ΑΘΗΝΑ
19:30
|
15.07.2024
Εγγυημένη ακρίβεια, φτώχεια, αβέβαιες προοπτικές εργασίας και κατάσταση εξαίρεσης για την Covid έως τις 31 Μαρτίου, εξανεμίζουν την αισιοδοξία των Ιταλών.
Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω

Πέρα από την παραμυθία του πρωτοχρονιάτικου μηνύματος του προέδρου Σέρτζο Ματαρέλα, μακριά πολύ από τις μισές αλήθειες της ανάπτυξης 6% του δοτού πρωθυπουργού Μάριο Ντράγκι, η αμείλικτη για τον μέσο και τον ευάλωτο Ιταλό πολίτη πραγματική εικόνα του 2022 προβάλλει από τους αριθμούς τους ίδιους που αφορούν την ζωή του: από την 1η Ιανουαρίου οι καταναλωτές θα δουν την ήδη δυσβάστακτη σημερινή τιμή στο ηλεκτρικό ρεύμα να αυξάνει κατά 55% ακόμη και στο φυσικό αέριο 41,8%, ενώ ταυτόχρονα βλέπουν, σύμφωνα με τις ευμενέστερες εκτιμήσεις τον κίνδυνο της απόλυτης φτώχειας να κτυπά την πόρτα σε 11 εκατ. συμπολίτες τους (1,6 εκατ. περισσότερους από την προηγούμενη μέτρηση το 2015 και με ρυθμό αύξησης 15% τον χρόνο).

Έντρομοι συνεπώς οι Ιταλοί αντιλαμβάνονται πως η «επιτυχημένη» κυβέρνηση του Ντράγκι, που αυτο-επαίρεται για τον «επεκτατικό» της προϋπολογισμό, και γιατί εκπληρώθηκαν οι πρώτες 51 προϋποθέσεις (από τις 500 και) που απαιτούν οι Βρυξέλλες για να έλθουν τα πρώτα 25 δισεκ. ευρώ από 1ης Ιανουαρίου, κάθε άλλο έχει αριστεύσει στους δύο κύριους στόχους της -για τους οποίους μεθοδεύθηκε το συνταγματικό πραξικόπημα για τον σχηματισμό της.

Αφήνοντας κατά μέρους τη «νερωμένη» επιτυχία των εμβολιασμών, που με τον καλπασμό της «Ο» και την ηθελημένη ανεπάρκεια στο υγειονομικό σύστημα, που κατέστρεψαν και πάλι τους εορτασμούς των Γιορτών και συντρίβουν τον μικρομεσαίο κλάδο των επιχειρήσεων εστίασης και τουρισμού, το νέο έτος ξεκινά με δυσοίωνες προοπτικές: την αύξηση των τιμών της ενέργειας και τη μείωση του ορίου στη χρήση μετρητών. Μέτρα που συντρίβουν τις συνθήκες διαβίωσης των κατώτερων και πιο ευάλωτων στρωμάτων.

Κι όχι μόνον των πιο ευάλωτων. Γιατί ο μέσος καταναλωτής πληροφορείται από τα πιο επίσημα χείλη, της ρυθμιστικής αρχής Arera, πως θα κληθεί να πληρώσει ακόμη περισσότερα και μάλιστα σε ύψη χειρότερα ακόμη από τις προβλέψεις, θα δαπανήσει 334 ευρώ περισσότερα από τον προηγούμενο χρόνο στο ρεύμα και 610 στο φυσικό αέριο. Κατά μέσο όρο κάθε νοικοκυριό από τον Απρίλιο του 2021 ως τον προσεχή Μάρτι0 θα επιβαρυνθεί με 823 ευρώ (+68%) για ρεύμα και 1560 ευρώ (+64%) για φυσικό αέριο. 

