Τα Χριστούγεννα με βρήκαν στην Ιταλία. Όχι ιδιαίτερα πρωτότυπη επιλογή για τους Έλληνες -ίσως λίγο κλισέ, αφού η Ιταλία είναι από τους πρώτους σε προτίμηση ταξιδιωτικούς μας προορισμούς λόγω εγγύτητας, προσιτού κόστους (τα εισιτήρια δεν είναι απαγορευτικά), αλλά και της απαράμιλλης ομορφιάς, της πολιτιστικής της σημασίας και, φυσικά, της κουζίνας της. Για εμένα, όμως, ήταν ακόμα ανεξερεύνητη.
Η βάση μας ήταν στην Μπολόνια, μια πόλη του βορρά, στην περιφέρεια Εμίλια Ρομάνα, γνωστή για το κόκκινο στην τοπική αρχιτεκτονική, τους κομμουνιστές και τη bolognese -γενικά πολύ κόκκινο είτε στα σπίτια, είτε στην πολιτική, είτε στις σάλτσες. Είχα κουβαλήσει μαζί μου από την Αθήνα και ένα μικρό βιβλίο, το «Η κόκκινη τέντα της Μπολόνιας» του Τζον Μπέρτζερ, θέλοντας να το διαβάζω παράλληλα με την εξερεύνηση της πόλης για να ανακαλύψω τα μικρά μυστικά της και, φυσικά, να το φωτογραφίσω κάτω από μια κόκκινη τέντα. Όπως αποδείχθηκε ανεπιτυχώς, γκρεμίζοντας σαν τραπουλόχαρτα το πλάνο μου, καθώς δεν είχα σκεφτεί ότι πρέπει να υπάρχει κάποιος πρακτικός λόγος για να παραμείνει μια τέντα ανοιχτή -ήλιος ή βροχή. Δεν εκτίμησα ότι κανείς δεν συμμερίστηκε το καλλιτεχνικό δαιμόνιο μιας ονειροπαρμένης νεαρής τουρίστριας, αφού δεν κατάφερα να βρω, όσο κι αν προσπάθησα, μια αξιοπρεπή κόκκινη τέντα.

Το σχέδιο ήταν να μείνουμε στην Μπολόνια, που είναι πιο οικονομική, και να πραγματοποιούμε μονοήμερες εκδρομές σε κοντινές πόλεις. Σχέδιο φτωχών ταξιδιωτών είναι αυτό, να ξέρετε! Το σιδηροδρομικό δίκτυο της Ιταλίας θεωρείται ασφαλές και επιτρέπει συχνές μετακινήσεις, σε αντίθεση με το δικό μας όπως αποδείχθηκε περίτρανα με το έγκλημα στα Τέμπη και, ανάμεσα στο δίλημμα να νοικιάσουμε αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιούμε τρένα για τη μετακίνηση μας, η απάντηση ήταν εύκολη. Έτσι, μέσα σε έξι μέρες επισκεφτήκαμε την προς έκπληξή μας κουκλίστικη Μόντενα, γνωστή για το βαλσάμικο και το ξίδι της, την βγαλμένη από παραμύθι Φλωρεντία με την ανεκτίμητη τέχνη της και την ερωτεύσιμη Βερόνα.
Τη Βερόνα τη φυλάξαμε για το τέλος. Είχε επιλεγεί για έναν καθαρό και μοναδικό σκοπό: ήταν η πόλη που διάλεξε ο Σαίξπηρ για να τοποθετήσει την πιο διάσημη τραγική ιστορία αγάπης, όταν την έγραψε το 1595. Και θα μου πεις, είχες καμιά τρομερή κάψα με το έργο του Σαίξπηρ; Κι εγώ θα σου πω πως μάλλον όχι. Η κάψα έγκειται σε μια εσωτερική παρόρμηση να επισκέπτομαι μέρη τα οποία έχουν συνδεθεί με έργα τέχνης.

Ήθελα να ανακαλύψω το λόγο που ο Σαίξπηρ επέλεξε αυτή τη πόλη για το έργο του και να δώσω μια αληθινή διάσταση στην ιστορία των δύο άτυχων νέων, ακόμα κι αν αυτή είναι μυθοπλασία. Γιατί, όσο και αν δεν υπήρξαν ποτέ, ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα επιβιώνουν μέσα από τις αφηγήσεις μέχρι και σήμερα.
