αυτόνομο μακρόπνοο πολιτικό σχέδιο. Ιδίως το δικό του κόμμα, οι Σοσιαλιστές, οι οποίοι ευθύνονται για τη διάλυση της πρώτης συμμαχίας NUPES τον Οκτώβριο του 2023, παίρνοντας αναφανδόν το μέρος των ακροδεξιών στο Ισραήλ στη γενοκτονία στη Γάζα και τον Ιανουάριο καταστρέφοντας το Νέο Λαϊκό Μέτωπο ψηφίζοντας υπέρ του τότε πρωθυπουργού Φρανσουά Μπαϊρού στην πρόταση μομφής εναντίον του.
Η περίοδος 1997-2002 παραμένει η τελευταία φορά που ένας αριστερός Πρωθυπουργός κατάφερε να επιβάλει την ατζέντα του σε έναν δεξιό Πρόεδρο, μια εμπειρία που σήμερα φαντάζει μακρινή. Ο Λιονέλ Ζοσπέν έφυγε αφήνοντας πίσω του μια Γαλλία που παλεύει ακόμα με τους δαίμονες που εκείνος προσπάθησε να νικήσει: την άνοδο της Ακροδεξιάς και την αποξένωση των λαϊκών στρωμάτων. Η Ιστορία θα τον κατατάξει στις κορυφαίες προσωπικότητες της γαλλικής Αριστεράς, όχι μόνο για το 35ωρο ή την οικονομική ανάπτυξη που πέτυχε για τη χώρα του στη διάρκεια της θητείας του, αλλά κυρίως για το γεγονός ότι υπήρξε ένας ηγέτης που προτίμησε την ευθύνη και την παραίτηση από τον κυνισμό της εξουσίας.
Όπως σημειώνει το αφιέρωμα του Le Monde, ο Ζοσπέν ήταν ο άνθρωπος που «πάντα έλεγε αυτό που έκανε και έκανε αυτό που έλεγε». Σε μια εποχή πολιτικής ρευστότητας, αυτός ο ηθικός κώδικας αποτελεί ίσως την πιο πολύτιμη παρακαταθήκη του για τις επερχόμενες γενιές.