Αυξήσεις που θεωρούνται δυσβάστακτες ακόμη και για τις «πλούσιες» περιοχές (π.χ Λομβαρδία, όπου τα νοικοκυριά πλήρωσαν πάνω από 400 ευρώ περισσότερα αυτόν τον χρόνο), πολύ περισσότερο δε στον Νότο, που πλήττεται από την ανεργία και την αποβιομηχάνιση. Τα ποσά που θα εξανεμισθούν είναι τέτοια, που λίγο ανακουφίζει η ανακοίνωση για τα όποια επιδόματα που στοχεύουν στον μετριασμό μόνον των επιπτώσεων από αυτές τις αυξήσεις Γιατί τα 200 κι 600 ευρώ αντίστοιχα για ρεύμα και αέριο,  με τα οποία επιδοτούνται 2,5 εκατ. οικογένειες που παίρνουν κοινωνικό επίδομα κι άλλες 1,5 εκατ. που δικαιούνται ενεργειακό βοήθημα, ναι μεν ελαττώνουν εν μέρει τα τιμολόγια της ενέργειας, αλλά δεν αντιμετωπίζουν τις Άρπυιες της ακρίβειας και του πληθωρισμού στα άλλα προϊόντα κι έξοδα. Σχεδόν μηδαμινά επίσης παρηγορεί και ο βαυκαλισμός ότι χάρις στο 10% του φυσικού αερίου που διατίθεται μέσω του αγωγού ΤΑΡ στην Απουλήια από τον Δεκέμβριο του 2020, η τελική αύξηση είναι μικρότερη. Το 10% αυτό είναι πολύ μικρό -ή μάλλον η τιμή της κιλοβατώρας είναι τόσο ασύλληπτα ακριβή- που λίγο απασχολεί τον μέσο καταναλωτή εάν το τελικό τιμολόγιο θα ήταν 2 με 3 ευρώ ακριβότερο. Κατά το μάλλον ή ήττον, το επιχείρημα για τον ΤΑΡ ηχεί περισσότερο ως απόδειξη ότι οι αρχικές αντιρρήσεις, κομμάτων και της τοπικής κοινωνίας, για την κατασκευή του δεν δικαιώνονται.

Σε καμία περίπτωση ο Ιταλός καταναλωτής μπορεί να αισθάνεται είτε σίγουρος, είτε ικανοποιημένος για την επιδοματική πολιτική. Η βασική αιτία είναι  ότι το αντιστάθμισμα από το κράτος στην ενεργειακή ακρίβεια δεν καταλήγει ακριβώς στα πορτοφόλια των πολιτών. Πιότερο μοιάζει με απ’ ευθείας επιδότηση στους παρόχους ενέργειας, οι οποίοι εξασφαλίζουν αφενός την κερδοφορία τους, αφού έχουν εγγυημένο μπόνους από τα κρατικά ταμεία κι αποφεύγουν τις δυνητικές απώλειες, είτε από τη μείωση της κατανάλωσης, είτε από την αδυναμία πληρωμής από τα νοικοκυριά των υψηλών τιμολογίων. Με όποιες επιπτώσεις τούτο θα είχε για τα κέρδη και τη λειτουργία τους. 

Η κυβέρνηση Ντράγκι, όπως κι οι άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, κόπτονται ότι στέργουν να συνδράμουν τους καταναλωτές (το υπογραμμίζω αυτό) μέσα από τη στήριξη των παρόχων και παραγωγών ενέργειας, με την επιδότηση της αύξησης. Χωρίς παράλληλα, μιας και δίνεται η επιδότηση, η αύξηση να μην περνά στο τελικό τιμολόγιο και κυρίως δίχως η επιδότηση να συνοδεύεται και με αύξηση μισθών, ταμείου ανεργίας, κοινωνικού εισοδήματος –ακόμη και το καθολικό επίδομα τέκνων, 125 έως 18 ετών και 87 έως 21 ετών, κρίνεται ανεπαρκές σε μία χώρα με ανεργία και πια μισθούς πείνας- ικανού να απορροφά και την άνοδο των τιμών στην ενέργεια και τη σύνδρομη αύξηση των τιμών στα άλλα προϊόντα κατανάλωσης.