Ακόμα μετανιώνω που δεν κατάφερα να επισκεφτώ στην Κωνσταντινούπολη το Μουσείο της Αθωότητας, το οποίο βασίστηκε στο ομώνυμο βιβλίο του νομπελίστα Ορχάν Παμούκ για τον ανεκπλήρωτο έρωτα του Κεμάλ για τη Σιμπέλ. Και ίσως γι’ αυτό η Βερόνα είχε μια ιδιαίτερη σημασία για μένα. Η μυθοπλασία, όταν αποκτά σάρκα και οστά μέσα από ένα μνημείο ή ακόμα και ένα μουσείο, με γοητεύει. Όταν οι λέξεις έχουν τέτοιο βάρος, ώστε εξαιτίας τους δημιουργείται κάτι απτό, με συγκινεί ίσως περισσότερο απ’ όσο αν βασιζόταν σε πραγματικά γεγονότα. Μούρλα δική μου; Μπορεί. Ακόμη, δεν αμφιβάλλω ότι η δημιουργία του μουσείου της Ιουλιέτας, ή ακόμα κι ο μύθος που περιβάλλει τη Βερόνα ως πόλη των ερωτευμένων, είναι πλασματική και εξυπηρετεί τουριστικούς σκοπούς. Βασικά για αυτό, είμαι απολύτως σίγουρη. Έχει, όμως, εντέλει σημασία;
Το ιστορικό κέντρο της Βερόνας αγκαλιάζεται από τον ποταμό Αδίγη, με πολλές γέφυρες να ενώνουν τις δύο πλευρές της πόλης. Τα κτίρια, πλήρως εναρμονισμένα με το υδάτινο στοιχείο, θυμίζουν παραμύθι. Για να μην πολυλογώ καθώς έχω ήδη πολυλογήσει, περπατήσαμε το κέντρο και φτάσαμε στο μουσείο της Ιουλιέτας ή Casa di Giulietta στη Via di Capello, το κτίριο του οποίου χρονολογείται από τον 13ο αιώνα. Ανυποψίαστοι όπως ήμασταν και λίγο αφελείς, απογοητευτήκαμε βλέποντας ένα τεράστιο πλήθος τουριστών να στέκεται έξω από το μουσείο. Επιπλέον, ανακαλύψαμε πώς έπρεπε να είχαμε κλείσει τα εισιτήρια μας τουλάχιστον μια μέρα νωρίτερα για να το επισκεφτούμε.

Μπορούσαμε, όμως, να μπούμε στην αυλή του, μέσα στην οποία εξέχει το περίφημο μπαλκονάκι της Ιουλιέτας, ενώ κάτω από αυτό είναι τοποθετημένο το άγαλμά της. Σύμφωνα με έναν μύθο, όποιος ακουμπήσει το στήθος του αγάλματος, θα έχει τύχη στον έρωτα, εξ ου και μεγάλη σειρά ανθρώπων που περίμεναν να φωτογραφηθούν με το άγαλμα και να κάνουν την συγκεκριμένη χειρονομία· για τύχη. Με την ουρά στα σκέλια, ενωθήκαμε με το πλήθος, θέλοντας να συμμετέχουμε απερίσκεπτα στη συγκεκριμένη παράδοση, ώστε να έχω content για μια σελίδα ιστορικού ενδιαφέροντος που διατηρώ.
Στην αρχή, ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος. Το μπρούτζινο άγαλμα που βλέπαμε ήταν φτιαγμένο σε φυσικό μέγεθος, επιτρέποντας σου να το αγκαλιάσεις αν σταθείς σε μια υπερυψωμένη επιφάνεια. Μάλιστα, τα σημεία του αγάλματος που έχουν αγγίξει χιλιάδες άνθρωποι έχουν χάσει το σκούρο χρώμα τους, λόγω της συνεχούς τριβής και του ιδρώτα, αποκαλύπτοντας το γυαλιστερό, χρυσαφένιο χρώμα του μπρούτζου.
Καθώς περιμέναμε στη σειρά, δεν μπορούσαμε να αγνοήσουμε τις αντιδράσεις των ανθρώπων όταν «χούφτωναν» το άγαλμα. Οι περισσότεροι ήταν άνδρες – ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, λόγω της έντονης κοροϊδίας και του γιουχαΐσματος που συνόδευε την πράξη τους. Φυσικά, δεν ήταν όλοι έτσι. Μερικές γυναίκες επέλεξαν να μην ακουμπήσουν το στήθος του αγάλματος, αλλά να βγάλουν απλά μια φωτογραφία. Ο ενθουσιασμός μου εκείνη την ώρα πήγε έναν μακρινό περίπατο και άργησε πολύ να επιστρέψει. Δεν μπορούσα να διανοηθώ την ασέβεια και τον χλευασμό απέναντι σε ένα άγαλμα με αυτό το πολιτιστικό βάρος. Αντί για ενθουσιασμό, αισθανόμουν νευρικότητα και δυσφορία. Όσο πλησιάζαμε, τόσο πιο άβολα ένιωθα.