Κάτι που με ανησυχητικό τρόπο παρατηρείται και στη γειτονική Ισπανία: όπου το έτος κι εκεί κάνει ποδαρικό με αυξήσεις σε ενέργεια, διόδια, χαρτόσημα, τέλη αυτοκινήτων, 3-4% στη στέγη κι ενοίκια, 25% στη βενζίνη και 27% στο ντίζελ. Αυξήσεις που το 2% και 2,5% που θα ανέβουν οι μισθοί και συντάξεις αντίστοιχα, μηδαμινά μπορούνε να απορροφήσουν. Βέβαια, το τι συμβαίνει στην Ισπανία παγερά αδιάφορους αφήνει τους Ιταλούς, καθώς στη χώρα τους -επιπλέον- δεν προβλέπεται καμία αύξηση μισθών, οι όποιες προοπτικές για βοήθεια των ευάλωτων μέσα από την αναστολή της φοροαπαλλαγής των «εχόντων» αποκρούσθηκε από τα κόμματα, τα κριτήρια για τη συνταξιοδότηση αυξάνουν και δυσχεραίνει η απόκτηση ελάχιστου εγγυημένου κοινωνικού εισοδήματος. Δηλαδή και να μην υπήρχε η ακρίβεια, η Ιταλία είχε όλες τις προοπτικές να φτωχύνει.

Και τα στοιχεία που επισήμως ανακοίνωσε η αρμόδια υπηρεσία Unimpressa, βάζει το δάκτυλο υπό τον τύπο των ήλων για όσους υποστηρίζουν πως ο Ντράγκι έφερε την ανάπτυξη: σχεδόν 11 εκατομμύρια Ιταλοί κινδυνεύουν από τη φτώχεια (4 εκατ. άνεργοι και 6,7 εκατ. που εργάζονται μεν, αλλά οι μισθοί κι οι όροι και ο χρόνος εργασίας τους δεν τους επιτρέπει ν’ αντιμετωπίζουν τις βιωτικές συνθήκες). Ο αριθμός τούτος είναι κατά 1,6 εκατ. ανθρώπους (+15%) μεγαλύτερος από την αντίστοιχη μέτρηση στα τέλη του 2015.

Οι φόβοι μάλιστα των συντακτών της έκθεσης δεν σχετίζονται με τα τελικά πορίσματα, αλλά κυρίως με τις προοπτικές που προδιαγράφει για το μέλλον η παρούσα κατάσταση στο εργασιακό γίγνεσθαι. Πέρα από τα 4 εκατ. ανέργων, το γεγονός ότι σε καθεστώς μισθολογικής και εργασιακής ανασφάλειας ζουν (κι ενδεχομένως θα επεκταθεί κι άλλο ο αριθμός τους με την περαιτέρω γενίκευση αυτών των όρων εργασίας) οι απασχολούμενοι ορισμένου χρόνου (925.000 σε part time και 2,1 εκατ. με πλήρες ωράριο), οι θεωρούμενοι ως αυτοαπασχολούμενοι/«ελεύθεροι επαγγελματίες» με όλο το σημασιολογικό φάσμα που δίνεται σε τούτον τον ορισμό (711.000), οι «συνεργάτες» (225.000) και οι 2,7 εκατ. part time ορισμενου χρόνου (κάτι σαν εργολαβικά διαθέσιμοι δηλ.). Μία ομάδα εργαζομένων που απασχολούνται σε ακρασφαλείς για το μέλλον τους συνθήκες και κινδυνεύουν να βρεθούν ανά πάσα στιγμή στην άβυσσο της φτώχειας.