Τελικά, όταν ήρθε η σειρά μας, ακολουθήσαμε την παράδοση από κεκτημένη ταχύτητα, βγάλαμε το πολυπόθητο κλικ και εξαφανιστήκαμε από το σημείο σε δευτερόλεπτα.
Έμεινα προβληματισμένη για αρκετή ώρα, αν και τελικά ξεχάστηκα όσο σεργιάνιζα στα στενά της Βερόνας, χαζεύοντας τα όμορφα παραδοσιακά φαναράκια και απολαμβάνοντας μια διαφορετική αλλά πεντανόστιμη pasta. Το βράδυ, επιστρέφοντας στην Μπολόνια για μια τελευταία βόλτα πριν από την αναχώρηση της επόμενης ημέρας, ετοίμασα τη βαλίτσα μου και, λίγο πριν κοιμηθώ, άνοιξα το κινητό μου. Εκεί είδα την φωτογραφία που έβγαλα νωρίτερα, όταν άγγιζα διστακτικά το στήθος της Ιουλιέτας. Στη φωτογραφία αποτυπωνόταν ένα βαθιά μουτρωμένο πρόσωπο που δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί, πόσο μάλλον να κάνει τη συγκεκριμένη χειρονομία, σε αντίθεση με την αναμενόμενη χαζοχαρούμενη έκφραση ενός τουρίστα όταν φωτογραφίζεται σε ένα από τα «Top 10 things to do in…» ενός προορισμού.
Μπήκα στο Google. Δεν μπορεί, σκεφτόμουν, να είμαι η μόνη που νιώθει αμηχανία με αυτό το έθιμο. Και όντως, έχει υπάρξει κατακραυγή για την εν λόγω πρακτική. Το 2014, το άγαλμα αντικαταστάθηκε λόγω μιας μεγάλης τρύπας που δημιουργήθηκε από το συνεχές άγγιγμα των τουριστών. Την ίδια χρονιά, ο διευθυντής ενός σχολείου στην Τοσκάνη δήλωσε δημόσια ότι η συγκεκριμένη παράδοση είναι άκρως σεξιστική, με πολλούς να συμμερίζονται την άποψή του. Το θέμα ήρθε ξανά στο προσκήνιο τα επόμενα χρόνια, καθώς άρθρα σε διεθνή μέσα, ακόμα και στη Guardian, ανέδειξαν τη φθορά που έχει υποστεί το άγαλμα αλλά και το σεξισμό που ακολουθεί τη συγκεκριμένη παράδοση. Παρόλα αυτά, οι αντιδράσεις δεν φαίνεται να πτοούν τους Βερονέζους, που συνεχίζουν να επιτρέπουν αυτή τη χειρονομία – μια παράδοση που, αν μη τι άλλο, μοιάζει τουλάχιστον κακόγουστη και ξεπερασμένη.
Προφανώς, το content που ήθελα για τη σελίδα μου δεν ανέβηκε ποτέ και θα μείνει στις ξεχασμένες φωτογραφίες του κινητού μου, υπενθυμίζοντάς την τεράστια βλακεία που έκανα, ακολουθώντας τα άκριτα trends της μάζας.
Δεν γνωρίζω αν το έθιμο αυτό, πρέπει να σταματήσει λόγω φθοράς του αγάλματος ή λόγω του απροκάλυπτου σεξισμού. Ξέρω, όμως, πως πρέπει να σταματήσει.
Έβαλα τις σκέψεις μου σε μια τάξη πριν κοιμηθώ:
Μέρα· τουρίστες περιμένουν στη σειρά· Ιουλιέτα ακίνητη· άντρες· γυναίκες· παιδιά· γέλια· χούφτωμα· κλικ· κοροϊδία· Ιουλιέτα θυμωμένη.
Νύχτα· κόσμος φεύγει.
Σιωπή.
Ιουλιέτα ακίνητη.
Ιουλιέτα θυμωμένη.