Από τους δε 4.071.000 ανέργους, οι πρώην απασχολούμενοι είναι 1.127.000, οι πρώην ανενεργοί 571.000 και οι χωρίς εργασιακή εμπειρία 2.373.000, ποιοτικά χαρακτηριστικά που σε συνδυασμό με την τάση που γενικεύεται στη χώρα, με τη βούλα της κυβέρνησης να διευκολύνονται το κλείσιμο, η μετεγκατάσταση εταιρειών κι οι μαζικές απολύσεις, η επανένταξη των ανέργων, όταν οι ίδιες οι εργασιακές και παραγωγικές συνθήκες ευνοούν την ασταθή εργασία, είναι εξαιρετικά δύσκολες. Τη στιγμή μάλιστα που στο κλείσιμο του έτους έχουμε το νέο κρούσμα στο εργοστάσιο της Bosch στο Μπάρι, που θα απολύσει 620 εργαζομένους, ή την αδιευκρίνιστη ακόμη εξέλιξη στον νέο αερομεταφορέα ΙΤΑ και στους χιλιάδες εργαζόμενους που κινδυνεύουν να μείνουν τελειωτικά εκτός νυμφώνος.

Μέσα σε αυτές τις αμείλικτες και κυνικές συνθήκες ηχεί κωμική και σαν απλή έκθεση ιδεών η προτροπή της Unimpressa  στην ανησυχητική έκθεσή της , να επικαλείται το αίσθημα συλλογικής μεγαλοψυχίας της κάθε εταιρείας, «που ηθικό της καθήκον είναι η αλληλεγγύη προς τους αδύναμους» , η «προστασία των όσων είναι στα πρόθυρα της δυσκολίας» και  να «μη σταματά ποτέ την επιχειρηματική δραστηριότητα, γιατί η ατμομηχανή της οικονομίας αυτή είναι απαραίτητη για τη ζωή των πολιτών». Το κράτος δηλ. μεταθέτει στη «φιλανθρωπία» των πλουσίων την κοινωνική και οικονομική πολιτική που όφειλε να εκπληρώνει το ίδιο και την οποία, συνεπές προς την μέθοδο του whatever it takes του Ντράγκι, έχει εκχωρήσει -βοηθώντας κι από τα κρατικά ταμεία- στους ίδιους τους επιχειρηματίες.

Εγγυημένη ακρίβεια και φτώχεια, με αβέβαιες προοπτικές εργασίας και κατάσταση εξαίρεσης για την covid έως τις 31 Μαρτίου, εξανεμίζουν την αισιοδοξία των Ιταλών, που για άλλη μία φορά μένουν απογοητευμένοι από τον «Σωτήρα», που παραδοσιακά κι ιστορικά (είτε είναι ο βασιλιάς, ο Πάπας, ο Μουσολίνι, ο Μπερλουσκόνι, ο Πρόντι, ο Μόντι, ο Κόντε ή ο Ντράγκι) του εμπιστεύονται τις τύχες τους. Και τώρα στο έμπα του 2022 ο Μάριο Ντράγκι ως πρόσωπο της χρονιάς μαζί με τον νικηφόρο προπονητή της Σκουάντρα Ατζούρα Ρομπέρτο Μαντσίνι, μοιάζουν με βάση τις απογοητευτικές επιδόσεις στα τέλη της περασμένης χρονιάς, της κυβέρνησης για τον πρώτο, της εθνικής ποδοσφαίρου για τον δεύτερο,  να αποτελούν κάτι σαν τον «στρατηγό Ντελλα Ρόβερε»: το αντίθετο από εκείνο που αρχικά πίστευαν όλοι κι από το σέλας του ενθουσιασμού έπεσαν στα ερέβη της μετριότητας.

Το μοιράζομαι:
Το εκτυπώνω
ΣΥΝΑΦΗ

Τηλεργασία ως την Παρασκευή για χιλιάδες δημοσίους υπαλλήλους

Φωτιά σε πολυώροφο κτίριο στην Κηφισίας

Τα 5 ερωτήματα του BBC για την απόπειρα δολοφονίας Τραμπ

Δέσμευση δεκάδων τραπεζικών λογαριασμών στην Πάτμο λόγω χρεών

Γραφτείτε συνδρομητές
Ενισχύστε την προσπάθεια του Κοσμοδρομίου με μια συνδρομή από €1/μήνα